Η γυναίκα με τα πλούσια ξανθά μαλλιά έβγαλε έναν ήχο αγανάκτησης. Πάλι είχε αργήσει η κοπέλα που καθάριζε την έπαυλή της. Ώρες ώρες σκεφτόταν πως σκορπούσε άσκοπα τα λεφτά της, μα την είχε ανάγκη, αφού η ίδια δεν είχε καμία διάθεση να ασχοληθεί στα εβδομήντα της με το νοικοκυριό!

Τυλιγμένη στο γυαλιστερό σατέν της ρόμπας της ανέβηκε με κάμποσο κόπο την εσωτερική στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιό της. Δεν είχε καμία όρεξη να πιάσει την «ψιλή κουβέντα» με την κοπέλα όταν θα ερχόταν, αρκετά είχε εκνευριστεί με την ασυνέπειά της!

Καθώς δεν ήθελε να κοιμηθεί, κατευθύνθηκε προς την τεράστια τρίφυλλη ντουλάπα της. Ίσως έπρεπε κάποια στιγμή να καθαριστεί κι αυτή. Την άνοιξε με προσοχή κι επέτρεψε στα δάχτυλά της να νιώσουν την υφή της τεράστιας ποικιλίας υφασμάτων που υπήρχαν εκεί μέσα.

Ήταν έτοιμη να την κλείσει όταν το δεξί της χέρι αποφάσισε να δείξει επιμονή σε μια συγκεκριμένη ζακέτα, σε μια ακριβή γούνινη ζακέτα. Στην αρχή δεν ήθελε καν να μπει στην διαδικασία να ασχοληθεί μαζί της. Την θεωρούσε κάπως ξεπερασμένο κομμάτι, αν και κάποτε την φορούσε σε κάθε εκδήλωση. Οι αναμνήσεις όμως που την συνέδεαν μαζί με αυτό το ρούχο την έκαναν να αλλάξει γνώμη.

«Ντρέπομαι που σε απαρνήθηκα, μα δεν νομίζω ότι ταιριάζεις πια ούτε στην εποχή ούτε σε μένα γενικότερα», ψέλλισε με πικρία μόλις την κράτησε στα χέρια της.

Ένα δάκρυ που ήταν έτοιμο να κυλήσει στο υπερβολικά βαμμένο μάγουλό της υπάκουσε στην σκληράδα της λογικής κι έμεινε στάσιμο στην κόγχη του ματιού της. Ένα θολό σύννεφο απλώθηκε στο απέραντο της μνήμης της με σκοπό να να την επηρεάσει αρνητικά, μα δεν τα κατάφερε. Η Καίτη θυμόταν τα πάντα!

Θυμόταν την ημέρα που ο τότε σοφέρ της την είχε μεταφέρει στο ατελιέ, όπου θα έραβαν ειδικά για εκείνη αυτή την γούνα.

«Μα τι σας έφταιξε το άμοιρο το ζωάκι; Τόσες άλλες ωραίες ζακέτες υπάρχουν, εκεί εστιάσατε;», είχε βρει το θάρρος και θράσος να την ρωτήσει.

Αυτή η ερώτηση ήταν η αρχή ενός κρυφού και σχεδόν απαγορευμένου έρωτα, αφού η οικογένεια της Καίτης σίγουρα δεν θα δεχόταν ποτέ για σύζυγό της ένα φτωχαδάκι από την Αρμενία! Κι όμως η Καίτη σκόπευε με το σκέρτσο και την πονηριά της να τους καταφέρει.

Οι οιωνοί άρχισαν κάποια στιγμή να δείχνουν ευνοϊκοί και η γυναίκα έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Ο εραστής της όμως για κάποιον ανεξήγητο για εκείνη λόγο απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από αυτή, στην αρχή ως προς το ερωτικό κομμάτι κι έπειτα συναισθηματικά.

Η Καίτη είχε γίνει κομμάτια. Ο νους της έπλαθε σενάρια για κάποιο άλλο θηλυκό στην ζωή του κι όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να την πείσει για το αντίθετο, δεν τον πίστευε! Το μπέρδεμα της καρδιάς της το ακολούθησε η έτσι κι αλλιώς έμφυτη τάση της προς την υπεροψία και αλαζονεία. Μη δίνοντάς του καμία ευκαιρία να “απολογηθεί”, τον έδιωξε και τον δυσφήμισε επαγγελματικά. Κανείς δεν μπορούσε να μην την αγαπάει πια κανείς!

Η γυναίκα σηκώθηκε με πένθιμο ύφος από το κρεβάτι πάνω στο οποίο είχε προηγουμένως καθίσει. Η γούνα έπρεπε να μπει στην θέση της. Ίσως και να την χάριζε ή να την πετούσε.

Με τον γνωστό μονότονο βηματισμό της στάθηκε μπροστά στην ντουλάπα κι έκανε μια άγαρμπη κίνηση προκειμένου να κρεμάσει την ζακέτα. Ο ανεπαίσθητος ως προς την έντασή του ήχος τράβηξε αμέσως την προσοχή της. Ήταν ένα κιτρινισμένο από τον χρόνο χαρτί, διπλωμένο στα τέσσερα. Με αργό τρόπο έσκυψε να το πάρει. Το ξεδίπλωσε…ήταν η γραφή του…μάλλον της το είχε βάλει στην τσέπη κάποια στιγμή που είχε αφήσει την ζακέτα στο αμάξι…

«Ψυχή μου, έχω λευχαιμία και τα χρήματα για την θεραπεία δεν επαρκούν. Ντρέπομαι να σου ζητήσω λεφτά, γραπτώς μου βγήκε πιο εύκολα. Συγνώμη που πιστεύεις ότι δεν σε αγαπώ».

Η Καίτη φόρεσε την γούνα και ξέσπασε σε γοερό κλάμα. Η κοπέλα που καθάριζε το σπίτι θα την έβρισκε ύστερα από λίγες ώρες νεκρή… στο χέρι της κρατούσε το κιτρινισμένο σημείωμα…

Κοινοποιήστε
Καθηγήτρια Γερμανικών, κειμενογράφος και συγγραφέας με τρία βιβλία στο ενεργητικό της: " Η κόρη του Ναζί", "Η φαλαινίτσα που ήθελε να γίνει γλάρος " και το πιο πρόσφατο "Γιατί το λεμονάκι δεν ήθελε να γίνει ποτέ πεπονάκι" από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη. Έχει έναν γιο και θεωρεί ότι η ευτυχία κρύβεται στα μικρά πράγματα που συνήθως προσπερνάμε. Αγαπημένη της ρήση: "Για να ανέβεις στην κορυφή, επιβάλλεται να ξεκινήσεις από την βάση."