Γνωστός στο ευρύ κοινό και ως «Night Stalker», ο Richard Ramirez υπήρξε ένας από τους διασημότερους και πιο αδίστακτους κατά συρροή δολοφόνους της Αμερικής. Έδρασε την δεκαετία του ’80 (τότε που η Αμερική είχε μετατραπεί σε λίκνο εγκληματικότητας) και σε διάστημα ενός χρόνου σκόρπισε την φρίκη στην περιοχή του Λος Άντζελες και αργότερα του Σαν Φρανσίσκο.

Κινούταν πάντα το βράδυ (εξ’ ου και το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο), εισέβαλε σε σπίτια, βίαζε και σκότωνε τα ανυποψίαστα θύματά του με κάποιο από τα διάφορα όπλα που είχε στην κατοχή του και συχνά «υπέγραφε» τα σώματά τους με σατανιστικά σύμβολα.

Τα αποτρόπαια εγκλήματά του και η αμετανόητη και κυνική στάση του μέχρι τέλους ολοκληρώνουν το προφίλ ενός πραγματικού ανθρωπόμορφου τέρατος. Ψάχνοντας τα βαθύτερα αίτια που μπορεί να συμβάλλουν στην διαμόρφωση μιας τέτοιας εκδοχής ανθρώπου, πρέπει σίγουρα να ξεκινήσουμε μαθαίνοντας για την παιδική του ηλικία…

______________________________

Τα παιδικά χρόνια και οι καταλυτικές επιρροές

Ο Richard Ramirez (Ricardo Leyva Muñoz Ramírez) γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1960 στο El Paso του Τέξας και ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του, μιας (σχεδόν) συνηθισμένης οικογένειας μεξικανών εργατών.

Ο πατέρας του, Χούλιαν Ραμίρεζ (Julian Ramirez) ήταν πρώην αστυνομικός και μετέπειτα εργάτης σε βιομηχανία σιδηροδρόμων, ενώ η μητέρα του (Mercedes) ήταν επίσης εργάτρια σε βιοτεχνία υποδημάτων.

Ο πατέρας του φαίνεται πως ήταν και η πρώτη κακή επιρροή στον ψυχισμό του μικρού Ρίτσαρντ, αφού ήταν από τους υπέρμαχους της σωματικής βίας. Οι συχνές εκρήξεις θυμού του, κατέληγαν σε αυταρχική και βίαιη συμπεριφορά και κακοποίηση των παιδιών του.

Σε ηλικία 2 ετών ο μικρός Ρίτσαρντ χρειάστηκε να κάνει 30 ράμματα στο κεφάλι, όταν έπεσε πάνω του ένα βαρύ έπιπλο, ενώ άλλο ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι είχε και στην ηλικία των 5 ετών πέφτοντας από μια κούνια. Μετά και τον δεύτερο τραυματισμό στο κεφάλι, το παιδί άρχισε να βιώνει επιληπτικές κρίσεις, οι οποίες κράτησαν μέχρι την εφηβική του ηλικία.

Άτομα που έχουν διαγνωστεί με επιληψία του κροταφικού λοβού (το μέρος του εγκεφάλου που συνδέεται με τη μνήμη) τείνουν να παρουσιάζουν μεταξύ άλλων μεταβολές σεξουαλικότητας, έντονες θρησκευτικές τάσεις και υπέρμετρη επιθετικότητα.

Από την ηλικία των 10 ετών ο μικρός Ρίτσαρντ άρχισε να καπνίζει μαριχουάνα, ενώ συχνά κοιμόταν στο νεκροταφείο της περιοχής για να αποφύγει τον βίαιο πατέρα του.

Το «παράδειγμα» του πατέρα του ήρθε να ενισχύσει και να συνεχίσει ο μεγαλύτερος ξάδερφός του Miguel «Mike» Ramirez, ο οποίος ήταν βετεράνος στρατιώτης του πολέμου του Βιετνάμ.

Αυτός μύησε τον έφηβο Ρίτσαρντ στη «γοητεία» της παραβατικής συμπεριφοράς. Του έδειχνε polaroid φωτογραφίες με βιετναμέζες γυναίκες που είχε σκοτώσει και βιάσει στον πόλεμο, του διηγούταν με κάθε λεπτομέρεια τα εγκληματικά του «κατορθώματα» και του έδειχνε πως να χειρίζεται διάφορα όπλα, αλλά και τρόπους να σκοτώνει.

Το αποκορύφωμα των παρανοϊκών αυτών «σεμιναρίων» ήταν το 1973, όταν ο τρελαμένος ξάδερφος πυροβόλησε και σκότωσε τη γυναίκα του μπροστά στα μάτια του 13χρονου τότε Ρίτσαρντ. Ο ξάδερφος μπήκε φυλακή και ο Ρίτσαρντ μετακόμισε με την αδερφή του και τον άντρα της. Ο γαμπρός του ήταν εμμονικός «ματάκιας» και δεν δίστασε να παίρνει τον Ρίτσαρντ μαζί του στις βραδινές του παρακολουθήσεις (από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη).

Σύντομα ο Ρίτσαρντ εγκατέλειψε το σχολείο, άρχισε να κάνει και χρήση LSD, ενώ στράφηκε και στον σατανισμό. Η μαύρη μαγεία και οι σατανιστικές ιεροτελεστίες τραβούσαν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του, ντυνόταν πλέον μόνο με μαύρα ρούχα και έκανε ανάλογα τατουάζ. Δεν τον ένοιαζε τίποτε άλλο εκτός από το χόρτο και τα «σκοτεινά» ενδιαφέροντά του.

Στα 15 του χρόνια έπιασε δουλειά σε ένα ξενοδοχείο της πόλης, όμως απολύθηκε γρήγορα, αφού αποπειράθηκε να βιάσει μια πελάτισσα. Ο άντρας της τον «τουλούμιασε» στο ξύλο, ωστόσο δεν προχώρησαν νομικά εναντίον του και ο Ρίτσαρντ γλύτωσε τη φυλακή.

Παρά την πρώτη του αποτυχημένη προσπάθεια, ο Ρίτσαρντ είχε συγκεντρώσει από μικρός όλα τα συστατικά ενός επίδοξου εγκληματία και οι ορμές του πλέον δεν μπορούσαν να χαλιναγωγηθούν.

Μέχρι τα 17 του χρόνια απασχολούσε συχνά τις αστυνομικές αρχές, άλλοτε για κατοχή ναρκωτικών, άλλοτε για διαρρήξεις και ληστείες και άλλοτε για επικίνδυνη οδήγηση. Όντας ανήλικος, κλείστηκε σε σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων, όπου συμμετείχε σε εθελοντικά έργα για την κοινότητα. Αυτά μέχρι το 1980, που ολοκληρώθηκε το σωφρονιστικό πρόγραμμα που του είχε επιβληθεί και ο Ρίτσαρντ έφυγε οριστικά από το El Paso.

Τα εγκλήματα του Night Stalker

Στην Καλιφόρνια ο ενήλικος πλέον Ρίτσαρντ Ραμίρεζ ζούσε όπως ένα κοινό πρεζάκι του δρόμου. Ήταν άνεργος και άστεγος, κοιμόταν όπου έβρισκε και η καθημερινότητά του ήταν μόνο η εξασφάλιση της δόσης του. Είχε πλέον αρχίσει και την κοκαΐνη. Συχνά λήστευε σπίτια ή αυτοκίνητα για να βρει τα χρήματα που χρειαζόταν.

Ο κύκλος των σοβαρότερων εγκλημάτων του ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1984, όταν βίασε και σκότωσε την 9χρονη Mei Leung. Οι έρευνες που ακολούθησαν έδειξαν ότι εκτός από το DNA του Ραμίρεζ υπήρχε και το DNA ενός ακόμα ατόμου στον τόπο του εγκλήματος, πιθανώς ανηλίκου. Η έλλειψη επαρκών στοιχείων άφησαν ερωτηματικά πάνω στη συγκεκριμένη υπόθεση, όμως ο Ραμίρεζ ήταν σίγουρα ένας από τους εμπλεκόμενους.

Στις 28 Ιουνίου 1984 μπήκε στο σπίτι της 79χρονης Jennie Vincow στο Λος Άντζελες και τη μαχαίρωσε μέχρι θανάτου, ενώ εκείνη κοιμόταν.
Ένα χρόνο αργότερα, στις 17 Μαρτίου του 1985 και σε ένα προάστιο του Λος Άντζελες, ο Ραμίρεζ επιτέθηκε στην 22χρονη Maria Hernandez την ώρα που εκείνη έβγαινε από το αυτοκίνητό της. Την πυροβόλησε στο πρόσωπο, όμως σηκώνοντας εκείνη τα χέρια της, η σφαίρα χτύπησε πάνω στα κλειδιά που κρατούσε και έτσι γλύτωσε. Η συγκάτοικός της όμως Dayle Okazaki, που βγήκε να δει τι γίνεται, δέχτηκε επίσης μια σφαίρα του Ραμίρεζ και έπεσε νεκρή.
Λίγο αργότερα την ίδια μέρα, ο Ραμίρεζ επιτέθηκε και στην 30χρονη Veronica Yu για να τη ληστέψει. Την τράβηξε έξω από το αυτοκίνητό της και την πυροβόλησε.
Στις 27 Μαρτίου 1985 εισέβαλλε και πάλι για ληστεία στο σπίτι του 64χρονου Vincent Zazzara και την 44χρονης Maxine. Σκότωσε τον άντρα πυροβολώντας τον, ενώ τη γυναίκα την μαχαίρωσε και την ακρωτηρίασε.
Στις 8 Μαΐου 1985 μπήκε στο σπίτι των Harold και Jean. Πυροβόλησε τον 66χρονο άντρα στο κεφάλι και, αφού ζήτησε από την 63χρονη γυναίκα λεφτά και κοσμήματα, τη βίασε και έφυγε. Αναφέρεται επίσης ότι έβγαλε τα μάτια της και τα άφησε σε ένα κουτάκι κοσμημάτων. Ο βαριά τραυματισμένος άντρας της τελικά κατάφερε να επιζήσει.

Τα ματωμένα χνάρια από τις πατημασιές του Ραμίρεζ, καθώς και οι σφαίρες που ταίριαζαν με αυτές των προηγούμενων φόνων, ήταν τα πρώτα ακράδαντα στοιχεία που αποκάλυψαν στις αρχές ότι πρόκειται για έναν κατά συρροή δολοφόνο. (όχι τόσο έξυπνο και μεθοδικό μεν, σίγουρα αδίστακτο δε)

Στις 14 Μαΐου 1985 σκότωσε μέσα στο σπίτι του τον 66χρονο Bill (66 χρονών) και ξυλοκόπησε και βίασε την 56χρονη ανάπηρη γυναίκα του Lillian Doi.
Στις 29 Μαΐου 1985 διέρρηξε το σπίτι που έμεναν οι 80χρονες αδερφές Mabel Bell και Florence Lang. Αφού τις έκλεψε, τις χτύπησε μέχρι θανάτου με ένα σφυρί.
Μια μέρα μετά, στις 30 Μαΐου 1985 μπήκε στο σπίτι της 42χρονης Ruth Wilson και τη λήστεψε. Για καλή της τύχη, έφυγε αφήνοντας ζωντανή τόσο εκείνη όσο και τον 11χρονο γιό της.
Στις 2 Ιουλίου 1985 μαχαιρώνει ανελέητα την 75χρονη Mary Louise Cannon μέσα στο σπίτι της που είχε μπει για να ληστέψει.
Στις 7 Ιουλίου 1985 εισέβαλλε σε δύο σπίτια της ίδια γειτονιάς, της 61χρονης Joyce Lucille Nelson και της 63χρονης Sophie Dickman. Χτύπησε και τις δύο και τις έκλεψε και έφυγε αφήνοντάς τις ζωντανές.
Το βράδυ 20 Ιουλίου 1985 μπήκε στο σπίτι του 68χρονου Maxson και της 66χρονης Lela, αυτή τη φορά οπλισμένος και με μια ματσέτα. Μαχαίρωσε το ζευγάρι την ώρα που κοιμόταν, τους πυροβόλησε, τους ακρωτηρίασε με τη ματσέτα και έφυγε παίρνοντας καθετί πολύτιμο που βρήκε στο σπίτι.
Το ίδιο βράδυ μπήκε επίσης στο σπίτι της οικογένειας Khovananth. Σκοτώνει ακαριαία τον άντρα και στη συνέχεια χτυπά και βιάζει τη γυναίκα ζητώντας τα χρήματά τους. Η λεία του εκείνο το βράδυ ήταν 30.000$.
Στις 5 Αυγούστου 1985 εισέβαλλε στο σπίτι των Chris και Virginia Peterson. Τους πυροβόλησε χωρίς όμως επιτυχία και σύντομα τράπηκε σε φυγή, αφού ο νεαρός άντρας σηκώθηκε να τον κυνηγήσει.
Τρεις μέρες αργότερα, στις 8 Αυγούστου του 1985 ο ασταμάτητος πλέον εξολοθρευτής μπήκε στο σπίτι ενός ακόμα νεαρού ζευγαριού. Σκότωσε άμεσα τον 31χρονο Elyas, χτύπησε και βίασε την 27χρονη Sakina και έφυγε με μερικά κλοπιμαία.

Η αστυνομία όργωνε ήδη ολόκληρη την πόλη προσπαθώντας να τον συλλάβει και ο κλοιός είχε στενέψει αρκετά. Έτσι ο Ραμίρεζ έφυγε από το Λος Άντζελες και πήγε στο Σαν Φρανσίσκο συνεχίζοντας εκεί την μανιακή εγκληματική του δράση.
Στις 18 Αυγούστου 1985 μπήκε και στο σπίτι των Peter και Barbara Pan και επανέλαβε τη γνωστή του ιστορία. Σκότωσε τον άντρα, βίασε και σκότωσε τη γυναίκα και πήρε από το σπίτι ό,τι βρήκε. Πριν φύγει ζωγράφισε επίσης στον τοίχο μια πεντάλφα.

Τα στοιχεία που βρέθηκαν στον χώρο του τελευταίου εγκλήματος συνδέθηκαν άμεσα με αυτά των συνεχόμενων φόνων στο Λος Άντζελες και οι αρχές κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με το ίδιο άτομο. Ανακοινώνεται άμεσα το προφίλ του δολοφόνου στα μέσα ενημέρωσης και ο Ραμίρεζ αναγκάζεται να ξαναφύγει και να επιστρέψει πίσω.

Στις 24 Αυγούστου του 1985 προσπάθησε να μπει στο σπίτι των Romero, όμως έγινε γρήγορα αντιληπτός και αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή. Λίγες ώρες αργότερα μπήκε στο σπίτι του 30χρονου Bill Carns και της 29χρονης Inez Erickson.
Πιστός στο γνωστό του μοτίβο και πάλι, πυροβόλησε τρεις φορές τον άντρα (ο οποίος τελικά επέζησε), βίασε την γυναίκα, πήρε τα κοσμήματά της και έφυγε. Πηγές αναφέρουν ότι ανάγκαζε τη γυναίκα χτυπώντας την να λέει «αγαπώ τον σατανά», ενώ της είπε ο ίδιος να πει στις αρχές ότι «ο Night Stalker ήταν εδώ».

Η Inez έδωσε εκτενή περιγραφή του αδίστακτου δράστη στις αρχές, ενώ τα αποτυπώματα που βρέθηκαν, καθώς και το κλεμμένο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε ο Ραμίρεζ για κάποιο διάστημα, οδήγησαν στην ταυτοποίησή του.

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1985 η αστυνομία δημοσίευσε τη φωτογραφία του Ραμίρεζ στα μέσα και στις 31 του μηνός κατάφερε να τον συλλάβει σώζοντας τον ταυτόχρονα και από τους πολίτες που τον αναγνώρισαν στον δρόμο και προσπάθησαν να τον ξυλοκοπήσουν.

Δίκη, καταδίκη και ερωτικές εξομολογήσεις

Η δίκη του «Night Stalker» ξεκίνησε στις 22 Ιουλίου του 1988 και ήταν μια από τις πιο χρονοβόρες και κοστοβόρες δίκες στην ιστορία των ΗΠΑ, καθώς χρειάστηκαν τουλάχιστον τρία χρόνια για να οριστικοποιηθούν οι κατηγορίες και καταθέσεις περίπου 1.600 μαρτύρων.

Οι επιβεβαιωμένοι φόνοι και βασανισμοί του Ραμίρεζ είναι 25, όμως πολλές πηγές υποστηρίζουν ότι ξεπερνούν τους 35.

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1989 ο Ραμίρεζ καταδικάστηκε 19 φορές σε θάνατο για 13 δολοφονίες, 11 βιασμούς, 14 διαρρήξεις και 5 απόπειρες δολοφονίας.

Στις 7 Νοεμβρίου αποφασίστηκε να πεθάνει σε θάλαμο αερίων, πράγμα που τελικά δεν έγινε ποτέ. Ο ίδιος πάντως όταν άκουσε την καταδίκη του, είπε χαρακτηριστικά:

«Σιγά το πράγμα. Ο θάνατος έρχεται σε όλους ούτως ή άλλως. Τα λέμε στη Disneyland.»

Ο Ρίτσαρντ Ραμίρεζ υπήρξε άλλη μια περίπτωση μανιακού δολοφόνου που όταν έγινε γνωστή η περίπτωσή του και μπήκε στη φυλακή, άρχισε να δέχεται πλήθος ερωτικών επιστολών από άγνωστες θαυμάστριες. Τα μίντια είχαν σίγουρα βάλει το χεράκι τους σε αυτό, καθώς τόνιζαν το γοητευτικό παρουσιαστικό του Ραμίρεζ στις περιγραφές τους.

Μια από τις εν λόγω θαυμάστριες, η Doreen Lioy, του έγραψε περισσότερα από 75 γράμματα και το 1996 οι δυο τους παντρεύτηκαν στις φυλακές San Quentin του Σαν Φρανσίσκο. Η Lioy υποστήριζε πως θα αυτοκτονήσει όταν ο Ραμίρεζ εκτελεστεί, όμως τελικά το ιδιόμορφο ζευγάρι χώρισε πριν φτάσει εκείνη η ώρα.

Ο διαβόητος «Night Stalker» έμεινε μέχρι τέλους στις φυλακές μελλοθανάτων του Σαν Φρανσίσκο και πέθανε το 2013 από καρκίνο σε ηλικία 53 ετών και σχεδόν 24 χρόνια μετά την καταδίκη του.
Ηθικό δίδαγμα: Τίποτα. Αναρωτιέμαι πόσα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά στη ζωή αυτού του τύπου αν είχε ένα φυσιολογικό οικογενειακό περιβάλλον και σωστά πρότυπα. Ίσως η λίστα εγκληματιών να μετρούσε τώρα ένα άτομο λιγότερο. Λέω τώρα.
Προηγούμενο άρθροΓια σένα που έχεις φύγει…
Επόμενο άρθρο18 Μαΐου: Διεθνής Ημέρα Μουσείων
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.