Ο Αμερικανός κατά συρροή δολοφόνος Herbert Mullin είναι από τις περιπτώσεις δολοφόνων, που τα στυγνά τους εγκλήματα συνοδεύονται από ένα βαθύ υπόβραθρο ψυχικής διαταραχής και παράνοιας.

Έδρασε την ίδια ακριβώς περίοδο και στην ίδια περιοχή με τον περιβόητο Edmunt Kemper, όμως ο Mullin ήταν μια εντελώς διαφορετική περίπτωση, καθώς έβλεπε τις δολοφονικές του πράξεις ως “απαραίτητες”, ώστε να προστατέψει την Καλιφόρνια από επερχόμενους καταστροφικούς σεισμούς…

________________________

Τα πρώτα χρόνια

Για να μιλάμε για τον συγκεκριμένο τύπο σήμερα, σίγουρα δεν εξελίχθηκε σε υπόδειγμα ανθρώπου, όμως τα βιώματά του ως παιδί ήταν φυσιολογικά και ευχάριστα και ο ίδιος, όπως και η οικογένειά του, δεν έδειχνε κανένα σημάδι προβλήματος.

Ο Herbert Mullin λοιπόν, γεννήθηκε στη Santa Cruz της Καλιφόρνια στις 18 Απριλίου του 1947 σε μια θρησκευόμενη οικογένεια καθολικών. Ο πατέρας του, Martin William Mullin, ήταν βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συχνά εξιστορούσε στον γιο του τις ηρωικές του πράξεις στον πόλεμο, ενώ του είχε δείξει από μικρό πως να χρησιμοποιεί όπλο. Θεωρούταν ένας αρκετά αυστηρός τύπος, αλλά λογικός και καθόλου βίαιος.

Ο μικρός Herbert ήταν ένα έξυπνο και ευγενικό παιδί, είχε αρκετούς φίλους, ασχολιόταν με αθλήματα και τα πήγαινε πολύ καλά στο σχολείο. Οι συμμαθητές του πίστευαν γι’ αυτόν ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες από όλους τους να γίνει ένας πετυχημένος ενήλικας. Όταν τελείωνε το σχολείο είχε σκοπό να μπει στο στρατό, καθώς και να σπουδάσει μηχανικός.

Η αρχή του τέλους της όμορφης και φυσιολογικής του ζωής ήρθε λίγο μετά την αποφοίτησή του, τον Ιούνιο του 1965, όταν ένας από τους καλύτερους φίλους του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Ο 18χρονος Herbert κυριολεκτικά καταρρακώθηκε και έτσι ξαφνικά, σαν σε μια στιγμή, η προσωπικότητά του άρχισε να αλλάζει δραματικά.

Μετέτρεψε το δωμάτιο σε ένα ιδιόμορφο μαυσωλείο οργανώνοντας τα έπιπλα και τον χώρο γύρω από μια φωτογραφία του αδικοχαμένου φίλου του. Χώρισε ξαφνικά την κοπέλα του, με την οποία είχαν σχέση για μεγάλο διάστημα, λέγοντάς της ότι ίσως είχε αρχίσει να γίνεται ομοφυλόφιλος. Η καθημερινή του συμπεριφορά άρχισε να γίνεται όλο και πιο περίεργη και επιθετική και δεν άργησαν να μπουν στη ζωή του και τα ναρκωτικά. Συνήθιζε να μιξάρει μαριχουάνα και LSD καταναλώνοντας σοβαρές ποσότητες, που εκείνη την εποχή δεν ήταν και δύσκολο γενικά να βρεθούν.

Άρχισε να ασχολείται έντονα με τις ανατολικές θρησκείες και εξέφραζε την επιθυμία να πάει στην Ινδία για πνευματικές σπουδές, κάτι που όμως δεν έκανε ποτέ. Συχνά ζητούσε από την αδερφή του να κάνει σεξ μαζί του (κάτι που ευτυχώς επίσης δεν έγινε ποτέ), ενώ έστελνε περίεργα γράμματα σε άγνωστους ανθρώπους, στα οποία υπέγραφε ως “η ανθρώπινη θυσία, Herb Mullin”.

Υποστήριζε ότι άκουγε συνέχεια φωνές στο κεφάλι του που του έλεγαν τι να κάνει. Υπακούοντας αυτές τις φωνές μια μέρα ξύρισε τελείως το κεφάλι του και μια άλλη έσβησε το τσιγάρο του πάνω στα γεννητικά του όργανα.

Ένα βράδυ, επισκέφτηκε την αδερφή του στο σπίτι της και άρχισε να μιμείται τον άντρα της, κάθε του λέξη και κάθε κίνηση. “Όταν ο άντρας μου έτρωγε, έτρωγε κι ο Herb. Οτιδήποτε έκανε ο άντρας μου, το έκανε και ο Herb. Και αυτό συνεχιζόταν για τέσσερις ώρες. Μετά απλά κάθησε σε ένα σημείο και μας κοιτούσε.”

Αυτό το φαινόμενο συμπεριφοράς, όπου το άτομο επαναλαμβάνει μηχανικά αυτά που ακούει μιμούμενο ακόμα και τον τόνο της φωνής του άλλου, ονομάζεται “ηχολαλία”. Αποτελεί λεκτική διαταραχή που συνδέεται με αναπτυξιακά προβλήματα και είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα σε άτομα με αυτισμό, αλλά και σε άτομα με σχιζοφρένεια. Οι παραισθητικές σκέψεις και η εμπειρία του να “ακούνε φωνές” είναι επίσης βασικά συμπτώματα των ατόμων με σχιζοφρένεια.

Η οικογένειά του πίστευε πως όλη αυτή η τρελή αλλαγή στην συμπεριφορά του συνέβαινε λόγω των ναρκωτικών και είχαν αρχίσει να ανησυχούν σοβαρά τόσο για την δική του ασφάλεια όσο και για την δική τους.

Τον Φεβρουάριο του 1969, στα 21 του χρόνια, οι γονείς του τον έβαλαν για πρώτη φορά σε ψυχιατρική κλινική σε μια προσπάθεια να τον βοηθήσουν. Μέσα σε έξι μήνες όμως ήταν και πάλι έξω, αφού δεν μπόρεσε να συνεργαστεί για πολύ. Μέσα στα επόμενα περίπου τρία χρόνια ο Herbert πέρασε κάποια διαστήματα σε διάφορα ψυχιατρικά ιδρύματα χωρίς η κατάστασή του να βελτιώνεται παρά μόνο για λίγες ημέρες.

Ο Herbert καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον εαυτό του. Ένιωθε ότι κάτι σαμποτάρει μονίμως το μυαλό του, υπέφερε και δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις εμμονικές του σκέψεις. Ο συνδυασμός της ψυχικής του ασθένειας με την έντονη χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτέλεσε την τέλεια συνταγή για ψυχωτική συμπεριφορά.

Άρχισε να κατηγορεί τον πατέρα του για την σεξουαλική του συστολή, ενώ αργότερα έλεγε ότι εκείνος τον διέταζε τηλεπαθητικά να σκοτώσει. Δήλωνε ότι ήταν κατά της βίας, όμως γινόταν ξαφνικά επικίνδυνα βίαιος σε διάφορες φάσεις προκαλώντας περιστατικά και μέσα στον δρόμο. Τη μια στιγμή υποστήριζε ένθερμα την νομιμοποίηση του LSD και την άλλη έλεγε ότι μισούσε τους χίπηδες και “έδινε στεγνά” αυτούς που τον προμήθευαν με ναρκωτικά. Υιοθετούσε κάθε λίγο διαφορετικές και αντιφατικές μεταξύ τους συμπεριφορές και περσόνες. Δεν ήταν απλά αμφιφυλόφιλος (bisexual), όπως δήλωνε ο ίδιος. Ήταν “αμφί-“ σε όλα, πολιτισμικά, πολιτικά, πνευματικά, σεξουαλικά.

Η μεγαλύτερη όμως εμμονή του ήταν οι σεισμοί. Η ημέρα που γεννήθηκε, η 18η Απριλίου, ήταν η μέρα που έγινε ο μεγάλος σεισμός του Σαν Φρανσίσκο το 1906, καθώς και η μέρα που πέθανε ο Albert Einstein. Βαθιά βυθισμένος πλέον στο χάος της παρανοϊκής σχιζοφρένειας ο Χέρμπερτ θεωρούσε ότι αυτά τα γεγονότα δεν ήταν τυχαία για εκείνον και ότι του δημιουργούσαν ένα “χρέος” προς το σύμπαν, ένα χρέος να σκοτώσει για να προστατέψει.

Φωτογραφία από τον σεισμό του 1906.

Δολοφονίες-θυσίες

Το 1972, ο 25χρονος πλέον Herbert Mullin βρισκόταν ξανά στο πατρικό του στη Santa Cruz.

Οι φωνές στο κεφάλι του είχαν γίνει ακόμα περισσότερο επίμονες και αδιάκοπες. Του έλεγαν ότι ένας σεισμός επρόκειτο να απειλήσει σύντομα την Καλιφόρνια και ο μόνος τρόπος να το εμποδίσει αυτό είναι να σκοτώσει-θυσιάσει κάποιον άνθρωπο…

Στις 13 Οκτωβρίου του 1972 ο Mullin συνάντησε έναν άστεγο άντρα, τον 55χρονο Lawrence “Whitey” White, σε έναν απόμερο δρόμο και σταμάτησε δίπλα του προσποιούμενος ότι το αυτοκίνητό του έχει κάποια βλάβη. Όταν ο άνθρωπος πήγε να τον βοηθήσει, ο Χέρμπερτ τον ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ.

Υποτίθεται πως ο 55χρονος του είχε παρουσιαστεί ως ο βιβλικός Ιωνάς και του είχε πει -τηλεπαθητικά πάντα- ότι έπρεπε να τον σκοτώσει για να σωθούν άλλοι. Το πτώμα του άστεγου άντρα βρέθηκε την επόμενη μέρα, όμως κανένας δεν νοιάστηκε να ερευνήσει περισσότερο τι του συνέβη.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου του 1972, ο Herbert συνάντησε την 24χρονη Mary Guilfoyle που έκανε οτοστόπ. Χωρίς πολλή σκέψη την μαχαίρωσε μέχρι θανάτου, ενώ στη συνέχεια άνοιξε στα δύο το στομάχι του πτώματος και αφαίρεσε όλα τα όργανα πετώντας τα σε μια άκρη του δρόμου.

Αρχικά θεωρήθηκε ότι η κοπέλα ήταν θύμα του εξίσου παρανοϊκού κατά συρροή δολοφόνου Edmund Kemper, που δρούσε παράλληλα εκείνη την περίοδο στην Santa Cruz.

Τρίτο θύμα του, στις 2 Νοεμβρίου του 1972, ήταν ο 64χρονος ιερέας Henri Tomei. Ο Herbert τον επισκέφτηκε στην εκκλησία με την πρόφαση ότι ήθελε να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του. Μέσα στο εξομολογητήριο τον χτύπησε άγρια, τον μαχαίρωσε και έφυγε αφήνοντάς τον αιμόφυρτο να ξεψυχήσει. Μέσα στις παραισθήσεις του πίστευε ότι ο ιερέας είχε προσφερθεί εθελοντικά να θυσιαστεί ώστε να μην πλησιάσει ο σεισμός την περιοχή.

Κάποιος είδε έναν ψηλό μαυροντυμένο άντρα να βγαίνει γρήγορα από την εκκλησία, όμως οι περιγραφές του δεν βοήθησαν την αστυνομία να βρει τα ίχνη του δολοφόνου.

Εν τω μεταξύ, ο Herbert είχε αποφασίσει να μπει στο Σώμα Πεζοναυτών των ΗΠΑ και όλως παραδόξως κατάφερε να περάσει τα ιατρικά και ψυχολογικά τεστ. Τελικά όμως δεν έγινε δεκτός στο Σώμα όταν ανακάλυψαν ότι είχε “λερωμένο” το μητρώο του με μικροσυλλήψεις λόγω περίεργων και ταραχοποιών συμπεριφορών στο παρελθόν.

Η απόρριψη αυτή έριξε λάδι στη φωτιά της παράνοιας στο μυαλό του Herbert δημιουργώντας του ψευδαισθήσεις ότι υπήρχε συνωμοσία εναντίον του παρακινούμενη από μια ομάδα χίπηδων.

Κάπως έτσι οδηγήθηκε στο επόμενο θύμα του, τον παλιό του συμμαθητή Jim Gianera, ο οποίος του είχε πουλήσει παλιότερα χόρτο. Ο Herbert είχε πειστεί ότι η κάνναβη έφταιγε για την επιδείνωση της κατάστασής του και κάπως έπρεπε να πάρει εκδίκηση.

Στις 25 Ιανουαρίου του 1973 αναζήτησε τον παλιό του φίλο, όμως στο σπίτι που ήξερε ότι έμενε κατοικούσε πλέον η παλιά τους γνωστή Kathy Francis. Από εκείνη έμαθε τη νέα διεύθυνση του Gianera, πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και σκότωσε εκείνον και την γυναίκα του, Joan, πυροβολώντας τους στο κεφάλι. Στο τέλος έβαλε την τελική πινελιά μαχαιρώνοντας με μανία τα νεκρά σώματά τους.

Στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι της 30χρονης Kathy Francis και σκότωσε με τον ίδιο τρόπο εκείνη και τα δύο της παιδιά, τον 9χρονο Daemon και τον 4χρονο David. Ο άντρας της, που έλειπε εκείνη τη μέρα, ήταν έμπορος ναρκωτικών και θεωρήθηκε ότι ο λόγος που τους σκότωσε είχε να κάνει με αυτό.

Αργότερα βέβαια οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η δολοφονία της Kathy Francis αποδείκνυε ότι ο Mullin δεν μπορούσε να θεωρηθεί αθώος λόγω παραφροσύνης, αφού την σκότωσε ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες να τον συνδέσουν με τον φόνο του ζεύγους Gianera.

Περίπου έναν μήνα αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου του 1973, ο Herbert Mullin βρέθηκε στο εθνικό πάρκο Henry Cowell Redwoods της περιοχής. Εκεί συνάντησε τέσσερα νεαρά αγόρια που έκαναν κάμπινγκ. Αρχικά τα πλησίασε και τους έπιασε κουβέντα προσποιούμενος ότι ήταν φύλακας του πάρκου, ώσπου ξαφνικά έβγαλε απροκάλυπτα το όπλο του και τους σκότωσε έναν έναν.

Τα σώματά τους βρέθηκαν μια εβδομάδα αργότερα μέσα στην αιματοβαμμένη σκηνή τους. Ήταν οι 18χρονοι Robert Spector και David Oliker και οι 19χρονοι Brian Scott Card και Mark Dreibelbis.

Μέχρι τότε ο Herbert είχε ήδη διαπράξει και τον επόμενο και τελευταίο του φόνο. Στις 13 Φεβρουαρίου, ακολουθώντας για άλλη μια φορά τις φωνές στο κεφάλι του, σκότωσε τον 72χρονο Fred Perez, τον οποίο πέτυχε απλά στον δρόμο του να κουρεύει το γρασίδι του σπιτιού του. Η παρορμητική του αυτή κίνηση μέσα στο μεσημέρι με αρκετούς μάρτυρες τριγύρω σήμανε και το τέλος της δολοφονικής του παράνοιας. Ο Herbert Mullin συνελήφθη μέσα στα επόμενα λεπτά.

Δίκη & γνωμάτευση

Μέσα σε τέσσερις μήνες είχε διαπράξει χωρίς ενδοιασμούς 13 δολοφονίες, τις οποίες ομολόγησε αρκετά γρήγορα. Στο μικρό διαμέρισμά του βρέθηκε μια Βίβλος, η βιογραφία του Einstein, ένα καρνέ με την διεύθυνση του Gianera, το όπλο του και αποκόμματα εφημερίδων που ανέφεραν τους φόνους του.

Οι γιατροί που τον εξέτασαν έμειναν έκπληκτοι από τα τατουάζ που είχε πάνω του, το περιεχόμενο των οποίων (“Legalize Acid” – “Eagle Eyes Marijuana”, “birth”, “Mahashamadhi”, “Kriya Yoga””) δεν ταίριαζε σε έναν τύπο τόσο ευπαρουσίαστο που έβγαζε μίσος για τους χίπηδες.

Η δίκη του ξεκίνησε στις 30 Ιουλίου του 1973. Ο Χέρμπερτ μιλούσε ακατάπαυστα για τις αλλόκοτες θεωρίες του και συχνά επίσης τις κατέγραφε, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να δηλώσει αθώος λόγω παραφροσύνης.

Κατηγορούσε ακόμα και τους γονείς του ότι συνωμοτούσαν εναντίον και του έδιναν διαταγές τηλεπαθητικά, ενώ τους παρουσίαζε ως δυνάστες που συν τις άλλοις του είχαν στερήσει την εμπειρία του σεξουαλικού οργασμού μεταξύ τους…

Υποστήριζε ότι οι δολοφονίες του ήταν ουσιαστικά θυσίες που έπρεπε να γίνουν και ήταν ο λόγος που αυτό το διάστημα δεν είχε γίνει κάποιος σεισμός στην περιοχή. Έλεγε επίσης ότι όλα τα θύματά του είχαν προσφερθεί από μόνα τους να θυσιαστούν επικοινωνώντας μαζί του τηλεπαθητικά.

“Κάθε άνθρωπος επικοινωνεί τηλεπαθητικά, απλά η κοινωνία δεν το αποδέχεται.” 
“Αν φτιάξεις ένα χρονολόγιο με τους πολέμους και τους λιμούς που έχουν γίνει στον κόσμο και το συγκρίνεις με τη λίστα των μεγάλων σεισμών της ιστορίας, θα δεις ότι όταν μειώνεται ο αριθμός των σεισμών, τότε το ποσοστό θνησιμότητας ανεβαίνει.”

Οκτώ ημέρες μετά την σύλληψη του Mullin, έγινε ένας δυνατός σεισμός στις νότιες ακτές της Καλιφόρνια, που προκάλεσε αρκετούς τραυματισμούς και ζημιές 1.000.000 δολαρίων.

Οι ψυχίατροι επιβεβαίωσαν ότι ο Herbert Mullin ήταν πράγματι ένας παρανοϊκός σχιζοφρενής, γεγονός που εξηγεί όλα τα συμπτώματα που βίωνε: ακουστικές παραισθήσεις, αποσπασματική σκέψη, ψευδαισθήσεις μιας ψυχικής ανωτερότητας του εαυτού του, η πεποίθηση ότι απειλείται από κάποια συνωμοσία. Οι διαγνώσεις από τα πολλά ιδρύματα που είχε περάσει, οι θεωρίες του και η μονίμως αλλόκοτη συμπεριφορά του έδειχναν έναν άνθρωπο βαθιά άρρωστο.

Το ερώτημα λοιπόν ήταν: είχε αντίληψη των πράξεων του, του τι είναι σωστό και λάθος ή θα έπρεπε πράγματι να μην καταδικαστεί λόγω της ψυχικής του ασθένειας;

Την απάντηση στους δικαστές την έδωσε ουσιαστικά ο ίδιος ο Mullin χωρίς να το θέλει. Κάποια στιγμή αποκάλυψε ότι οι φωνές στο κεφάλι του του έλεγαν και να αυτοκτονήσει, όμως δεν ήθελε να το κάνει. Αν όμως δεν μπορούσε όντως να αντισταθεί στις φωνές, όπως υποστήριζε ως τότε, θα έπρεπε ακόμα και “παρά την θέλησή του” να είχε ήδη αυτοκτονήσει.

Εκείνος απάντησε τότε ότι είχε αγνοήσει τις φωνές και μια φορά που του είπαν να σκοτώσει, γιατί ένιωθε άσχημα. “Πήρα ένα μήνυμα τον Δεκέμβριο (από τις φωνές), αλλά δεν το έκανα. Δεν ήθελα να σκοτώνω άλλο, σκεφτόμουν ότι δεν είναι σωστό.” 

Αυτή η φράση του ήταν καίριας σημασίας, αφού έπεισε τους δικαστές ότι ο Mullin δεν ακολουθούσε ρομποτικά εντολές, αλλά έστω και παρορμητικά επέλεγε πότε θα δράσει. Και το κυριότερο, ήταν προφανές ότι είχε την αντίληψη ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος, απλά το δικαιολογούσε.

Ναι, ήταν πραγματικά σοβαρά ψυχολογικά άρρωστος, αλλά αυτό δεν τον καθιστά άμεσα και παράφρονα νομικά και το μοτίβο της δολοφονικής δράσης του το επιβεβαίωνε.

Με βάση αυτό, στις 19 Αυγούστου του 1973, ο 25χρονος Herbert Mullin κρίθηκε ένοχος χωρίς ελαφρυντικά και καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. 
Μέχρι σήμερα, 72 πλέον ετών, βρίσκεται στις φυλακές Mule Creek της Καλιφόρνια και κάθε αίτηση του για υπό όρους αποφυλάκιση έχει απορριφθεί. 

 

________________________

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.