Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1921 στη Νάξο και ήταν το έκτο από τα 9 παιδιά της οικογένειας των Στέφανου Καμπανέλλη και Αικατερίνης Λάσκαρη. 

Από τα παιδικά χρόνια ως το ΄40

Από πολύ μικρός ο Ιάκωβος παρουσίασε μια κλίση στη λογοτεχνία ενώ κατά τα σχολικά χρόνια εξερεύνησε το δαίμονα του θεάτρου όταν αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το δώρο που του έκαναν, το Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα, και να το ανεβάσει σε σκηνοθεσία δική του, με παραστάσεις καθ’όλη την διάρκεια του καλοκαιριού.

Δείτε επίσης: Πηνελόπη Δέλτα – Η πολυτάραχη ζωή της συγγραφέα των παιδικών μας χρόνων

Το 1934 στο γυμνάσιο γνώρισε τον Μανώλη Γλέζο, με τον οποίο παρέμεινε αχώριστος φίλος του μέχρι το τέλος.

Ωστόσο, μετά τις δύο πρώτες τάξεις τα έντονα βιοποριστικά προβλήματα της οικογένειας, χωρίζουν τους 2 φίλους για λίγο, αφού η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Μεταξουργείο.

Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας παρόλα αυτά δεν βελτιώθηκε σημαντικά γι’αυτό ο Ιάκωβος εργάζεται τα πρωινά και παρακολουθεί τα απογεύματα τη νυχτερινή Σιβιτανίδειο Σχολή με σκοπό να αποφοιτήσει ως σχεδιαστής τεχνικού σχεδίου.

Παράλληλα, προσπαθεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις του διαβάζοντας βιβλία, κυρίως λογοτεχνίας και ιστορίας, για να ανακαλύψει τόσο την ανθρώπινη περιπέτεια όσο και τα μυστικά της γραφής.

Την ίδια εποχή, ήρθε σε επαφή με αρκετούς συνομηλίκους του που αργότερα παρουσίασαν λογοτεχνικές ανησυχίες, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Κώστας και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Δημήτρης Χριστοδούλου και ο Ρένος Αποστολίδης.

Η ζωή του, μπορεί να πει κανείς, κυλούσε ομαλά παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια. Όλα αυτά όμως αποτέλεσαν παρελθόν για εκείνον με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Από την Αθήνα ως το Mauthausen

Ήταν δεν ήταν 20 χρονών όταν τα πρώτα σημάδια της Γερμανικής Κατοχής ήταν εμφανή στην χώρα μας. Έτσι, σχεδιασε μαζί μ’ ένα φίλο του την απόδραση από το κακό.

Αρχικά τα πλάνα τους εστίαζαν στη Μέση Ανατολή, επειδή όμως χρειάζονταν ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό, κατέληξαν στην Κεντρική Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελβετία μέσω Αυστρίας.

Για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στα έξοδα μετακίνησης, είχαν πάρει μαζί τους τσιγάρα για να τα πουλήσουν και σκοπεύαν παράλληλα να κάνουν δουλειές του ποδαριού, ώστε να μπορέσουν να φτάσουν τελικά στην Ελβετία.

Κυκλοφορώντας από χώρα σε χώρα με πλαστά χαρτιά, το σχέδιό τους απέδωσε μέχρι την Βιέννη, όπου διέμειναν ένα μικρό διάστημα και πουλήσαν τα τσιγάρα. Ο φίλος του όμως, φοβούμενος την συνέχεια, μετάνιωσε και επέστρεψε στην Ελλάδα, αφήνοντας τον Ιάκωβο μόνο του να κάνει το τελευταίο ταξίδι του πλάνου τους.

Η τόλμη του δεν στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, παρότι ήταν τόσο κοντά. Επιβιβάστηκε στο τρένο για Ελβετία με μεγάλη αισιοδοξία αλλά στον σταθμό του Innsburg συνελήφθη και μεταφέρθηκε πίσω στη Βιέννη προς ανάκριση, ως κατηγορούμενος για πολιτικά εγκλήματα. Αφότου έγινε η ανάκριση, εστάλη στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντώσεως Mauthausen.

Στο Mauthausen έμεινε ως τις 5 Μαΐου 1945, την ημέρα δηλαδή που το στρατόπεδο απελευθερώθηκε από τον αμερικανικό στρατό. Όλο αυτό το διάστημα υπεβλήθη σε σωρεία βασανιστηρίων και καταναγκαστικών έργων.

Το μαρτυρικό πεδίο, έμελλε να αποτυπώσει στην ψυχοσύνθεσή του όλες τις σκληρές και απάνθρωπες εικόνες, τις οποίες αργότερα μετέφερε στα έργα του με γλαφυρότητα.

Με την απελευθέρωση του στρατοπέδου, οι Έλληνες και Ελληνοεβραίοι συγκρατούμενοί του τον όρισαν αντιπρόσωπό τους στη Διεθνή επιτροπή που φρόντιζε την ανάρρωσή τους και την επιστροφή στις πατρίδες τους.

Έτσι, αποδεχόμενος την τιμή, έφυγε τελευταίος από το Mauthausen, τον Αύγουστο του 1945, αφού είχε εξασφαλίσει την επιστροφή όλων. Όταν έφτασε στην Ελλάδα, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ζωντανός, τον είχαν ξεγράψει, νόμιζαν πως δεν θα τον ξαναδουν ποτέ.

Από τους 1.100 Έλληνες που κρατηθήκαν στο Mauthausen, επέστρεψαν στην Ελλάδα μόλις λίγες εκατοντάδες.

Η πρώτη επαφή με το θέατρο

Με την επιστροφή του στην Αθήνα, που μόλις είχε κι αυτή απελευθερωθεί από τον ζυγό των Γερμανών και βρισκόταν υπό την επήρεια έντονων πολιτικών αναταραχών, αναζητούσε την διαφυγή του νου. Όλα αυτά που έζησε ήθελε να τα αφήσει πίσω και να προχωρήσει στην ζωή του.

Στην αναζήτηση αυτή και τελείως συμπτωματικά, προέκυψε η εμπλοκή του με το θέατρο. Και μπορεί η ιστορία του να μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα ωστόσο είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Περιμένοντας μια κοπέλα έξω από το θέατρο, όπου είχαν δώσει ραντεβού, και στην συνειδητοποίηση ότι αυτή η κοπέλα δεν πρόκειται να έρθει σύντομα, μπήκε στο φουαγιέ για να ζεσταθεί.

Όταν κατάλαβε όμως πως η κοπέλα δεν πρόκειται να έρθει ποτέ, πήρε ένα εισητήριο για την παράσταση τα Καπνοτόπια, την παρακολούθησε και συγκλονίστηκε!

Πώς εγώ, που γύρισα από ένα εφιαλτικό σκηνικό, όπου κάθε μέρα ήμουνα μελλοθάνατος κι έβλεπα γύρω μου νεκρούς, μπόρεσα να συγκλονιστώ από ένα ψέμα, που είναι το θέατρο!

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, που δεν σκόπευε να παρακολουθήσει κάποια παράσταση, από ένα ατυχές ραντεβού, βρέθηκε αγκαλιά με την επιθυμία να ασχοληθεί με το θέατρο.

Μαγεμένος οδηγείται στις δραματικές σχολές, όπου διαπιστώνει ότι στερούμενος των τυπικών προσόντων, αφού του έλειπε το απολυτήριο γυμνασίου, δεν μπορεί να φοιτήσει ως ηθοποιός, γεγονός που τον έστρεψε στη συγγραφή θεατρικών έργων.

Το 1946, διορίζεται ως γραφέας στο τότε Υπουργείο Αεροναυπηγικής.

Το πρώτο του έργο ήταν το Άνθρωποι και ημέρες που παρέμεινε ανέκδοτο και εγκαινίασε  τη μακριά πορεία του στη θεατρική σκηνή με το Χορός πάνω στα στάχυα, που ανέβηκε από τον θίασο του Αδαμάντιου Λεμού το 1950.

Ακολούθησαν τα έργα: Ο κρυφός ήλιοςΟ μπαμπάς ο πόλεμοςΟδυσσέα γύρισε σπίτι, καθώς επίσης και τα μονόπρακτα: Η οδός και Ο γορίλας και η ορτανσία.

Το έργο που τον έκανε γνωστό στο εξωτερικό

Η παρουσία του πίσω από την κουίντα, τον έφτασε σε συνεργασία με το ραδιόφωνο της ΕΙΡ, για το οποίο έκανε διασκευές παγκοσμίως γνωστών θεατρικών έργων. Το 1954 στους διαδρόμους της ΕΙΡ γνωρίζει την πρωτοεμφανιζόμενη τότε Μελίνα Μερκούρη, η οποία του ζητάει να δημιουργήσει ένα πρωτότυπο έργο για να παρουσιαστεί στο Θέατρο Ρέξ τον επόμενο χειμώνα.

Ο Καμπανέλλης εμπνέεται από εκείνη και την Στέλλα με τα κόκκινα γάντια, ένα έργο που είναι εμπνευσμένο δραματουργικά από το μύθο της Κάρμεν. Το έργο συνεπήρε τους συντελεστές, ματαίωσαν την προγραμματισμένη παράσταση και το μετέφεραν απευθείας στον κινηματογράφο με τον τίτλο Στέλλα, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία.

Η προβολή της ταινίας Στέλλα στα διάφορα ξένα φεστιβάλ κινηματογράφου κάνει γνωστούς όλου τους συντελεστές της διεθνώς και ο Καμπανέλλης γίνεται πρώτο όνομα στην Ελλάδα.

Η ταινία ήταν η πρωτη ελληνική υποβολή για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας του 1956, ωστόσο δεν επιλέχθηκε αλλά διακρίθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας το 1956 όπως και με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1960.

Από τον Δράκο στο Παραμύθι χωρίς όνομα

Εκμεταλλευόμενος την μεγάλη επιτυχία της Στέλλας, το ίδιο έτος γράφει ένα νέο σενάριο για την ταινία Ο δράκος η οποία γυρίστηκε σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου και θεωρήθηκε ταινία-σταθμός στην ιστορία του νεοελληνικού κινηματογράφου.

Στα τέλη του ίδιου έτους πρότεινε στο Εθνικό Θέατρο το επόμενο δημιούργημά του Η έβδομη μέρα της δημιουργίας, σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη, ένα έργο που επισφράγισε την αναγνώριση του ταλέντου του.

Οι πόρτες του Εθνικού άνοιξαν διάπλατα, αγκάλιασαν το έργο του και υποδέχτηκαν τις πολυάριθμες επευφημίες και τις θετικές κριτικές του κοινού.

Ακολούθησε ακόμα μια επιτυχία το 1957 με το θεατρικό έργο Αυτός και το Παντελόνι του που ανέβηκε το Θέατρο Τέχνης, μαζί με 2 μονόπρακτα των Luigi Pirandello και Anton Chekhov, και πραγματοποίησε τις 5πλάσιες από τις προγραμματισμένες παραστάσεις.

Το ίδιο έτος ανέβηκε στην ίδια σκηνή Η αυλή των θαυμάτων, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, μια παραγωγή που θεωρήθηκε καλλιτεχνικό γεγονός και καθιέρωσε πλέον τον Καμπανέλλη ως αναμορφωτή της δραματουργίας στην Ελλάδα.

Η απήχηση του έργου οδήγησε στην ανανέωση της συνεργασίας του με τον Κουν και για την επόμενη σεζόν, παρουσιάζοντας συνολικά 182 παραστάσεις.

Αφού πλέον είχε κατακτήσει τον χώρο του θεάματος, αποφάσισε να κάνει αίτηση στο Εθνικό με κάποια έργα του, ωστόσο του τα απέρριψαν όλα. Ωστοσο δεν το έβαλε κάτω, δεν απογοητεύτηκε. Συνέχισε να παράγει εξαιρετικά έργα που ανέβασαν κι άλλο την φήμη του.

Το 1959 ανέβασε σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν το θεατρικό έργο Η ηλικία της νύχτας, χωρίς όμως την αναμενόμενη ανταπόκριση από το κοινό. Ίσως επειδή το συγκεκριμένο ήταν τόσο διαφορετικό από τα προηγούμενα και η πολιτική διάσταση που παρουσίαζε δεν άρεσε στους περισσότερους.

Καλλιτέχνης είναι αυτός που επιδιώκει να κάνει το ωραίο, το καλύτερο.

Ο συγγραφέας δεν πτοήθηκε από αυτό και συνέχισε την δημιουργική του δράση. Μετά από πρόταση της Μαρίας Αλκαίου και του Βασίλη Διαμαντόπουλου αποφασίζει να διασκευάσει για τα εγκαίνια του Θεάτρου τους το Παραμύθι χωρίς όνομα, το παιδικό του όνειρο που πίστευε πως έπρεπε πια να κάνει πραγματικότητα.

Η σκηνική πειραματική παρουσίαση, παρά τους εξαιρετικούς συντελεστές της και τη συμβολή του Μάνου Χατζιδάκι στη μουσική, λόγω της πολιτικής έξαψης της περιόδου απορρίφθηκε ομόφωνα και κατέβηκε.

Ο Καμπανέλλης δεν μπορούσε να δεχτεί αυτή τη δεύτερη αποτυχία και μετοικησε στο Λονδίνο μέχρι το 1962. Από εκεί μετέβη στην Κύπρο και επέστρεψε στην Αθήνα την άνοιξη του 1963.

Ωστόσο, Η αυλή των θαυμάτων και το Παραμύθι χωρίς όνομα, εν καιρώ αναδείχθηκαν ως τα δύο πιο αγαπητά και πολυπαιγμένα θεατρικά του.

Η επόμενη δημιουργική περίοδος

Έχοντας αναθεωρήσει τις καλλιτεχνικές και θεατρικές τάσεις, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, δοκίμασε να δημιουργήσει μια λαϊκή λυρική όπερα, με την βοήθεια του Μίκη Θεοδωράκη, την οποία πρότεινε στο Θέατρο Ρεξ ως το έργο Συνοικία των Αγγέλων με πρωταγωνίστρια την Τζένη Καρέζη.

Το κοινό εκτίμησε δεόντως το έργο και κυρίως τα τραγούδια, τα οποία αποτελούν ακόμη και σήμερα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου του λαϊκού τραγουδιού.

Το επόμενο έτος συνεργάστηκε με το Αμερικανικό τηλεοπτικό κανάλι NBC για το σενάριο του έργου Η Ελλάδα της Μελίνας και παράλληλα ξεκίνησε συνεργασία με την Εφημερίδα Ελευθερία.

Στο μεσοδιάστημα αποφασίζει να κυκλοροφήσει το πρώτο του βιβλίο στο οποίο θα αποτύπωνε την εμπειρία του στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Το χρονικό του, Μαουτχάουζεν κυκλοφόρησε αρχικά από τις εκδόσεις Θεμέλιο και αργότερα από τις εκδόσεις Κέδρος, έγινε αμέσως εκδοτική επιτυχία και με τις συνεχείς επανεκδόσεις μέχρι σήμερα, αποτελεί επίτευγμα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας.

Η απήχηση του βιβλίου τον οδήγησε το 1965 στην στιχουργία των 4 τραγουδιών της Τριλογίας του Μαουτχάουζεν, σε μελοποίηση Μίκη Θεοδωράκη.

Ο Θεοδωράκης, ο οποίος είχε φυλακιστεί και ο ίδιος κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής σε γερμανικές και ιταλικές φυλακές, επένδυσε με όμορφες και αξέχαστες μελωδίες τα συγκινητικά ποιήματα του Καμπανέλλη, με αποτέλεσμα να γίνουν παγκοσμίως γνωστά και να παρουσιάζονται με μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έως σήμερα.

Τα χρόνια της δικτατορίας

Από το 1965 έως το 1969, την περίοδο της δικτατορίας, η λογοκρισία κόβει τα φτερά της ελεύθερης έκφρασης. Κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα αναστέλλεται και ο Καμπανέλλης αποφασίζει αρχικά να σιωπήσει, όπως οι περισσότεροι, και πραγματοποιεί συνεργασία με την εφημερίδα Ανένδοτος, για περίπου ένα χρόνο.

Αφού έληξε κι αυτή η συνεργασία, και με τις ισχύουσες συνθήκες να τον προτρέπου να αφήσει στην άκρη την θεατρική σκηνή, αφιερώνει τον χρόνο του στον κινηματογράφο.

Γράφει το σενάριο για την ταινία Κορίτσια στον Ήλιο σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη και ακολούθησε η ταινία Το κανόνι και ο κούκος σε σενάριο δικό του και σκηνοθεσία του ίδιου και του αδερφού του, για την οποία τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Η καλλιτεχνική σιωπή του διεκόπη το 1970 με το έργο Αποικία των τιμωρημένων, μια διασκευή του διηγήματος του Franz Kafka, που ανέβηκε στην Πειραματική Σκηνή της Πόλης, της Μαριέττας Ριάλδη.

Δείτε επίσης: Franz Kafka – Ο μεγάλος “αιματολόγος” του πολιτισμού

Το θέατρο όμως περνούσε δύσκολες ώρες, αφού η δικτατορική αστυνομία παρακολουθούσε κάθε παράσταση και ασκούσε λογοκρισία που ακρωτηρίαζε ανελέητα σχεδόν όλα τα κείμενα.

Έτσι, το 1973, το επόμενο έργο του Καμπανέλλη που ανέβηκε, περιέκλειε την μεγαλύτερη επαναστατική δημιουργία. Το μεγάλο μας τσίρκο, η συγκλονιστική αυτή παράσταση, ήταν αποτέλεσμα επίπονων προσπαθειών του Καμπανέλλη σε συνεργασία με τον θίασο Καρέζη – Καζάκου, που με τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, δημιούργησε μία ψευτοκωμωδία με αρκετά συγκαλυμμένη σάτιρα η οποία κατάφερε μετά από πολλές ενέργειες να ξεγελάσει τα όργανα της εξουσίας.

Κατά την διάρκεια της πρεμιέρας το κρυμμένο μήνυμα ενώ προσπέρασε τους λογοκριτές, κατέλαβε το κοινό το οποίο εκδηλώθηκε αναλόγως με αποτέλεσμα την επέμβαση της αστυνομίας και την διακοπή του έργου. 

Η παράσταση κατέληξε να λάβει την μορφή επαναστατικής και αντιδικτατορικής εκδήλωσης-διαμαρτυρίας, αφού ύστερα από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την σύλληψη της  Καρέζη και του Καζάκου οι παραστάσεις συνεχίστηκαν στο θέατρο Ακροπόλ. Εκεί δεν έπαψαν να δέχονται τις επικριτικές παρεμβάσεις των Αρχών και δεδομένων των συνθηκών, κάθε φορά που τους έκοβαν μία σκηνή, την επόμενη μέρα παρουσιάζονταν ξανά.

Από τον ίδιο θίασο ανέβηκαν στην συνέχεια τα έργα Το κουκί και το ρεβύθι και Ο εχθρός λαός, τα οποία είχαν τον ίδιο σκοπό και ανήγαγαν τον Καμπανέλλη σε σύμβολο αντίστασης του φασισμού πάσης φύσεως.

Το 1975 συνεργάστηκε επίσης, για σύντομο χρονικό διάστημα, με την εφημερίδα Τα Νέα.

Από τα τέλη ’70 ως το τέλος της ζωής του

Αφού παρουσίασε πολλά πολυπρόσωπα σενάρια, ακολούθησε το έργο Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα, που περιλαμβάνει τέσσερα μονόπρακτα: Ο πιστός άνθρωπος, Ο πανηγυρικόςΟ άνθρωπος και το κάδρο και Η γυναίκα και ο Λάθος, τα οποία σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν. 

Το 1978 ξεκινά την έκδοση των απάντων του σε σειρά τόμων με τον τίτλο Θέατρο. Από τη σειρά αυτοί εκδόθηκαν 9 πρώτοι τόμοι (Α-Θ), με θεατρικά κείμενα, φωτογραφικό υλικό και ανθολόγιο κριτικών για τις παραστάσεις.

Την ίδια περίοδο ανεβαίνει από τον Κάρολο Κουν η παράσταση Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού στο Θέατρο Τέχνης και 2 χρόνια μετά ανέβηκε στον ίδιο χώρο Ο μπαμπάς ο πόλεμος, ένα έργο που γράφτηκε το 1952, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.

Το 1981 ανέλαβε τη Διεύθυνση Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1987, όταν και μετατέθηκε στην αντιπροεδρία της ΕΡΤ. Από αυτή τη προσπάθησε να βελτιώσει τα ψυχαγωγικά προγράμματα, βρισκόμενος όμως σε αντικρουόμενα πλαίσια, παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο.

Έχοντας αποστασιοποιηθεί από το θέατρο για 8 χρόνια, κάνει δυναμική επιστροφή στο Εθνικό Θέατρο, ανεβάζοντας το έργο Ο Αόρατος θίασος, σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. 

Ακολουθούν το 1991 το έργο Ο δρόμος περνά από μέσα στο οποίο παρουσιάζει του προβληματισμούς του για την διαφθορά και του συσχετισμούς με το συναίσθημα ενώ το 1993 η τριλογία Ο Δείπνος (Γράμμα στον ΟρέστηΟ ΔείπνοςΠάροδος Θηβών) ανέδειξε έναν νέο κύκλο έργων του, πειραματικού χαρακτήρα, που ο ίδιος αποκαλούσε Σπουδές και Απόπειρες.

Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε με το έργο Στη Χώρα Ιψεν, όπου επανερμηνεύει το έργο του Ibsen Βρυκόλακες και λαμβάνει τη θερμότερη υποδοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Ίψεν στο Όσλο.

Τα επόμενα έργα που ανέβασε ήταν Η τελευταία πράξηΜια συνάντηση κάπου αλλούΜια Κωμωδία και Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά. 

Από τα τέλη του ’90 ως το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε περισσότερο με την μετάδοση της γνώσης και την ανάδειξη του πολιτισμού.

Σημείο αναφοράς αποτελεί το γεγονός ότι ενώ δεν είχε ολοκληρώσει ούτε την βασική του εκπαίδευση αναγνωρίστηκε το ταλέντο του και οι αξίες του καλλιτέχνη και για το σύνολο της προσφοράς του, όχι μόνος ως συγγραφέα αλλά και ως ευαισθητοποιημένου πολίτη, τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις και αναγορεύθηκε επίτιμος δημότης πολλών πόλεων.

Εκλέχτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κύπρου, της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ και του τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εξελέγη παμψηφεί και αναγορεύθηκε Ακαδημαϊκός, εγκαινιάζοντας την έδρα του Θεάτρου στην Ακαδημία Αθηνών.

Το 1999 συνέβαλε στην κίνηση αποκέντρωσης της καλλιτεχνικής αγωγής, υποστηρίζοντας την ιδέα του ηθοποιού Δημήτρη Παπαγιάννη και του Λάμπρου Μίχου, Δημάρχου Δήμου Αγίας Βαρβάρας, για την ίδρυση της πρώτης Δημοτικής Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης.

το 2000 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του τάγματος του Φοίνικα ενώ Από το 2003 έως το 2007 διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής των Εφήβων.

Κι αφού διένυσε αυτή τη λαμπρή πορεία, ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας έριξε την τελευταία αυλαία στις 29 Μαρτίου 2011, λίγες μέρες μετά την εκδημία της γυναίκας του.


Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης συνείσφερε τα μέγιστα ώστε το νεοελληνικό θέατρο να βρει τον ηθογραφικό χαρακτήρα, την επιθεώρηση, τον κοινωνικό ρεαλισμό, τον ποιητικό συμβολισμό, τη σάτιρα και την αφαίρεση.

Θεωρείται πατριάρχης του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου και είναι ο κύριος εκφραστής της κοινωνίας μας για το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Δίχως συζήτηση είναι από τους σπουδαιότερους δραματουργούς της εποχής του.

Τα θεατρικά του έργα υπερβαίνουν τα 40, διδάχτηκαν και διδάσκονται από όλους σχεδόν τους σκηνοθέτες και έχουν παιχτεί από τις κρατικές σκηνές της Ελλάδας, της Κύπρου όπως και από ιδιωτικούς θιάσους.

Τα κείμενα του έχουν μεταφραστεί και παιχτεί στις ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σουηδία, Ρουμανία. Βουλγαρία, Νορβηγία, Λιθουανία, Τουρκία, Ισραήλ, Αυστραλία και Κίνα.

 

Μάλιστα, η Γαλλική έκδοση του Mauthausen, τιμήθηκε με το σημαντικό βραβείο μεταφρασμένης λογοτεχνίας Prix du Livre Etranger 2020 France Inter – Le Journal du Dimanche.

Εκτός από θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, υπήρξε και στιχουργός. Έγραψε τραγούδια που συνέβαλαν στην εξέλιξη του νεοελληνικού τραγουδιού, έγιναν επιτυχίες και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα. Παράλληλα, μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του αφιέρωσε επίσης στο Ραδιόφωνο με πλήθος εκπομπών ως συγγραφέας και παραγωγός, με πρωτότυπα θέματα ή διασκευές λογοτεχνικών – θεατρικών έργων.

Μετά το θάνατο του δημιουργήθηκε το Αρχείο Καμπανέλλη, το site www.kambanellis.gr και το Θεατρικό Μουσείο Ιάκωβος Καμπανέλλης στη Νάξο, στο οποίο υπάρχουν κειμήλια, έγγραφα και πολλά ακόμα αποκλειστικά εκθέματα, ενώ επίσης διοργανώνονται σεμινάρια με θέμα το θέατρο.

Κοινοποιήστε
ΠΗΓΗkambanellis.gr
Απόφοιτη ΙΕΚ Οικονομίας & Διοίκησης, με συμμετοχές σε πολλά σεμινάρια ποικίλου ενδιαφέροντος και κατευθύνσεως. Έχει λάβει το πρώτο βραβείο ποίησης στην Θεσσαλία, σε μαθητικό διαγωνισμό. Δραστηριοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, ως ραδιοφωνική παραγωγός, αρθρογράφος καλλιτεχνικών ειδήσεων και ερασιτέχνης ηθοποιός. Θρέφει μεγάλη αγάπη για τις τέχνες, την φύση, την φιλοσοφία και την ψυχολογία ενώ αφιερώνει αρκετό χρόνο σε θέματα κοινωνικής και ιστορικής φύσεως. Αγαπημένη της ερώτηση: Γιατί; Αγαπημένο μότο: Αξίζει να βρίσκεις λόγους να γελάς