Είναι πραγματικά αδύνατο σε ένα μόνο κείμενο να χωρέσουν και να περιγραφούν επαρκώς όλα τα γεγονότα και οι μαρτυρίες γύρω από τη μεγαλύτερη τραγωδία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που την διαμόρφωσε έκτοτε και καταλυτικά.

Τα βιβλία που έχουν γραφτεί, οι μαρτυρίες αυτόπτων επιζώντων είναι κάτι παραπάνω από συγκλονιστικά. Γεγονότα που όποιος δεν έζησε, με δυσκολία μπορεί πραγματικά να διανοηθεί.

Η τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922 δεν είναι όμως μόνο η αιματηρή μέρα αυτή της επετείου της Καταστροφής της Σμύρνης και της τελικής σφαγής του ελληνικού πληθυσμού. Δεν είναι καν ένα γεγονός μόνο των εβδομάδων της μικρασιατικής εκστρατείας, ούτε μόνο της επέλασης του κεμαλικού στρατού εκείνους τους μοιραίους μήνες του 1922. Χρόνια πλανώνται τα ερωτήματα και οι αναλύσεις για το “πώς χάσαμε τη Μικρά Ασία” ξεχνώντας μάλλον να αναρωτηθούμε… “την κερδίσαμε ποτέ;”.

Η Μικρασιατική καταστροφή, η σφαγή και γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων δεν ήρθε μόνο εξαιτίας του αδίστακτου Κεμάλ και των σοβιετικών και ευρωπαϊκών του συμμάχων, αλλά ήρθε και ως αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών της Ελλάδας στη διεθνή σκακιέρα μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιστορικοί και αυτόπτες μάρτυρες της εποχής αναφέρουν χαρακτηριστικά πως η Μικρά Ασία πουλήθηκε

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν με σχετική συντομία να ανατρέξουμε σε όλη τη σειρά των γεγονότων που οδήγησαν στην ημέρα της τελικής καταστροφής.

Το χρονικό πίσω από την πτώση της Μικράς Ασίας

Μετά την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτος και μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους η Ελλάδα ανακτούσε σταδιακά τα καταπατημένα εδάφη της και η αιώνια αντίπαλη Οθωμανική Αυτοκρατορία έχανε όλο και περισσότερα. Μέχρι και την υπογραφή της προνομιακής για την Ελλάδα Συνθήκης των Σεβρών, η χώρα φαινόταν να έχει μια σταθερή εθνική άνοδο.

Δείτε επίσης: Συνθήκη των Σεβρών – Η ιστορική συμφωνία για την Ελλάδα που δεν εφαρμόστηκε ποτέ

Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας Κομβικό σημείο της αρχής του τέλους ήταν όμως οι εκλογές του 1920, όταν ο θριαμβευτής της Συμφωνίας Ελευθέριος Βενιζέλος ηττήθηκε εκλογικά και εγκατέλειψε την χώρα. Η νέα κυβέρνηση της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης διεξήγαγε το περίφημο νόθο δημοψήφισμα του 1920 και έφερε έτσι πίσω στη χώρα τον φιλογερμανό βασιλιά Κωνσταντίνο. Αυτό το γεγονός καθόρισε σημαντικά την ελληνική συντριβή στην Μικρά Ασία.

Οι ως τότε Σύμμαχοι Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία αντέδρασαν στην παρουσία του επίσης εχθρικού απέναντί τους βασιλιά και πάγωσαν κάθε οικονομική βοήθεια που είχαν συμφωνήσει με την Ελλάδα, ενώ βρήκαν την αφορμή να αρνηθούν την συμμετοχή και στήριξή τους στην εκστρατεία εναντίον του Κεμάλ. Σε καμία περίπτωση δεν θα θυσίαζαν φυσικά έναν πόλεμο για το όνειρο μιας “Μεγάλης Ελλάδας”, παρόλο που όλοι ήθελαν οπωσδήποτε την οριστική πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Στο μεταξύ και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις άλλαξαν χέρια εκείνη την περίοδο και πιο φιλότουρκοι ηγέτες βρέθηκαν στο προσκήνιο. Γαλλία και Ιταλία λίγο αργότερα συνεργάστηκαν με τον Κεμάλ προμηθεύοντας τον τουρκικό στρατό με πολεμικό υλικό. Ο Κεμάλ προχώρησε και σε μυστική συμφωνία με τους Γάλλους, τη Συνθήκη της Αγκύρας του 1921, ακυρώνοντας την Συνθήκη των Σεβρών και κερδίζοντας άφθονο πολεμικό υλικό από τους Ευρωπαΐους.

Στενός συνεργάτης του Κεμάλ ήταν φυσικά και η κομμουνιστική κυβέρνηση του Λένιν, που στήριξε στρατιωτικά τον πόλεμο της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας. Οι Μπολσεβίκοι συμμετείχαν ενεργά παραχωρώντας στους Τούρκους πολύτιμο εξοπλισμό με επιθυμητό κέρδος τον έλεγχο περιοχών που θα τους έδινε ο Κεμάλ μετά τον αφανισμό των Ελλήνων. 

Με τις αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό και τον κεμαλικό κίνδυνο να διογκώνεται, η Ελλάδα έμεινε πλέον ξανά μόνη της να αντιμετωπίσει το ήδη προχωρημένο ζήτημα της εξόντωσης του ελληνισμού της Ανατολίας. Ήδη είχε προηγηθεί η γενοκτονία των Ποντίων το 1919, ενώ καθ’ όλη την περίοδο που μεσολάβησε μέχρι το ολοκαύτωμα της Σμύρνης, οι Τούρκοι προέβαιναν σε βίαιους διωγμούς των Ελλήνων χριστιανών κατοίκων, φρικτά βασανιστήρια, μαζικές εκτελέσεις και εξάντληση σε κακουχίες (τάγματα εργασίας, πορείες θανάτου κτλ).

Soviet military experts and Mustafa Kemal.

“Τα κάστρα πέφτουν από μέσα”

Ο γερασμένος βασιλιάς Κωνσταντίνος και η νέα κυβέρνηση, όχι μόνο δεν σταμάτησαν τον πόλεμο προσπαθώντας για μια συμφωνία με τον Κεμάλ, όπως υποστήριζαν και υποσχέθηκαν προεκλογικά, αλλά έστειλαν τους Έλληνες στρατιώτες και τους Μικρασιάτες κατευθείαν στο στόμα του λύκου.

Ο νέος πρωθυπουργός, Δημήτριος Γούναρης, με την αλαζονική πεποίθηση πως θα συνέτριβε τον Κεμάλ μέσα στην έδρα του, έστειλε τον ελληνικό στρατό σε μια ουσιαστικά ανοργάνωτη, άτακτη εκστρατεία στα μακρινά εδάφη της Ανατολίας, μακριά από τα παράλια, όπου ο κεμαλικός στρατός είχε τον πλήρη έλεγχο.

Ο ελληνικός στρατός κέρδισε αρκετές μάχες και η κυβέρνηση από την μακρινή ασφάλεια της Αθήνας στόχευσε να τους στείλει απέναντι και στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη. Οι συνθήκες όμως του πολέμου στο μέτωπο για τους Έλληνες στρατιώτες ήταν διαφορετικές και η σωματική και ηθική τους εξάντληση γινόταν όλο και πιο εμφανής.

Ο τότε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ιωάννης Μεταξάς είχε προτείνει στον πρωθυπουργό Γούναρη και τον Υπουργό Στρατιωτικών Θεοτόκη από το 1921 να οχυρώσουν τη Σμύρνη για να προστατέψουν τον ελληνικό πληθυσμό, αλλά δεν εισακούσθηκε ποτέ.

“…δεκατέσσερις ημέρες συνέχεια οι Έλληνες κάτω από τον ξαναμμένο αυγουστιάτικο ήλιο, ορμούσαν με αδάμαστη σκληρότητα κατά των Τούρκων, παρ’ όλο που τους είχαν διαλυθεί οι υπηρεσίες εφοδιασμού τους, χωρίς νερό και με μοναδική τους τροφή ξερό καλαμπόκι. Μα οι Τούρκοι κατόρθωναν να αμύνονται στις θέσεις τους”. (H.C. Armstrong, βιογραφία Κεμάλ, “The Great Wolf, the life of Kemal Ataturk”)

Μετά και την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού από το Αφιόν Καραχισάρ τον Αύγουστο του 1922, οι υποστηρικτές του Κεμάλ άρχισαν τον μανιώδη τελικό ξεριζωμό των Ελλήνων της περιοχής, καθώς και των Αρμένιων. Χιλιάδες εκατοντάδες Έλληνες άφηναν τις πατρογονικές περιοχές τους και κατέφυγαν τότε στη Σμύρνη. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέγραψε τουλάχιστον 250.000 πρόσφυγες προς την πρωτεύουσα της Μικράς Ασίας, ενώ υπολογίστηκε πως κατέφθαναν εκεί σχεδόν 30.000 άτομα κάθε μέρα.

Όλα έδειχναν πως η γενική κατάρρευση του ελληνικού μετώπου ήταν θέμα χρόνου και η ελληνική διοίκηση αποφάσισε την υποχώρηση των στρατευμάτων, που διατάχθηκε να αποχωρήσουν εντελώς από την Μικρά Ασία. Μαρτυρίες αναφέρουν χαρακτηριστικά πως οι Έλληνες στρατιώτες έφτασαν στη Σμύρνη με σκυμμένα κεφάλια και κατακρεουργημένο (από την ήττα και τους ανωτέρους τους κυρίως) ηθικό, περπατώντας σαν φαντάσματα στους δρόμους.

Μόλις 30.000 στρατιώτες κατάφεραν να επιστρέψουν στην Ελλάδα από την Μικρασιατική εκστρατεία. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν στις μάχες ή αιχμαλωτίστηκαν.

Να σημειώσουμε κάπου εδώ και την ιστορική, κυνική δήλωση του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή της Σμύρνης, Αριστείδη Στεργιάδη, όταν συνομίλησε με τον τότε Διοικητή της Χίου, Γεώργιο Παπανδρέου. Συζητώντας για την ανάγκη ενημέρωσης του ελληνικού πληθυσμού να απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται από την πόλη, ο Στεργιάδης δήλωσε: “Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ’ ανατρέψουν τα πάντα.

Μέχρι την τελευταία στιγμή οι αρχές καθησύχαζαν τους κατοίκους της Σμύρνης και ο ίδιος ο Στεργιάδης αντιδρούσε έντονα στις προτάσεις του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου για οργάνωση άμυνας, χαρακτηρίζοντας τα αιτήματά του ως “ηττοπάθεια”… Μέχρι τις 24 Αυγούστου/6 Σεπτεμβρίου (με το νέο ημερολόγιο) οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες αποχώρησαν και σύντομα ακολούθησαν και οι ελληνικές Αρχές της Σμύρνης εγκαταλείποντας τους χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες που περίμεναν στο λιμάνι για να μεταφερθούν στα κοντινά ελληνικά νησιά.

Ο προδότης Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης έφυγε φυσικά και αυτός με αγγλικό πολεμικό πλοίο, κατέφυγε στην Γαλλία και δεν επέστρεψε στην Ελλάδα ποτέ.

Άλλο ένα αξιοσημείωτο και ντροπιαστικό γεγονός των πολιτικών της Ελλάδας εκείνη την κρίσιμη περίοδο ήταν ο γνωστός “Νόμος περί διαβατηρίων” που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 1922 και επιχείρησε να κλείσει τις πύλες εισόδου της χώρας στους πρόσφυγες Έλληνες! 

Ο εν λόγω νόμος υπογράφηκε από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, την κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη του Λαϊκού Κόμματος, τον Υπουργό Δικαιοσύνης Δ. Γούναρη και τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας Λ. Κανακάρη-Ρούφο. Απαγόρευε την “παράνομη μεταφορά προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής, εφόσον ούτοι δεν είναι εφοδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων, νομίμως τεθεωρημένων.” Τα πλοία επίσης που θα τους μετέφεραν στην ενδοχώρα και οι πλοίαρχοι θα είχαν ποινές φυλάκισης και χρηματικές.

 

Ουσιαστικά και ξεκάθαρα ο νόμος αφορούσε τους Έλληνες της Μικράς Ασίας που αναζητούσαν καταφύγιο στην μητέρα Ελλάδα ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥΣ, και συγκεκριμένα τους Πόντιους, που ήταν και οι μόνοι πρόσφυγες που κατέφθαναν τότε στην Ελλάδα κατά ομάδες. Και φυσικά δεν είχαν διαβατήρια, αφού είχαν διωχθεί από τις περιοχές τους μόνο με τα ρούχα που φορούσαν και θρηνώντας τις δολοφονημένες οικογένειές τους…

________________________________________________________

 

Και μιας και κάναμε αναφορές σε εθνικούς προδότες τον καιρό της γενοκτονίας του ελληνισμού της Ανατολής, θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην συμπεριλάβω και την θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, που ως συνήθως τάχθηκε άνευ όρων με αυτή των Μπολσεβίκων του Λένιν και χειροκρότησε την καταστροφή μας στην Μικρά Ασία!

 

Σε άρθρο της εφημερίδας Ριζοσπάστης τον Ιούλιο του 1935 αναφέρεται συγκεκριμένα:

 

«Αν δεν νικιόμασταν στη Μικρά Ασία, η Τουρκία θα ‘τανε σήμερα πεθαμένη και εμείς μεγάλη Ελλάδα. Τη “λευτεριά” μας θα την στηρίζαμε στην υποδούλωση του Τουρκικού λαού. Αυτό εμείς δεν το δεχόμαστε. Το αποκρούουμε κατηγορηματικά. Η αστικοτσιφλικάδικη Ελλάδα στη Μ.Ασία πήγε όχι σαν εθνικός απελευθερωτής μα σαν ιμπεριαλιστική δύναμη, όργανο των εγγλέζων μεγαλοκαρχαριών. Πήγαινε όχι μόνο για να διαιωνίσει την ξενική κυριαρχία πάνω στον Τουρκικό λαό μα και να κάνει την Τουρκία αντισοβιετικό ορμητήριο. Γι’ αυτό εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία μα και την επιδιώξαμε».

 

(Θα ‘λεγε κανείς πως στην Ελλάδα έχουμε μακρά παράδοση ακατάλληλων και ιδιαίτερα ξενόφιλων, παρά “Ελληνόφιλων” πολιτικών εκπροσώπων. Επιεικώς.)

Το τελικό ολοκαύτωμα στη Σμύρνη

“Φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα”

Η αντεπίθεση του υπερενισχυμένου στρατιωτικά και ηθικά Κεμάλ Ατατούρκ τον Αύγουστο του 1922 έθεσε οριστικά και με τον πιο αιματηρό τρόπο την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού, που αποτέλεσε και την ταφόπλακα στα γεγονότα της μεγαλύτερης σφαγής Ελλήνων στην ιστορία.

Στις 9 Σεπτεμβρίου (27 Αυγούστου τότε) οι Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στη Σμύρνη και ξεκίνησαν να διαπράττουν λεηλασίες και φόνους αρχικά στην αρμένικη συνοικία της πόλης. Μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου η αρμένικη συνοικία ισοπεδώθηκε και τότε ξεκίνησε και η πυρπόληση της ελληνικής Σμύρνης και η ανελέητη σφαγή του άμαχου πληθυσμού.

Αμέτρητες μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων που βρισκόντουσαν τότε στην πόλη αναφέρουν πως έβλεπαν Τούρκους στρατιώτες με δάδες και δοχεία με εύφλεκτο υγρό να περνούν από κάθε σπίτι και να βάζουν φωτιές. Οι Τούρκοι, σε μια κλασσική προσπάθεια προπαγάνδας και κάλυψης των εγκλημάτων τους, διαδίδανε από τότε μέχρι και σήμερα πως οι ίδιοι οι Έλληνες και οι Αρμένιοι έκαψαν τα σπίτια τους επίτηδες πριν φύγουν και η φωτιά που κατέκαψε μόνο τις συγκεκριμένες συνοικίες ήταν αποτέλεσμα του αέρα που φυσούσε προς τα’κει. Ο γνωστός “στρατηγός άνεμος”…

Οι Έλληνες της Σμύρνης ξύπνησαν το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου με την φωτιά να καίει τα πάντα γύρω τους και αναγκάστηκαν σε φυγή μέσα σε ένα χάος παίρνοντας μαζί τους μερικά ρούχα, φαγητό, κάποια κοσμήματα, εικόνες και ό,τι μπορούσε καθένας να προλάβει.

Η ελληνική συνοικία της Σμύρνης καιγόταν ολοσχερώς, περιουσίες και πολιτισμική κληρονομιά χιλιάδων χρόνων, ενώ ταυτόχρονα στους δρόμους οι βιαιοπραγίες και δολοφονίες των αμάχων δεν είχαν προηγούμενο. Τους άντρες που έπιαναν στο δρόμο τους έσφαζαν επιτόπου. Τις νεαρές κοπέλες τις ξεχώριζαν, τις έπαιρναν μαζί τους και τις βίαζαν, όπως πάντα συνήθιζαν οι Τούρκοι, πριν τις σκοτώσουν και αυτές. Έσφαξαν αρρώστους μέσα σε νοσοκομεία, παιδιά μέσα στα σχολεία και πιστούς που αναζήτησαν άσυλο σε εκκλησίες. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι πτώματα, κατακρεουργημένα σώματα αντρών, γυναικών και παιδιών. Σε όλη την πόλη ακούγονταν κραυγές πόνου, τρόμου και απόγνωσης.

“…τις έγκυες τους σκίζαν την κοιλιά να βγάλουν το μωρό… τα κορίτσια τα κόβαν τα στήθια τους, τις ρώγες, για να κάνουν κομπολόι, λέει… και τις βιάζανε πάνω στην Αγία Τράπεζα στην Αγία Φωτεινή, το μεγαλύτερο όργιο που έγινε στην Μητρόπολη της Σμύρνης εκεί. Μετά το όργιο και τη σφαγή που έφυγαν οι τουρκαλάδες, όλα αυτά τα κοριτσάκια τα 12χρονα, τα 15χρονα, γριές ντυνόντουσαν. Έτσι σωθήκανε, όσες σωθήκανε τότε…” (μαρτυρία Σμυρνιάς που επέζησε)

Ένα από τα χαρακτηριστικά γεγονότα της κτηνωδίας ήταν και ο βασανισμός και δολοφονία του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου Καλαφάτη. Παρά τις προτάσεις που του είχαν γίνει να φυγαδευτεί με ασφάλεια από την Σμύρνη, εκείνος επέλεξε να μείνει με το ποίμνιό του τελώντας και την τελευταία λειτουργία στην Μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής.

Συνελήφθη και παραδόθηκε στον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή Νουρεντίν πασά μαζί με τους Έλληνες Δημογέροντες της πόλης Γεώργιο Κλιμάνογλου και Νικόλαο Τσουρούκτσογλου. Με συνοπτικές διαδικασίες κατηγορήθηκαν ως φιλέλληνες που βοηθούσαν το έθνος τους εναντίον των Τούρκων και παραδόθηκαν στον εξαγριωμένο όχλο. Οι Τούρκοι κατέσφαξαν αρχικά τους Δημογέροντες και μετά εξευτέλισαν και βασάνισαν τον Μητροπολίτη μέχρι θανάτου. Του έβγαλαν τα μάτια, του ξερίζωσαν τα γένια, τον μαχαίρωσαν, τον έσυραν αιμόφυρτο στους δρόμους χτυπώντας τον, του έκοψαν τα χέρια γιατί γυρνούσε και τους ευλογούσε και στο τέλος πέταξαν το σφαγμένο σώμα του στα σκυλιά.

“Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν και αιμόφυρτο τον έσυραν από τα γένια και τα μαλλιά στα σοκάκια του τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Από καιρό σε καιρό όταν μπορούσε ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει τη χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει και με το μαχαίρι του κόβει και τα δύο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό, που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα.” (μαρτυρία του Τούρκου εκτελεστή)

Στο λιμάνι επιζώντες Έλληνες πρόσφυγες, αλλά και ξένοι αυτόπτες αναφέρουν πως όταν προσπαθούσαν γυναίκες και νέα παιδιά να πιαστούν από τα καράβια για να ανέβουν πάνω και να φύγουν, οι Γάλλοι τους έκοβαν τα χέρια ή τους έσπρωχναν πίσω στη θάλασσα. Η θάλασσα στην προκυμαία ήταν κόκκινη από το αίμα των νεκρών, που προσπαθούσαν να γλυτώσουν τη σφαγή.

“…αν τους βλέπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δεν τους βλέπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια που ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Έλληνες. Τους άφηναν και σκαρφάλωναν απάνω στα καράβια και μόλις μπαίναν μέσα, τους ξανάριχναν στη θάλασσα. Άλλοι πνιγόντουσαν κι άλλοι έβγαιναν πάλι όξω. Οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και Ιταλοί καθόντουσαν στα καφενεία και γλεντούσαν.” (μαρτυρία, “Η έξοδος”, τόμος Α’)
“…ίσα μπροστά μας φάνταζαν οι σκελετοί των κάποτε θαυμάσιων οικοδομών, που υψώνονταν μέσα από τα μαυρισμένα ερείπια, τα σπαρμένα στο έδαφος. Ήταν η πιο απελπιστική, η πιο φοβερή σκηνή που είδα ποτέ μου. Και στην άκρη της θάλασσας, απλωμένο μίλια ολόκληρα, ήταν κάτι που έμοιαζε με μαύρο σύνορο. Και όμως, ήξερα ότι δεν ήταν σύνορα θανάτου μα σύνορα από ζωντανά πλάσματα που υπέφεραν, πρόσμεναν, έλπιζαν και προσεύχονταν για πλοία, πλοία, πλοία!” (M. Housepian Doblin, “Σμύρνη 1922 – Η καταστροφή μιας πόλης”)
“Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου απ’ τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι άνηκα στο ανθρώπινο γένος.” (George Horton, Γενικός Πρόξενος ΗΠΑ στην Εγγύς Ανατολή, “Η Κατάρα της Ασίας”)

Το οργανωμένο σχέδιο των Νεότουρκων για πυρπόληση της Σμύρνης και πλήρη αφανισμό του εκεί ελληνικού στοιχείου είχε πετύχει ολοκληρώνοντας και την γενοκτονία των Ελλήνων, που ξεκίνησε από τη Θράκη το 1906.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης κράτησε πέντε ολόκληρες ημέρες, από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου – 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο), ώσπου να φύγουν από την περιοχή και οι τελευταίοι ξεριζωμένοι Έλληνες. Οι ελληνικές και αρμένικες συνοικίες της πόλης καταστράφηκαν ολοσχερώς. Τα 3/5 της ξακουστής και όμορφης πόλης έγιναν ερείπια, εκτός από την μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία, που παρέμειναν ανέπαφες. Όλως τυχαίως.

Η καταστροφή ήταν ανυπολόγιστη για να μπορέσει να καταγραφεί με ακριβή νούμερα, πόσο μάλλον αν προσπαθήσουμε να υπολογίσουμε τις απώλειες όλων των ετών της γενοκτονίας. Τουλάχιστον 350.000 Έλληνες του Πόντου, πάνω από 250.000 άμαχοι στη σφαγή της Σμύρνης, 200.000 άντρες που χάθηκαν στα τάγματα εργασίας και άλλοι τόσοι που πολέμησαν στην τελική μικρασιατική εκστρατεία, μαζί με δεκάδες χιλιάδες αγνοούμενους και αφανείς νεκρούς, το σύνολο ξεπερνάει το 1.000.000 Ελλήνων από τα 2.450.000 που ανερχόταν ο πληθυσμός στην Ανατολία.

Συνολικά 300.000 Έλληνες πρόσφυγες κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα. Εκτός από τον θρήνο και τις ανεξίτηλες μνήμες της εθνικής τραγωδίας, οι Μικρασιάτες έφεραν στην Ελλάδα αλλαγές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές σε ένα μεγάλο κεφάλαιο του προσφυγικού ζητήματος, που θα αναπτύξουμε κάποια άλλη στιγμή.

Εν τω μεταξύ στην κυρίως Ελλάδα…

Ενώ διαδραματιζόταν η κτηνωδία των Τούρκων προς τους ελληνοχριστιανούς και κατέρρεε η πανάρχαια ελληνική κοιτίδα της Ιωνίας, στην κυρίως Ελλάδα επικρατούσε μια πολιτική παραλυσία. Ο άβουλος βασιλιάς και η ανύπαρκτη κυβέρνηση άφησαν όλο το βάρος των πολιτικών ρυθμίσεων στον στρατό. Ο ελληνικός λαός μαθαίνοντας την τραγωδία στην Μικρά Ασία είχε συγκλονιστεί και είχε ξεσηκωθεί αγανακτισμένος εναντίον των υπευθύνων.

Η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου αντικατέστησε την κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη σε μια προσπάθεια που δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Η πολιτική τους είχε αποτύχει οικτρά. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 ξέσπασε το επαναστατικό στρατιωτικό πραξικόπημα, γνωστό ως Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου, σε Χίο και Λέσβο με πρωτεργάτες τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα, τον Στυλιανό Γονατά και τον Δημήτριο Φωκά.

Επαναστατικά στρατεύματα κινήθηκαν με πλοία προς την Αθήνα και μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να διαφύγει στην Ιταλία. Ανατρέπονταν και την προσπάθεια του συνωμότη υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου να προλάβει τότε να πάρει την εξουσία, το επαναστατικό κίνημα του Πλαστήρα ανέλαβε τα ηνία της χώρας και σύντομα επανέφερε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην διεθνή της εκπροσώπηση.

Γνωστοί, ανύπαρκτοι Σύμμαχοι

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα ανήκε στις νικήτριες δυνάμεις έχοντας θεωρητικά Συμμάχους τις υπόλοιπες, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία. Οι πρώην Σύμμαχοι όμως τάχθηκαν εν τέλει υπέρ της Τουρκίας, με προφάσεις και αιτίες που αναφέραμε και νωρίτερα, και βρέθηκαν απέναντι στην Ελλάδα.

Για να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα, τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία υπέγραψαν μυστικές συμφωνίες με τον Κεμάλ και τροφοδότησαν τον στρατό του με άφθονο πολεμικό υλικό, ενώ βρέθηκαν και στο πλευρό του στη σφαγή των Ελλήνων. Η πρώην σύμμαχος Ρωσία έγινε κι εκείνη εχθρός όταν πήραν την εξουσία οι Μπολσεβίκοι, που συνεργάστηκαν με Γερμανούς και Τούρκους.

Η Αμερική είναι γνωστό πως δεν μπήκε ποτέ σε πόλεμο με την Τουρκία, παρά βρισκόταν σε έναν κοντινό, αλλά και αποστασιοποιημένο ρόλο με μοναδικό ενδιαφέρον τα εμπορικά της συμφέροντα στην Μικρά Ασία. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν η μόνη που έκανε δηλώσεις υποστήριξης προς στην Ελλάδα και την ενθάρρυνε ουσιαστικά να συνεχίσει, γεγονός που ξεγέλασε ίσως τις ελληνικές κυβερνήσεις των ημερών νομίζοντας πως θα την έχουν σύμμαχο. Φυσικά και η Αγγλία κοίταξε τα συμφέροντά της την κρίσιμη ώρα και εγκατέλειψε τους υποτιθέμενους συμμάχους στην τύχη τους.

Πρόσωπα αυτών των χωρών που αναφέρονται στα γεγονότα μέσα από μαρτυρίες και πράξεις βοήθειας, ήταν ουσιαστικά μεμονωμένες περιπτώσεις φιλελλήνων, όπως ο Αμερικανός πάστορας Asa Kent Jennings, που φρόντισε με δικά του χρήματα την ναύλωση πλοίων για την μετακίνηση χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων καταφέρνοντας συμφωνία και με τον ίδιο τον Κεμάλ.

Απολογισμός (αν ποτέ μπορεί να γίνει)

Τι απολογισμό να κάνουμε για μια από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες, για μια ολόκληρη γενοκτονία; Η παρουσία 2.500 ετών των Ελλήνων στην Μικρά Ασία τερματίστηκε οριστικά και καταστράφηκε με τον χειρότερο τρόπο.

Να μιλήσουμε για τον πανάρχαιο πολιτισμό; Για την κοινωνική, μορφωτική και οικονομική ανάπτυξη των εκεί ελληνικών πληθυσμών; Να μιλήσουμε για τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα μαχόμενων και αμάχων δικών μας ανθρώπων; Για τις περιουσίες τους, τα σπίτια, τις επιχειρήσεις, τα προσωπικά τους κειμήλια, το βιός τους ολόκληρο που χάθηκε μέσα σε λίγες ώρες; Να μιλήσουμε για τον αβάστακτο πόνο της βίαιης απώλειας αγαπημένων ατόμων; Για τους βιασμούς, τους εξευτελισμούς, τις εν ψυχρώ δολοφονίες μέχρι και βρεφών παιδιών;

Ή να μιλήσουμε για τα τραγικά λάθη της ελληνικής κυβέρνησης και των διαχρονικά ανεπαρκών πολιτικών που κινούν τα νήματα της χώρας; Να μιλήσουμε για Έλληνες ανθέλληνες ή για ξένους συμμάχους στα λόγια και στην ανάγκη ανύπαρκτους και εχθρούς;

Ας το αφήσουμε καλύτερα, όποιος μπορεί να αντιληφθεί, αντιλαμβάνεται.

Οι αυτόπτες μάρτυρες της ανυπολόγιστης τραγωδίας είναι οι μόνοι που μπόρεσαν να περιγράψουν τις πραγματικές διαστάσεις και συνέπειες της καταστροφής που ήρθε εξαιτίας των λανθασμένων πολιτικών χειρισμών της Ελλάδας.

Πράγματι, η Μικρά Ασία πουλήθηκε, προδόθηκε εκ των έσω και αφέθηκε στο έλεος των λυσσασμένων Κεμαλικών και των Ευρωπαίων και Σοβιετικών συμμάχων τους, που ήθελαν κομμάτι από την πίτα.

Και όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενο σχετικό κείμενο, οφείλουμε να προβάλλουμε, να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε τα γεγονότα της γενοκτονίας του λαού μας. Όχι μόνο για να τιμήσουμε τους νεκρούς μας συγγενείς και βασανισμένους συμπατριώτες μας, ή τις αλησμόνητες χαμένες πατρίδες.

Πρέπει να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε για να χρησιμοποιήσουμε την ιστορική γνώση και εμπειρία για να προστατέψουμε τους ζωντανούς, τις σημερινές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές μας αποφάσεις, που καθορίζουν το μέλλον της χώρας και του λαού μας.

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.