Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 1998

Ένας νεαρός αλλοδαπός καταζητούμενος έχει εισβάλει σε ένα διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια κρατώντας ομήρους τους τέσσερις ενοίκους. Επικοινωνεί για διαπραγματεύσεις με έναν τηλεοπτικό σταθμό και η υπόθεση μεταδίδεται για τέσσερις ώρες ζωντανά στην τηλεόραση, ενώ όλη η Ελλάδα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα.

Ο δράστης απειλεί κρατώντας μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα και η αστυνομία παίρνει μια πολύ λάθος απόφαση…

___________________________________

Πρωταγωνιστής της πιο πολύκροτης υπόθεσης ομηρείας στα ελληνικά χρονικά ήταν ο 27χρονος Ρουμάνος, Σορίν Ματέι.

Γνωστός από καιρό στην αστυνομία, είχε κατηγορηθεί το 1995 για ληστείες, αλλά και μια απόπειρα ανθρωποκτονίας. Είχε καταφέρει τότε να ξεφύγει από τα δικαστήρια Ευελπίδων, αλλά σύντομα συνελήφθη ξανά και οδηγήθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας.

Τον Μάρτιο του 1996 ο Σορίν Ματέι μαζί με μερικούς άλλους κρατούμενος καταφέρνουν να δραπετεύσουν. Όχι όμως για πολύ. Μέσα στον ίδιο μήνα δραπετεύει και πάλι, αυτή τη φορά από το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Συλλαμβάνεται και πάλι και οδηγείται στις φυλακές της Λάρισας, από όπου καταφέρνει να δραπετεύσει για άλλη μια φορά!

Ως και τον Μάιο του 1997 παραμένει ελεύθερος και καταζητούμενος, ώσπου τον εντοπίζει τυχαία η αστυνομία και οδηγείται στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. Εκεί μένει για έναν χρόνο ως τον Ιούλιο του 1998, όταν δίνεται εντολή να μεταφερθεί στις φυλακές της Πάτρας. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του, -μαντέψτε-, δραπετεύει ξανά.

Ο Ματέι βρίσκεται ξανά ελεύθερος να τριγυρνάει στην Αθήνα και η αστυνομία τον έχει στο κατόπι. Στις 5 Σεπτεμβρίου συλλαμβάνεται ένας συνεργός του και η αστυνομία καταφέρνει έτσι να εντοπίσει τον Ματέι στο σπίτι του. Ο Ματέι όμως τους περίμενε εκεί έτοιμος, κρατώντας ένα όπλο και δύο χειροβομβίδες.

Παίρνοντας ως όμηρο τον αστυφύλακα Θανάση Κρυσταλλογιάννη φεύγει με ένα αυτοκίνητο προς την Εθνική Αθηνών-Λαμίας και σύντομα καταφέρνει να διαφύγει από την αστυνομική παρακολούθηση. Εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και τον αστυνομικό κάπου στον Πειραιά και διέφυγε με ένα ταξί προς άγνωστη κατεύθυνση.

Η αστυνομία τον πετυχαίνει τελικά σε μια αγροτική περιοχή της Λάρισας, όπου αντάλλαξαν και πυροβολισμούς, όμως ο νεαρός δραπέτης τους ξέφυγε και πάλι. (Εντάξει, ή που ο τύπος είχε φοβερή ικανότητα στους ελιγμούς ή η αστυνομία ήταν γενικά τα ζα μου αργά.)

Ομηρεία σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση

Λίγες μέρες αργότερα και μετά από εντατικές έρευνες ο Ματέι εντοπίζεται στην Αθήνα, αλλά αυτή τη φορά η αστυνομία αποφασίζει να κινηθεί λίγο πιο στρατηγικά και περιμένει μια κατάλληλη στιγμή. Αυτή η στιγμή ήρθε το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου, όταν ο Ματέι επισκέφτηκε τη φίλη του, Πηνελόπη Αθανασοπούλου, στο διαμέρισμά της στην οδό Νιόβης 4 στα Κάτω Πατήσια.

Θεωρώντας πως τον έχει πλέον παγιδέψει, η αστυνομία μαζί με έναν εισαγγελέα εισβάλλουν στο ισόγειο διαμέρισμα και ακολουθεί έντονη συμπλοκή. Όμως…ο Ματέι καταφέρνει να τους ξεφύγει από τον φωταγωγό και μπαίνει σε ένα τυχαίο διαμέρισμα του 1ου ορόφου. Στο διαμέρισμα αυτό βρισκόταν εκείνη τη στιγμή η 58χρονη ιδιοκτήτρια Σουλτάνα Γκινάκη, ο 24χρονος γιός της Ευάγγελος Γκινάκης, η 25χρονη κόρη της Αμαλία Γκινάκη και ο αρραβωνιαστικός της κόρης, ο 34χρονος Απόστολος Μακρινός.

Η Σουλτάνα Γκινάκη περιποιήθηκε τα τραύματα του Ματέι, ενώ εκείνος στη συνέχεια έδεσε το ένα χέρι της Αμαλίας Γκινάκη με το δικό του με τα κορδόνια των παπουτσιών του και στο άλλο της χέρι τον αρραβωνιαστικό της, Μακρινό.

Κάτω από την πολυκατοικία της οδού Νιόβης μαζεύτηκαν σύντομα αστυνομικές δυνάμεις και τριγύρω δεκάδες κόσμου, που παρακολουθούσαν με αγωνία την εξέλιξη της κατάστασης.

Ήταν γύρω στις 7 το απόγευμα όταν ο Ματέι τηλεφώνησε στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ και βρέθηκε σε σύνδεση με τον κεντρικό παρουσιαστή ειδήσεων, Νίκο Ευαγγελάτο. Ακολούθησε μια συνομιλία μεταξύ τους που διήρκεσε συνολικά τέσσερις ώρες και σε ζωντανή μετάδοση στους τηλεοπτικούς δέκτες όλης της χώρας.

Ο δράστης, κρατώντας ομήρους τους τέσσερις ενοίκους του διαμερίσματος ζητούσε 500.000 δραχμές και απειλούσε ότι αν γίνει οποιαδήποτε κίνηση εναντίον του, θα χρησιμοποιούσε τη χειροβομβίδα που κρατούσε στο χέρι. Ενημέρωσε επίσης τον συνομιλητή του ότι είχε κάνει χρήση ηρωίνης πριν λίγη ώρα, γεγονός που έκανε ακόμα πιο ασταθή την κατάστασή του ανησυχώντας τους αστυνομικούς και όσους παρακολουθούσαν το συμβάν. 

Η ώρα είχε φτάσει περίπου 8 όταν ο υπαρχηγός της αστυνομίας, υποστράτηγος Θεόδωρος Πλάκας έφτασε στα στούντιο του τηλεοπτικού σταθμού για να κατευθύνει τον δημοσιογράφο στις διαπραγματεύσεις με τον Ματέι. Αβέβαιοι για κάθε επόμενη κίνησή τους, οι αστυνομικοί είχαν αποφασίσει να μην διακοπεί η τηλεοπτική σύνδεση, αφού παρατήρησαν ότι όσο ο δράστης μιλούσε στον “αέρα” διατηρούταν αρκετά ήρεμος.

-Λένε για σας ότι έχετε και ψυχολογικά προβλήματα.

Τώρα έχω πιο πολλά.

-Δηλαδή;

Τώρα μου την έχει δώσει κατακέφαλα να πούμε. Με χτυπήσανε κιόλας, μου ‘ρχεται να κάνω εμετό, διάφορα, ιδρώνω να πούμε… Έχω εδώ τους ανθρώπους και κάθονται σαν μισοπεθαμένοι να πούμε, σαν κηδεία λες και είμαστε. Και νιώθω σου λέω χάλια…”

Η δόση ηρωίνης που είχε καταναλώσει ο δράστης όμως άρχισε να κάνει εμφανή πλέον τα συμπτώματά της και ο Ματέι ζαλιζόταν και δυσκολευόταν να κρατηθεί ξύπνιος. Στα χέρια του κρατούσε τη χειροβομβίδα, από την οποία είχε αφαιρεθεί η περόνη, όπως επιβεβαίωσαν και οι όμηροι μιλώντας στο κανάλι.

Τότε ο Ματέι βγήκε στο μπαλκόνι ζήτησε από τους παρευρισκόμενους αστυνομικούς να του στείλουν αμφεταμίνες για να μπορέσει να είναι ξανά σε εγρήγορση.

“Θα πετάξω ένα σκοινί, αμφεταμίνες να βάλουνε, γιατί να πούμε με φέρνει ντάγκλες απ’ την πρέζα και μου κλείνουν τα μάτια και θα μου φύγει η χειροβομβίδα από το χέρι, γιατί έχω πιεί πολλή πρέζα.”

Η αστυνομία, σε μια επιπόλαιη προσπάθεια να τον κοροϊδέψει, αντί για αμφεταμίνες του έστειλε υπνωτικά χάπια. Εκείνος όμως το κατάλαβε, η συσκευασία πάνω έγραφε υπνοστεντόν. Ο Ματέι εκνευρισμένος βγήκε στο μπαλκόνι ξανά και άρχισε να φωνάζει.

“Ρε φέρε αμφεταμίνες, με έχουν πιάσει να πούμε τα νεύρα μου. Έχω τέσσερις ανθρώπους εδώ μέσα. Μια λάμψη θα δείτε και τίποτα άλλο. Μια λάθος κίνηση και μια λάμψη θα δείτε, και κανα κουτάλι θα φέρετε να μας μαζεύετε”.

Ο Ματέι αρνιόταν πλέον να μιλήσει με τους αστυνομικούς και το μόνο που φαινόταν να κρατά την κατάσταση σε μια ισορροπία ήταν η τηλεφωνική επικοινωνία με τον δημοσιογράφο. Μετά από λίγες συζητήσεις και θέλοντας να αποδείξει ότι δεν σκοπεύει να κάνει κακό σε κανέναν από τους ομήρους, ο Ματέι ελευθέρωσε τον μικρό γιό της οικογένειας, Βαγγέλη Γκινάκη.

“Το παιδί το αφήσαμε, γιατί ήταν άρρωστο. Για να δείτε ότι υπάρχει να πούμε ευαισθητοποίηση εδώ και δεν είμαστε έτσι όπως τα λέτε.”

Αυτή η κίνηση ηρέμησε προς στιγμήν τα πράγματα και η συνομιλία σε ζωντανή μετάδοση συνεχιζόταν με τον δημοσιογράφο να ρωτάει τον Ματέι πως έφτασε σ’ αυτό το σημείο.

-Γιατί φτάσατε να βουτήξετε μέσα στην παρανομία;

Γιατί είναι μακρύ το χέρι μου.

-Πως φτάσατε την πρώτη φορά να κάνετε μια ληστεία ή μια κλοπή, και γιατί; Έχετε σκεφτεί με τον εαυτό σας, γιατί είναι μακρύ το χέρι σας;

Κοίτα, μη περιμένεις να σου πω παραπονιάρικα πράγματα και “μα μου, η ζωή με έκανε έτσι”, αυτά γίνανε να πούμε, ότι έγινε έγινε. Αφού να πούμε έχω χάσει πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου, όλο ψέματα, δεν γνώρισα και τίποτα ευτυχισμένο. Βαρέθηκα να πούμε και είπα να βάλω ένα τέλος, αλλά ένα όμορφο τέλος, να τους αποδείξω ότι υπάρχουνε και μάγκες που έχουνε ψυχή, να πούμε.

Ο Σορίν Ματέι υπήρξε πράγματι ένα βασανισμένο παιδί από πολύ μικρή ηλικία, όπως συνήθως και τα περισσότερα άτομα που καταλήγουν να χάνονται στα ναρκωτικά και την παρανομία.

Όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί είχε χάσει τον πατέρα του, τον αδερφό του και την αδερφή του και η μητέρα του με το ζόρι τα έβγαζε πέρα για να ζήσουν. Ένας συνδυασμός τραγικών συγκυριών που δεν άργησαν να τον οδηγήσουν από τις απλές μικροκλοπές σε ένοπλες ληστείες.

Φυλακίστηκε για πρώτη φορά στα 15 του χρόνια και μέχρι τα 27 του ζούσε κυνηγημένος από τις αρχές. Μέσα στους κύκλους των φυλακών απέκτησε το παρατσούκλι “ο Πεταλούδας” λόγω των συνεχόμενων πετυχημένων αποδράσεων του. Αποδράσεις που όμως ξεφτίλιζαν το γόητρο της αστυνομίας, υποδείκνυαν τα προβλήματα οργάνωσης του συστήματος και τον είχαν καταστήσει ως έναν από τους καταζητούμενους που ήθελαν οπωσδήποτε να πέσει στα χέρια τους.

Η τελευταία πράξη και το μοιραίο λάθος

Περίπου στις 9 το βράδυ έφτασε στην οδό Νιόβης ο τότε αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Αθανάσιος Βασιλόπουλος για να αναλάβει ο ίδιος προσωπικά τις διαπραγματεύσεις με τον δράστη.

Αρχικά πήγε στο διαμέρισμα της φίλης του, Πηνελόπης Αθανασοπούλου, και παρόλο που εκείνη βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, την ανέκρινε για να μάθει αν η χειροβομβίδα που κρατούσε ο Ματέι ήταν αληθινή. Εκείνη του είπε ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη και ο αρχηγός της αστυνομίας αποφάσισε να την πιστέψει.

Υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ των επικεφαλής της αστυνομίας σχετικά με το ποια θα έπρεπε να είναι η επόμενη κίνησή τους, ενώ κάποιοι διαφωνούσαν κάθετα με την εκτίμηση ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη.

Η ώρα είχε φτάσει περίπου 11 και αφού η αστυνομία είχε δώσει πλέον στον Ματέι τα χάπια που ζητούσε, εκείνος άφησε ελεύθερο άλλο ένα μέλος της οικογένειας, την μητέρα Σουλτάνα Γκινάκη.

Μετά από αυτό και παρά τις διαφωνίες μεταξύ των στελεχών της, η αστυνομία με επικεφαλής τον αρχηγό Βασιλόπουλο εισέβαλαν στο διαμέρισμα θεωρώντας ως δεδομένο ότι η χειροβομβίδα του Ματέι ήταν ψεύτικη. Αυτό ήταν και το μοιραίο τους λάθος…

Οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι και τράβηξαν με δύναμη τον Απόστολο Μακρινό κόβοντας το κορδόνι που τον κρατούσε δεμένο με την αρραβωνιαστικιά του, Αμαλία. Ο Ματέι αντέδρασε άμεσα στον αιφνιδιασμό τραβώντας την Αμαλία κοντά του, η οποία φώναζε “Μη, μη!”.

Μέσω της τηλεφωνικής σύνδεσης με το κανάλι όλη η Ελλάδα άκουγε με κομμένη την ανάσα όσα διαδραματίστηκαν μέσα στο διαμέρισμα. Φωνές, βρισιές και μετά…η έκρηξη. Η χειροβομβίδα, που ήταν πέρα για πέρα αληθινή, εξερράγη τραυματίζοντας σοβαρά την 25χρονη Αμαλία. 

Από τα θραύσματα της χειροβομβίδας τραυματίστηκε και ο ίδιος ο Ματέι και επίσης ο αρχηγός της αστυνομίας, Αθ. Βασιλόπουλος έχοντας τραύματα στο πρόσωπο και ρήξη αριστερού τυμπάνου, ο υπαρχηγός Ι. Γεωργακόπουλος με σοβαρά τραύματα στο αριστερό μάτι, ο Βασίλειος Τσιατούρας και ο Γιώργος Μαρκόπουλος με ελαφρότερα τραύματα και ο οδηγός του αρχηγού, Γιώργος Παλιούρας, που ακρωτηριάστηκε το ένα του πόδι.

Η Αμαλία Γκινάκη νοσηλεύτηκε άμεσα στον Ερυθρό Σταυρό, αλλά τελικά υπέκυψε στα τραύματά της στις 9 Οκτωβρίου. Η λάθος εκτίμηση του αρχηγού της αστυνομίας, μπορεί να έληξε το περιστατικό της ομηρείας, στοίχισε όμως τη ζωή στη νεαρή κοπέλα, που σε άλλη περίπτωση προφανώς θα ήταν ζωντανή.

Ο Σορίν Ματέι μεταφέρθηκε και εκείνος στον Ερυθρό Σταυρό, όπου του χορηγήθηκαν μεγάλες ποσότητες υπνωτικών, ώστε να βρίσκεται σε καταστολή. Ένας ιατρός υπηρεσίας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι οι ποσότητες που του δώθηκαν ήταν “δόσεις για ελέφαντα”. Με τη δήλωση του διευθυντή της χειρουργικής κλινικής ότι δεν διέτρεχε κίνδυνο, ο Ματέι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού.

Τρεις μέρες αργότερα, στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Σορίν Ματέι βρέθηκε νεκρός. Λόγω αντιδράσεων που υπήρξαν και υποψίες για πιθανό “μη-τυχαίο” θάνατό του, διατάχθηκε ένορκη διοικητική εξέταση και ανατέθηκε σε τέσσερις ιατροδικαστές να κάνουν νεκροψία.

Ο ιατροδικαστής που ορίστηκε από την οικογένεια, Μάριος Ματσάκης, απεφάνθη ότι ο θάνατος του Ματέι οφειλόταν σε πνιγμό λόγω εισρόφησης γαστρικού υγρού σε συνδυασμό με την συνεχόμενη καταστολή και υποστήριξε αφήνοντας αιχμές ότι αν είχε μείνει στο νοσοκομείο θα ήταν ακόμα ζωντανός.

Απόηχος

Η συνταρακτική υπόθεση του Σορίν Ματέι έληξε κάπου εκεί στιγματίζοντας σημαντικά το κύρος της ελληνικής αστυνομίας. Κανένας ουσιαστικά δεν τιμωρήθηκε ποτέ για το όλο συμβάν. Κανένας εκτός από την αδικοχαμένη Αμαλία.

Ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος παραιτήθηκε από αρχηγός της αστυνομίας και μετά από πέντε χρόνια δικαστικών διαδικασιών ήταν ο μόνος από τους συμμετέχοντες στην επιχείρηση που οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Το 2003 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια λόγω της λανθασμένης του απόφασης, αλλά δύο χρόνια αργότερα, αθωώθηκε και αυτός από το Εφετείο.  

Η οικογένεια Γκινάκη, με αγωγή κατά του Δημοσίου για ηθική βλάβη, ζήτησε αποζημίωση 700 εκατομμυρίων δραχμών. Αντίστοιχη αγωγή άσκησε και ο Γιώργος Παλιούρας, ο οδηγός του αρχηγού που έχασε το πόδι του από την έκρηξη. Ο άνθρωπος κρίθηκε ανίκανος για κάθε εργασία και συνταξιοδοτήθηκε σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ έλαβε τελικά μια αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης 300.000 ευρώ.

Έντονη κριτική δέχτηκε και ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΙ, που μετέδιδε την υπόθεση της ομηρείας καταπατώντας τα όρια του κώδικα δεοντολογίας των Μέσων Ενημέρωσης. Έτσι τελικά του επιβλήθηκε πρόστιμο 50 εκατομμυρίων δραχμών από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.