Η Βάσω Κατράκη γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1914 στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας, ήταν κόρη του Γεωργίου Λεονάρδου και της Θεοδώρας Σαρλή και είχε άλλα 4 αδέρφια.

Ο πατέρας της εκτός από κτηματίας ήταν ψάλτης και μάλιστα πολύ αγαπητός στην τοπική κοινωνία. Η μητέρα της από την άλλη ύφαινε μεταξωτά, βαμβακερά και μάλλινα κιλίμια και είχε διακριθεί για τις δημιουργίες της σε διεθνή έκθεση του Παρισιού.

Η οικογένεια είχε κλίση στην τέχνη και την δημιουργία κι έτσι η Βάσω από πολύ μικρή είχε εκφράσει την επιθυμία της να γίνει ζωγράφος. Πολλές φορές έβαζε τον εαυτό της σε δοκιμασία προσπαθώντας να μεταφέρει στο χαρτί όλα όσα ονειρευόταν και προσπαθούσε να φανταστεί τον εαυτό της ως καλλιτέχνη.

Οι φανταστικές της υποθέσεις άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά στα 22 της χρόνια, όταν αποφάσισε να μετακομίσει στην Αθήνα για να γραφτεί στην Σχολή Καλών Τεχνών, το εργαστήριο ζωγραφικής του Παρθένη και το εργαστήριο χαρακτικής του Κεφαλληνού.

Κατά την διάρκεια των σπουδών της αντιλήφθηκε ότι ένα σχέδιο αποκτά φως ή σκιά απλά και μόνο με μία γραμμή κι αυτό την έβαλε σε μια άλλη διαδικασία σκέψης και αντίληψης της τέχνης και πώς αυτή ήθελε να την εκφράσει.

Από τον Κεφαλληνό επηρεάστηκε αρκετά ως προς την επιλογή της τέχνης που ήθελε να ακολουθήσει. Εκείνος την εισήγαγε στην ξυλογραφία, τη χαλκογραφία και τη λιθογραφία, και της γνώρισε καλύτερα την τυπογραφία.

Ήταν σπουδάστρια ακόμα όταν εισχώρησε στην αριστερά ενώ αργότερα, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προασπίστηκε τα ιδεώδη της Εθνικής Αντίστασης.

Πριν αποφοιτήσει συμμετείχε στην ομαδική έκθεση σπουδαστών με έργα αντιπολεμικού-αντιφασιστικού περιεχομένου ενώ με την έναρξη του πολέμου φιλοτέχνησε την πασίγνωστη αφίσατης γυναίκας που πλέκει για τους στρατιώτες.

Αποφοίτησε το 1940 αποκομίζοντας, εκτός από το πτυχίο της, μια τρίμηνη υποτροφία στη Ζωγραφική καθώς και 1 βραβείο και 2 επαίνους στη Χαρακτική.

Κι όμως, όλα αυτά φαινόταν μάταια εν καιρώ πολέμου. Έτσι, μαζί με τον σύντροφό της -και μετέπειτα σύζυγό της- Γιώργο Κατράκη, τάχθηκαν υπέρ του αγώνα στο πλάι της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, ενώ εκείνη υπήρξε και ιδρυτικό μέλος της ΕΑΜ Καλλιτεχνών.

 

Πέρα από τις προσωπικές διασυνδέσεις που είχαν, η Κατράκη βοήθησε τον αγώνα και με την τέχνη της που χρησιμοποιήθηκε στο πληροφοριακό έντυπο υλικό.

Αφού τελείωσε ο πόλεμος, ασχολήθηκε με την εικονογράφηση σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο «Τα Νέα Βιβλία», ενώ κάποιες από τις ξυλογραφίες της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» και στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης».

Στην πρώτη της ολοκληρωμένη δημιουργική περίοδο, με τις ξυλογραφίες της παρουσίαζε το καθημερινό της περιβάλλον, τα τοπία, τη λιμνοθάλασσα, τους ψαράδες, την αγροτική ζωή, την οικογένεια και γενικότερα μια ήρεμη και ειρηνική κοινωνία.

Στην μεταβατική περίοδο, ακολουθούν οι ξυλογραφίες με θέμα την Κατοχή και την Αντίσταση, και φυσικά όλα όσα βίωσε εκείνο το διάστημα: τη φρίκη, το θάνατο, τις εκτελέσεις, την πείνα, βιωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες.

Μάλιστα πολλές από αυτές άφησαν εποχή:

«Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι», «Πείνα», «Κηδεία στην Κατοχή», «Ο Κρεμασμένος», «Οδόφραγμα-Δεκέμβρης 1944»,  «Διαδήλωση στην Κατοχή»…

Μέχρι και το 1950, ασχολήθηκε περισσότερο με την ξυλογραφία αλλά από τότε και για 35 χρόνια δούλεψε σε μεγάλο βαθμό τον ψαμμίτη, ένα υλικό που λίγοι χαράκτες έχουν δουλέψει, γεγονός που της χάρισε διεθνή φήμη.

Η τεχνική που ανέπτυξε με τον ψαμμίτη απελευθέρωσε τη χαρακτική από την τυπογραφία και την διαφήμιση, και ταυτόχρονα το έργο της έφερε πιο κοντά στην σύγχρονη εποχή τις αρχέγονες προϊστορικές μορφές και συνθέσεις.

Το 1955 έκανε την πρώτη της έκθεση, το 1958 έλαβε το πρώτο βραβείο χαρακτικής στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας και το βραβείο premium στην Μπιενάλε του Λουγκάνο, ενώ το 1966 τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο λιθογραφίας Tamarint στη Μπιενάλε της Βενετίας.

Επιστρέφοντας από την Βενετία και με την έναρξη της περιόδου της χούντας, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Γυάρο μαζί με άλλους 8.000 πολιτικούς κρατούμενους.

Εκεί οι καταστάσεις ήταν σκληρές, οι θάλαμοι ήταν βρώμικοι και τους έδιναν νερό μέσα από βαρέλια που είχαν λάδι μηχανής. Ο κόσμος πεινούσε, διψούσε, τους βασάνιζαν με όποιον τρόπο μπορούσαν για να τους κάνουν να δηλώσουν μετάνοια.

Η μόνη της διαφυγή από την φρίκη ήταν η τέχνη. Στην αρχή έφτιαχνε καπέλα από άγρια βούρλα αλλά αργότερα ανακάλυψε ότι μπορεί να ζωγραφίσει τα βότσαλα. Με αυτά τα μικρά έργα τέχνης, οι εξόριστοι έστελναν συμβολικά τα μηνύματα τους στον έξω κόσμο. 

Μετά από 9,5 μήνες στο νησί η κατάσταση της υγείας της ήταν πολύ άσχημη κι έτσι ύστερα από διεθνείς πιέσεις, αφέθηκε ελεύθερη και σε σύντομο χρονικό διάστημα, μες στο 1976, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της Intergrafik σε διεθνή έκθεση γραφικών τεχνών στην Ανατολική Γερμανία.

Την τραγική περίοδο της Γυάρου την απεικόνισε στις συλλογές «Δάσος», «Ίκαρος», «Συντεταγμένες», «Πλατυτέρα», «Παναγία», «Αναμονή», «Καταστάσεις» και σε όλα σχεδόν τα έργα της που δημιούργησε από το 1967 και μετά.

Έργα τα οποία έχουν αποκρυπτογραφήσει μια επικοινωνία που περνάει περισσότερα από ένα επίπεδα για να μεταφέρει αυτές τις βαθιές και πονεμένες ψυχικές εμπειρίες.

Έργα που καταγγέλλουν με πνευματικό πάθος τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής βίας.

Κατά τη μεταπολίτευση η Κατράκη συνεχίζει να παλεύει με ένα έντονα πολιτικοποιημένο κλίμα. Οι συνθέσεις της εξακολουθούν να μεταφέρουν μηνύματα και σύμβολα που διαμορφώνουν μια ενιαία πρόταση σύγχρονης έκφρασης. Έτσι, τα έργα της είναι διαχρονικά ως σύγχρονα αρχέτυπα τέχνης, μιας τέχνης που χαρακτηρίζεται αυθεντική γιατί εκφράζει μια ιδέα και δεν έγκειται στον μιμητισμό.

Η Κατράκη ανέπτυξε μια μοναδική τεχνοτροπία και εξέφρασε μέσω της τέχνης τα ιδεώδη και το όραμά της για την ζωή ενώ αποτύπωσε το σκληρό της πρόσωπο με πολύ ευαίσθητη προσέγγιση προκαλώντας αίσθηση πως τόσος πόνος και τόσα βιώματα μπορούν να περιγραφούν μεν έντονα αλλά με τόση ευγένεια.

Η σπουδαία δημιουργός έζησε μια γεμάτη ζωή από έντονα συναισθήματα και έφυγε πλήρης ημερών στις 27 Δεκεμβρίου 1988. Όλα τα έργα της κατέληξαν στην γενέτειρά της ως κληροδότημα. 

Μετά από πρωτοβουλία της οικογένειας, και αφού πέρασαν σχεδόν οκτώ χρόνια για να ολοκληρωθεί η κατασκευή του κτηρίου, στις 25 Ιουνίου 2006 εγκαινιάστηκε και ξεκίνησε να λειτουργεί το Μουσείο Βάσως Κατράκη-Κέντρο Χαρακτικών Τεχνών.

Τα εγκαίνια του μουσείου αποτέλεσαν σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός και παραβρέθηκαν τουλάχιστον 1500 άτομα από τα οποία τα 1000 ήρθαν από διάφορες περιοχές της Ελλάδος.

Το Μουσείο Βάσως Κατράκη-Κέντρο Χαρακτικών Τεχνών στο Αιτωλικό είναι το μοναδικό μουσείο αμιγώς Χαρακτικής Τέχνης στην Ελλάδα και στη Ευρώπη.

Εκεί στεγάζονται τα περίπου 700 εκθέματα με προσχέδια, μικρογλυπτά, σχέδια, ξυλογραφίες, λιθογραφίες, τα βότσαλα της εξορίας, κ.α. ενώ ακόμα δημιουργήθηκαν τέσσερις αίθουσες οι οποίες προορίζονταν για να λαμβάνουν χώρα εργαστήρια χαρακτικής, σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Χαρακτών, των Σχολών Καλών Τεχνών αλλά και του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.

Οι γενικότεροι στόχοι του μουσείου, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν πραγματοποιήθηκαν, ενώ δεν υπάρχει ενημέρωση για την λειτουργία του. Συν τοις άλλοις ένα μεγάλο μέρος του έργου της Κατράκη έχει υποστεί σοβαρότατες φθορές από την παραμέληση, ενώ γίνεται λόγος για ελλειπή συντήρηση, αποκατάσταση και φύλαξη της έκθεσης.

Πόσο κρίμα είναι, άνθρωποι που αναγνωρίζονται διεθνώς, στην Ελλάδα να μην τιμώνται όσο θα’πρεπε ή να μην προστατεύεται το έργο τους. Και πόσο κρίμα μάλιστα να έχει γίνει ένας τέτοιος πρωτότυπος χώρος και να μην αξιοποιείται σωστά…

Ας ελπίσουμε ότι αυτά θα αλλάξουν σύντομα…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here