Η Sophie de Marbois-Lebrun γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1785 στη Philadelphia των ΗΠΑ και ήταν κόρη του Γάλλου μαρκήσιου Francois Barbe de Marbois και της Αμερικανίδας Elizabeth Moore (κόρη του William Moore κυβερνήτη της Pennsylvania).

Για τα παιδικά της χρόνια και μέχρι τον γάμο της, με τον μετέπειτα στρατηγό Anne-Charles Lebrun, δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες διαθέσιμες.

Το 1802 παντρεύτηκε τον Lerbun ο οποίος ήταν υπασπιστής του Napoleon Bonaparte, γιος του υπουργού οικονομικών και είχε αποκτήσει τον τίτλο του Δούκα της Piacenza (Placentia), μιας μικρής πόλης στη βόρεια Ιταλία την οποία είχε κατακτήσει ο Bonaparte το 1796.

Έτσι, η Sophie απέκτησε τον περίφημο τίτλο της με τον οποίο έχει μείνει ανεξίτηλη η αναφορά στο πρόσωπό της, Duchess of Plaisance (Δούκισσα της Πλακεντίας)

Η παρουσία του ζεύγους στην αυτοκρατορική αυλή ήταν έντονη. Από την στιγμή που η Sophie αποστρεφόταν οτιδήποτε σχετιζόταν την πολιτική και την στρατιγική, αφοσιώθηκε στην ανάπτυξη ενός φιλολογικού σαλονιού.

Λάτρευε τις συζητήσεις κοινωνικών και θρησκευτικών θεμάτων και στις φιλολογικές βραδιές που διοργάνωνε συμμετείχαν σημαντικοί διανοούμενοι της εποχής, όπως ο Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine, ο Victor Marie Vicomte Hugo και ο Jean-François Casimir Delavigne.

Έτσι, η Sophie αποτέλεσε μια εκ των λαμπροτέρων προσωπικοτήτων της εποχής της. Όλοι μιλούσαν με ασίγαστο θαυμασμό για την ομορφιά και το πνεύμα της. Ήταν απίστευτα ευφυής, τολμηρή, ανεξάρτητη και πίστευε στην ιδέα της απόλυτης ελευθερίας. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για την ποίηση και της άρεσε πολύ να περνά τις μοναχικές της στιγμές απαγγέλωντας ποιήματα.

Μόλις 2 χρόνια μετά τον γάμο της με τον Δούκα Lebrun απέκτησε την μοχανοκόρη της, Elizabeth, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ και ήταν μαζί της υπερπροστατευτική.

Ο γάμος του ζεύγους Lebrun παρόλα αυτά δεν ήταν ευτυχισμένος και η συμβίωση τους κατέληξε ιδιαιτέρως προβληματική. Έτσι, εν συνεχεία το 1824 κατέληξαν να ζουν σε διάσταση, χωρίς ωστόσο να εκδοθεί ποτέ διαζύγιο. Τότε η Sophie αποφάσισε να εγκαταλείψει την Γαλλία μαζί με την κόρη της, συνοδευόμενες από τον ρομαντικό ποιητή και ένθερμο θαυμαστή της Delavigne.

Οι τρεις τους εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία αλλά η Sophie τον εγκατέλειψε όταν μετέβησαν στην Genova. Το μικρό αυτό διάστημα που συνυπήρχαν ο Delavigne κατάφερε να της εμφυσήσει τα φιλελληνικά του αισθήματα τα οποία ενισχύθηκαν όταν το 1826 βρέθηκε στο Παρίσι, συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια και -μέσα από την σύντομη γνωριμία τους- έμεινε εντυπωσιασμένη από την προσωπικότητα και τη μόρφωσή του.

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, έγινε ενεργό μέλος του Γαλλικού Φιλελληνικού Κομμιτάτου και πουλώντας τα κοσμήματά της συγκέντρωσε σχεδόν 40.000 φράγκα τα οποία πρόσφερε στον αγώνα της ανεξαρτησίας.

Η πρώτη επαφή με την Ελλάδα

Η Δούκισσα με την κόρη της εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στις 22 Δεκεμβρίου του 1829. Αποβιβάστηκαν στην Κέρκυρα και από εκεί με το πλοίο Άρης -το οποίο της το είχε διαθέσει ο Καποδίστριας- ταξίδευψε έως το Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, όπου διέμειναν για περίπου 17 μήνες.

Με το πλοίο Άρης έκανε σχεδόν τον περίπλου της Πελοποννήσου.

Η Δούκισσα απολάμβανε την κοινωνική κίνηση της νέας Ελλάδος και έκανε γνωριμίες με διάφορους εξαιρετικούς ανθρώπους του τόπου όπως οι Μαυρομιχαλέοι, με σημαντικότερη διασύνδεσή της αυτή με τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη, τον οποίο αργότερα ερωτεύτηκε τρελά η κόρη της.

Η τρυφερή σχέση ξεκίνησε να αναπτύσσεται όταν Κατσάκος έσωσε την Δούκισσα και την κόρη της από βέβαιο θάνατο, μια μέρα που το άλογο της άμαξάς τους αφηνίασε και τις οδηγούσε στον γκρεμό. 

Η Δούκισσα ωστόσο, το διάστημα που διέμεινε στο Ναύπλιο εξέφρασε αρκετές παραξενιές ιδιοτροπίες. Απέφευγε επαφές με τους δυστυχισμένους και τους αρρώστους, απέφευγε επίσης την πολυκοσμία και δεν δεχόταν επισκέψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν φορούσαν γάντια. Η κόρη της διασκέδαζε με τις παραξενιές της μητέρας της και ήταν αρκετές οι φορές που ξεκαρδιζόταν στα γέλια μπροστά της.

Η Elizabeth έστελνε πολλές φορές κρυφά από την μητέρα της βοήθεια στους αναξιοπαθούντες ενώ η Δούκισσα από την άλλη, ενίσχυσε οικονομικά την νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση και συνέβαλε στην εκπαίδευση 12 παιδιών που προέρχονταν απο τις οικογένειες των ηρωϊκών αγωνιστών του τόπου. Με δαπάνες της ίδρυσε σχολείο θηλέων το οποίο λειτούργησε αρχικά στην Αίγινα και στη συνέχεια στο Ναύπλιο.

Η σχέση της με τον Κυβερνήτη της Ελλάδας

Δεν είναι επισήμως διασταυρωμένο όμως λέγεται ότι η Δούκισσα είχε αναπτύξει ερωτική σχέση με τον Έλληνα Κυβερνήτη πριν ακόμα έρθει στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι είναι διαδεδομένος ο έρωτάς του με τη Ρωξάνη Στούρτζα, την οποία γνώρισε το 1809. Φήμες που φούντωσαν και φάνηκε πως επικυρώθηκαν όταν εκείνη από ένθερμη υποστηρίκτρια μετατράπηκε σταδιακά σε μια φανατική αντίπαλό του με πρόφαση την αυταρχική του πολιτική.

Δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί πλήρως αν ευσταθούν αυτές οι φημολογίες καθώς είχε γίνει στενή φίλη των Μαυρομιχαλαίων και υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο να έχουν συμβάλλει εκείνοι στην μεταστροφή της.

Με την πολιτική ένταση της Ελλάδας να αυξάνεται, η Δούκισσα και η κόρη της επέστρεψαν στην Ιταλία και όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας εκείνες ήταν στην Florence. Η Δούκισσα μάλιστα έδειξε φανερά την θέση της στα γεγονότα εξεδίδοντας και μοιράζοντας φυλλάδια, με τα οποία παρουσίαζε τον Καποδίστρια ως απεχθή πολιτικό, ανθέλληνα και προδότη στον οποίο άξιζε αυτή η κατάληξη.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ισχυρίστηκαν οτι πίσω απο το φόνο του κρύβεται η Δούκισσα η οποία θεωρείται πως προώθησε την ενέργεια αυτή, ισχυρισμοί που εντέλει κρίθηκαν αβάσιμοι και αφήνουν μέχρι και σήμερα άλυτο το μυστήριο της δολοφονίας του.

Η επιστροφή της στην Ελλάδα

Η Δούκισσα επέστρεψε στην Ελλάδα το 1834, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άρχισε να επενδύει τα χρήματά της αγοράζοντας οικόπεδα και έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα μία από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες της νέας πρωτεύουσας.

Είχε αναπτύξει στενή φιλία με την Κόμμισα Τζένη Θεοτόκη (Αγγλίδα αριστοκράτισσα Jane Elisabeth Digby, Lady Ellenborough) η οποία ήταν γνωστή για την πολυτάραχη ερωτική ζωή της. Η θυελλώδης προσωπικότητα και η άστατη ζωή της Κόμμισας προκαλούσαν αναταραχές στην αθηναϊκή κοινωνία γεγονός που επηρέασε άμεσα τη σχέση της με την Δούκισσα, η οποία έληξε απότομα.

Λέγεται ότι η Κόμμισα ήταν για ένα διάστημα ερωμένη του Όθωνα

Σε ένα από τα οικόπεδα που απέκτησε στις αρχές της εγκατάστασής της στην Αθήνα, οικοδομήθηκε την περίοδο 1834-1835 το πρώτο σπίτι της, σε μία πάροδο της οδού Πειραιώς (στη σημερινή γωνία Μυλλέρου και Αγησιλάου), λίγο πιο κάτω από την πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή Ομόνοια), ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και είχε 3 επίπεδα (υπόγειο, ισόγειο και 1 όροφο).

Σε αυτό το σπίτι λέγεται ότι συναντήθηκαν πολλές φορές η Elizabeth με τον αγωνιστή και μετέπειτα υπασπιστή του Όθωνα, Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη, μια σχέση που ενέκρινε η Δούκισσα.

Αυτή η σχέση όμως διεκόπη με απροσδόκητο και άδοξο τρόπο τον Απρίλιο του 1836, όταν ο Κατσάκος συνόδευσε τον Όθωνα στο Μόναχο, ένα ταξίδι που πραγματοποιήθηκε για να βρεθεί η κατάλληλη νύφη για τον Βασιλιά της Ελλάδος. Δυστυχώς, εκείνο το διάστημα η χολέρα θέριζε την πρωτεύουσα της Βαυαρίας και στοίχισε τη ζωή των συνοδών του Όθωνος, συμπεριλαμβανομένου του Κατσάκου.

Το βαρύ πλήγμα 

Ο πρόωρος θάνατος του Κατσάκου τις συγκλόνισε, η Elizabeth υπέστη νευρικό κλονισμό και προσβλήθηκε από φυματίωση, μια σχεδόν ανίατη ασθένεια εκείνη την εποχή.

Η Δούκισσα δοκίμασε τα πάντα για να τη γλυτώσει μέχρι που επιχείρησε να την πάρει μαζί της σε μια μακρά περιοδεία στην Ανατολή. Μια απόφαση μοιραία, η οποία στοίχησε ακριβά στην Δούκισσα καθώς στη Βηρυτό η Elizabeth πέθανε από στηθικό νόσημα, πιθανώς οφειλόμενο στην πανώλη που ήταν σε έξαρση εκείνη την περίοδο στην περιοχή.

Το πλήγμα για την Δούκισσα ήταν βαρύ και ασήκωτο. Η απελπισία, ο θρήνος, η βαθιά και παθολογική αγάπη που της είχε την οδήγησαν σε ενέργειες που δεν φαντάζουν λογικές…

Αρνήθηκε την ταφή της κόρης της, ταρίχευσε το σώμα της και επέστρεψε στην Ελλάδα με την συνοδεία της βαλσαμωμένης σορού της κόρης της, σοκάρωντας τη μικρή κοινωνία της Αθήνας.

Το θέαμα που αντίκρισαν όσοι επισκέπτονταν το σπίτι της Δούκισσας ήταν ανατριχιαστικό. Είχε μετατρέψει το υπόγειό της σε παρεκκλήσι, είχε τοποθετήσει σε ένα ξύλινο φέρετρο με γυάλινο καπάκι το ταριχευμένο κορμί της κόρης της και δίπλα της νυχθημερόν έκαιγε μία τεράστια λαμπάδα.

Η συμπεριφορά της ήταν αλλόκοτη, πρέσβευε τη δική της θρησκεία (ένα μείγμα ιουδαϊσμού και μωαμεθανισμού), εξελίχθηκε σε μισάνθρωπη και δήλωνε σθεναρά την αντιπάθειά της προς τον βασιλιά Όθωνα, τη βασίλισσα Αμαλία και τους αυλικούς. Θεωρούσε ότι εξ αιτίας τους καταστράφηκε η ζωή της.

Συχνό φαινόμενο της περιοχής επί μια δεκαετία ήταν οι σπαρακτικοί θρήνοι και οι επικλήσεις της Δούκισσας, για το νεκρό παιδί της. Ξεσπούσε καθημερινά σε λυγμούς και μοιρολόγια, αφήνοντας άναυδους όσους περνούσαν από εκεί…

Οι τελετουργίες της έλαβαν τέλος τον Δεκέμβριο του 1847, όταν στο ξύλινο σπίτι της ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά, σε ημέρα που στην περιοχή επικρατούσαν ισχυροί άνεμοι και σε ώρα που η ίδια ήταν απούσα. Παρά το γεγονός ότι οι γείτονες προσπάθησαν να τη σβήσουν, οι άνεμοι ήταν τόσο δυνατοί που δεν μπόρεσαν να καταφέρουν πολλά, με αποτέλεσμα να αποτεφρωθεί το σώμα της Elizabeth και η Δούκισσα να χάσει ό,τι πολυτιμότερο είχε.

Η φωτιά πιθανογείται πως ξεκίνησε από την λαμπάδα ή από μία σπίθα που ξεπήδησε από το τζάκι.

Τα τελευταία χρόνια

Η Δούκισσα μετά την πυρκαγιά εγκατέλειψε αυτό το σπίτι το οποίο δεν ξαναεπισκέφθηκε ποτέ και μετά τον θάνατό της κληρονομήθηκε στον τραπεζίτη Γ. Σκουζέ, σύζυγο της Ελένης Καψάλη γραμματέως της Δούκισσας, ο οποίος το πούλησε στο Δημόσιο. Μερικά έτη μετά το δημόσιο το παδέρωσε στο ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα που το αξιοποίησε ως επέκταση.

Η ψυχολογική κατάστασή της επιδεινώθηκε και σε συνδυασμό με την υδρωπικία από την οποία έπασχε και η οποία την είχε παραμορφώσει, η υγεία της πλέον όχι μόνο ήταν κλωνισμένη αλλά βεβαρυμένη.

Η άστεγη πλέον Δούκισσα, φιλοξενήθηκε για λίγο από ακόλουθο της γαλλικής πρεσβείας και αργότερα εγκαταστάθηκε στο ανολοκλήρωτο οικοδόμημα της βίλας Ιλίσσια, στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, μέχρι τον θάνατό της στις 14 Μαΐου 1854, σε ηλικία 69 ετών.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Δούκισσα δεχόταν επισκέψεις μόνο από τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη (Δεσποινίδα των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας) την οποία είχε αναθρέψει η ίδια καθώς και από την Ελένη Καψάλη (κόρη του ήρωα Χρήστου Καψάλη).

Τάφηκε σε αρχαιοπρεπή τάφο από πεντελικό μάρμαρο ο οποίος βρίσκεται στην Πεντέλη και μάλιστα κοντά στην πλατεία, υπάρχει ευμεγέθης πινακίδα που οδηγεί σε αυτόν. 

Οι επενδύσεις της Δούκισσας

Η Δούκισσα έχοντας μεγάλη οικονομική επιφάνεια ερχόμενη στην αναπτυσσόμενη νέα Ελλάδα, επένδυσε τα χρήματά της αποκτώντας διάφορα κτήματα στα περίχωρα της Αθήνας και στην Πεντέλη, και έκτισε οικίες όσο και μέγαρα, τα οποία άφησε ημιτελή με βάση την πίστη της σε μια προφητεία συμφωνα με την οποία θα πέθαινε όταν θα ολοκληρωνόταν η οικοδόμηση της μόνιμης κατοικίας της.

Η Βίλα Ιλίσια είναι ένα από αυτά και οικοδομήθηκε την περίοδο 1840-1848 σε οικόπεδο έκτασης 31 στρεμμάτων. Το κτίσμα περιήλθε μετά στο Δημόσιο, για μια τριετία στέγασε τη Σχολή των Ευελπίδων και Το 1928 μετατράπηκε σε μουσείο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής τέχνης.

Ακόμα ένα αριστουργηματικό κτήριο είναι Καστέλο της Ροδοδάφνης, που άρχισε να χτίζεται το 1840 στον λόφο Κουφού της Πεντέλης, είναι γνωστό ως Πύργος Δουκίσσης Πλακεντίας και μετά τον θάνατό της περιήλθε στο δημόσιο. Ακολουθούν ο μικρός πύργος Tourelle, η βίλα Plaisance και το οίκημα Maisonette στην Πεντέλη.

Ο κληρονόμος της, ερχόμενος από Γαλλία πούλησε τα περισσότερα κτήματά της στο Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρεμπόδιση της οικοδόμησης στο Πεντελικό

Στην προσπάθειά της να αγοράσει τις εκτάσεις στο Πεντελικό όρος ωστόσο, συνάντησε την αντίδραση της Ιεράς Μονής Πεντέλης η οποία είχε άτυπα υπό την ιδιοκτησία της την ευρύτερη περιοχή γύρω από το μοναστήρι από τα μεσαιωνικά ακόμα χρόνια.

Το απρόσιτο τίμημα που ζητούσε η Μονή ανάγκασε την Δούκισσα να ζητήσει την παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης. Εντέλει, η Μονή επέτρεψε τις ενέργειες της Δούκισσας με την υπόσχεση της χορηγίας  διαφόρων ειδών έργων κοινής ωφέλειας όπως η διάνοιξη δρόμων στο Πεντελικό Όρος.

Με δική της χορηγία κατασκευάστηκε επίσης το 1841-1842 η πεντάτοξη, μαρμάρινη και η παλαιότερη σωζόμενη γέφυρα της Αθήνας, η γέφυρα της ρεματιάς του Χαλανδρίου που βρίσκεται στα όρια Μελισσίων και Βριλησσίων. 

Οι αστικοί θρύλοι γύρω από το όνομά της

Η Δούκισσα της Πλακεντίας χαρακτηρίστηκε εκκεντρική ως προσωπικότητα και πολλοί είναι οι μύθοι που περιβάλλουν το πρόσωπό της.

Ένας από τους μύθους αφορά την θρησκευτική μεταστροφή της, η οποία και την οδήγησε στο να μετατρέψει το μέγαρό της στα Ιλίσια σε κέντρο Ελλήνων και ξένων λογίων, στους οποίους διένειμε κτήματα και τίτλους ευγενείας. Ακολούθησαν ιστορίες που διηγούνται πως με δικά της έξοδα ανακατασκεύασε το 1854 τη Συναγωγή της Χαλκίδας και ότι το όνομά της έχει εμπλακεί στα Παρκερικά.

Πηγή φημών αποτέλεσε επίσης η δημοσίευση στην εφημερίδα Εστία, 2 κειμένων του Θεόδωρου Βελλιανίτη για τη Δούκισσα της Πλακεντίας, τα οποία περιγράφουν τις ιδιοτροπίες της και τους έρωτές της.

Σύμφωνα με ακόμα έναν θρύλο, το Θαλάσσι η λίμνη που υπήρχε παλαιότερα στην Πεντέλη και η οποία είχε δημιουργηθεί από κάποιον σεισμό ή από πτώση μετεωρίτη, φημολογείται ότι το είχε στοιχειώσει η Δούκισσα. Μάλιστα για άγνωστους λόγους η λίμνη μπαζώθηκε το 1964 και το 1981 κατασκευάστηκε στο σημέιο γήπεδο ποδοσφαίρου.

Αστικός θρύλος είναι ακόμα τα περίφημα σκυλιά της Δούκισσας, τα οποία λέγεται πως κατασπάραζαν κάθε χρόνο κι από έναν περαστικό ηλικιωμένο ζητιάνο.

Οι σχέσεις της με τους λήσταρχους

Μεγάλες συζητήσεις είχαν γίνει για τις ερωτικές σχέσεις της Δούκισσας με τους λήσταρχους με κυριότερο πρωταγωνιστή τον περιβόητο Χρήστο Νταβέλη. Είχαν γραφτεί διάφορα πράγματα σχετικά με τις υπόγειες στοές που συνδέουν το Καστέλο της Ροδοδάφνης με τη σπηλιά του Νταβέλη. Αυτά όμως δεν ευσταθούν καθώς ο Νταβέλης έδρασε στην Αττική το 1855, δηλαδή έναν χρόνο μετά τον θάνατο της Δούκισσας.

Εκτός από τον μύθο της σχέσης της με τον Νταβέλη, η Δούκισσα φέρεται να είχε συνάψει ερωτική σχέση με τον λήσταρχο Σπύρο Μπίμπιση και αναφορές λένε πως τον Ιούνιο του 1846 την απήγαγε και αναγκάστηκε να την απελευθερώσει μετά από παρέμβαση των κατοίκων του Χαλανδρίου οι οποίοι έσπευσαν να ανταποδώσουν εμπράκτως τις ευεργεσίες της.

Τιμητικές αναφορές

Το 1886 κυκλοφόρησε ένα έντυπο με τίτλο Τρεις Μήνες παρά τη Δουκίσση της Πλακεντίας, έργον πρωτότυπον, Φυλλάδιον πρώτον το οποίο είχε συγγράψει ο  Δημοσθένης Βρατσάνος, γραμματέας της Δούκισσας για σύντομο χρονικό διάστημα.

Το 1909 ο Richard Voss έγραψε τη Δούκισσα της Πλακεντίας, που αργότερα μεταφράστηκε και στα ελληνικά.

Βιβλία για εκείνη έχουν γράψει επίσης ο Δ. Καμπούρογλου, Η Δούκισσα της Πλακεντίας, ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος, Αι Αθήναι του Όθωνος: Η Δούκισσα της Πλακεντίας και ο Στ. Γκότσης, Δούκισσα της Πλακεντίας. Η πρόσληψη του ανοίκειου και η διαχρονική περιπέτεια ενός θρύλου

Το 1943 ο Δημήτριος Γατόπουλος στο μυθιστόρημά του Η Δούκισσα της Πλακεντίας συγκεντρώνει και αναπαράγει όσα είχαν γραφτεί για εκείνη μέχρι τότε ενώ το 1956 η Μαρία Πλυτά, γράφει και σκηνοθετεί την ταινία Η Δούκισσα της Πλακεντίας και πρωταγωνίστρια την Ρίτα Μυράτ.

Τέλος, στις 28 Ιουλίου 2004, λίγο πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας εγκαινιάστηκε ο Σταθμός Δουκίσσης Πλακεντίας Σταθμός του Μετρό της Αθήνας και 2 μέρες μετά ο Σταθμός Δουκίσσης Πλακεντίας του Προαστιακού Σιδηροδρόμου Αθήνας στον οποίο καταλήγει η μεγάλη ομώνυμη λεωφόρος στο Χαλάνδρι.


Την εποχή που η χώρα μας έκανε τα πρώτα της βήματα ως ανεξάρτητο κράτος, η Γαλλίδα αριστοκράτισσα Sophie de Marbois-Lebrun ήρθε στην Ελλάδα και επηρέασε με τις ενέργειές της πολλές πτυχές της νεοσύστατης μοντέρνας κοινωνίας.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας είναι μια προσωπικότητα που έλαβε μέρος στην εξέλιξη της εθνικής ιστορίας μας καθώς επίσης και στην τοπική ιστορία της Αττικής.

Μια τραγική φιγούρα, που δεν ευτύχισε σε πολλούς τομείς και με την προσωπική της ζωή αναστάτωσε την κοινή γνώμη, όμως η προσφορά της στον Ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα, η συνεισφορά της στην Ελληνική δημοτική εκπαίδευση, καθώς και οι επενδύσεις της στην Ελληνική επικράτεια, αποτέλεσαν ενισχυτικούς παράγοντες στο τότε αναπτυσσόμενο κράτος μας.

Κοινοποιήστε
Απόφοιτη ΙΕΚ Οικονομίας & Διοίκησης, με συμμετοχές σε πολλά σεμινάρια ποικίλου ενδιαφέροντος και κατευθύνσεως. Έχει λάβει το πρώτο βραβείο ποίησης στην Θεσσαλία, σε μαθητικό διαγωνισμό. Δραστηριοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, ως ραδιοφωνική παραγωγός, αρθρογράφος καλλιτεχνικών ειδήσεων και ερασιτέχνης ηθοποιός. Θρέφει μεγάλη αγάπη για τις τέχνες, την φύση, την φιλοσοφία και την ψυχολογία ενώ αφιερώνει αρκετό χρόνο σε θέματα κοινωνικής και ιστορικής φύσεως. Αγαπημένη της ερώτηση: Γιατί; Αγαπημένο μότο: Αξίζει να βρίσκεις λόγους να γελάς