Το όνομά της συνδέθηκε με το έπος του ’40, έμεινε στην ιστορία ως η «Τραγουδίστρια της Νίκης» και η φωνή της ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική γυναικεία φωνή της Ελλάδος.

Ο λόγος για την Σοφία Βέμπο, την κορυφαία ερμηνεύτρια του Μεσοπολέμου, που ελάχιστα είναι γνωστά για την προσωπική της ζωή, αλλά τα τραγούδια της έγιναν σύμβολο του έθνους.

Η Έφη Μπέμπο, όπως ήταν αρχικά το όνομά της, γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης.

Όταν ήταν 2 χρονών η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1914, που υπογράφηκε η ελληνοτουρκική συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών, επέστρεψαν στην Τσαριτσάνη της Λάρισας, τη γενέτειρά του πατέρα της. Από ‘κει εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Βόλο και δούλευαν ως καπνεργάτες.

Στο Βόλο, μετά της εγκύκλιες σπουδές της, η Έφη εργαζόταν ως ταμίας στο κατάστημα «Φλωρία» για να βοηθήσει την οικογένειά της. Η αγάπη της για την μουσική είχε ήδη εκδηλωθεί, αφού είχε αρχίσει να εξασκείται στην κιθάρα μαζί με την φίλη της Μαρίτσα Χασάπη.

Τα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα

Η καλλιτεχνική της καριέρα ξεκίνησε ουσιαστικά τυχαία. Μια μέρα επιβιβάστηκε στο πλοίο «Κεφαλληνία» για να επισκεφτεί τον αδερφό της Τζώρτζη, που σπούδαζε στην Θεσσαλονίκη.

Στη διάρκεια του ταξιδιού άρχισε να παίζει την κιθάρα της και να τραγουδάει ενθουσιάζοντας με την φωνή της όσους βρισκόταν γύρω. Εκεί έτυχε να βρίσκεται και ο μεγαλύτερος τότε καλλιτεχνικός διευθυντής της Θεσσαλονίκης (αργότερα πράκτορας των Γερμανών), Κωνσταντίνος Τσίμπας, ο οποίος της πρότεινε δουλειά στο δημοφιλές κοσμικό κέντρο «Αστόρια».

Η φήμη της δεν άργησε να φτάσει και στην Αθήνα, από όπου ο θεατρικός επιχειρηματίας Φώτης Σαμαρτζής της πρότεινε ρόλο στο θέατρο. Στις 25 Οκτωβρίου 1933 συμμετείχε στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 33» στο θέατρο «Κεντρικόν» και η πρεμιέρα της είχε τρομερή επιτυχία.

Το όνομά της άλλαξε σε Σοφία Βέμπο, υπέγραψε ένα τεράστιο για την εποχή συμβόλαιο 10.000 δραχμών το μήνα με την Columbia και από τότε η καριέρα της εκτοξεύτηκε.

Τα τραγούδια που κυκλοφορούσε γινόντουσαν επιτυχίες, συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του χώρου σε Ελλάδα και Κύπρο και το 1939 καταξιώθηκε ως η πρώτη τραγουδίστρια ελαφρολαϊκού τραγουδιού στη χώρα.

Η Σοφία Βέμπο, τραγουδίστρια του πολέμου

Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 ο καλλιτεχνικός κόσμος άρχισε να προσαρμόζει τις θεματικές του στην επικαιρότητα, επιθεωρήσεις και τραγούδια με σατυρικό και πατριωτικό περιεχόμενο είχαν πλέον την τιμητική τους.

Το πρώτο τραγούδι της Βέμπο, που ήταν η αφετηρία της καθιέρωσής της ως η «Τραγουδίστρια της Νίκης«, ήταν το «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά».

Ακολούθησαν τα σατυρικά «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του»«Κορόιδο Μουσολίνι»«Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός» και το ανατριχιαστικό «Μας χωρίζει ο πόλεμος» μεταξύ άλλων.

Τα τραγούδια της έγιναν σύμβολο του αντιστασιακού αγώνα, συγκινούσαν και ξεσήκωναν τον ελληνικό λαό και έδιναν δύναμη και κουράγιο στους στρατιώτες μας στα βουνά της Ηπείρου. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού έστελνε τους δίσκους της στις μονάδες του μετώπου για εμψύχωση των πολεμιστών.

Πολλές φορές επίσης η Βέμπο παραχωρούσε όλα τα έσοδα από τις εμφανίσεις της στις ανάγκες του ελληνικού στρατού.

Η ενόχληση των κατακτητών και η επίθεση εναντίον της

Ήταν φυσικό επόμενο αυτός ο πατριωτικός θρίαμβος της Βέμπο και των τραγουδιών της να ενοχλεί υπερβολικά τους Ιταλούς κατακτητές. Προσπάθησαν να την τρομοκρατήσουν με απειλές χωρίς αποτέλεσμα και έτσι ακολούθησε μια άνανδρη επίθεση.

Ένα βράδυ μετά την παράστασή της στο θέατρο «Μοντιάλ», ένας Ιταλός την πλησίασε στο δρόμο και την χτύπησε με μια σιδερογροθιά στο πρόσωπο. Το επόμενο πρωί δέχτηκε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στο σπίτι της που έλεγε «Σ’ τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορείς να βγαίνεις στο θέατρο και να λες αυτά που λες». 

Η απάντηση της θρυλικής τραγουδίστριας ήταν «θα τα πω από το ραδιόφωνο».

Τον Αύγουστο του 1941 οδηγήθηκε στην αστυνομία Αθηνών, όπου της ανακοινώθηκε η απόφαση του Ιταλού συνταγματάρχη, Κ. Μεόλι

«να παύση την δράσιν της εις το τραγούδι, εις όλα τα θέατρα της Ελλάδος, να της αφαιρεθή το δελτίον καλλιτέχνιδος και του λοιπού θα απαγορεύεται να ανέλθη επί σκηνής».

Η αντίδραση και το ξέσπασμα όμως του κόσμου ήταν έντονα και η απόφαση άλλαξε.

Η Σοφία Βέμπο συνέχισε το τραγούδι, όμως το ρεπερτόριό της ήταν πια σε αυστηρούς όρους και η ζωή της είχε αλλάξει. Δεχόταν συχνές εφόδους και καταστροφές στο σπίτι της από τις κατοχικές δυνάμεις, ενώ κάποια στιγμή πέρασε από τα ανακριτικά της Γκεστάπο και κρατήθηκε για λίγο διάστημα στις φυλακές Αβέρωφ.

Η φυγάδευση στη Μέση Ανατολή

Όταν μπήκαν τα ναζιστικά στρατεύματα στην Αθήνα και αφού η ζωή της βρισκόταν πλέον σε μόνιμο κίνδυνο, φυγαδεύτηκε με τη βοήθεια του ΓΕΝ στη Μέση Ανατολή μεταμφιεσμένη σε ηλικιωμένη και με πλαστή ταυτότητα μαζί με τον αδερφό της Τζώρτζη.

Από εκεί η Σοφία Βέμπο συνέχισε ακάθεκτη την δράση της. Έκανε πετυχημένες εμφανίσεις όπου υπήρχαν Έλληνες και τα έσοδα καταβάλλονταν για την βοήθεια του ελληνικού στρατού.

Τον Απρίλιο του 1943 και όταν βρισκόταν ακόμα στην Αλεξάνδρεια η Σοφία αρραβωνιάστηκε τον μεγάλο της έρωτα και στιχουργό των τραγουδιών της, Μίμη Τραϊφόρο, με τον οποίο ήταν μαζί από την έναρξη του πολέμου.

Ο γάμος τους έγινε αρκετά χρόνια αργότερα, το 1957.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Το 1944, όταν η Ελλάδα απελευθερώθηκε από την γερμανική κατοχή, η Σοφία Βέμπο επέστρεψε στη χώρα και συνέχισε την λαμπρή καριέρα της.

Το 1947 ξεκίνησε περιοδεία στην Αμερική, όπου έμεινε για δύο χρόνια. Εκεί έδωσε περισσότερα από 50 κονσέρτα, τραγουδώντας μέχρι και δυόμισι ώρες στη σκηνή μόνη της, πολλές φορές χωρίς καν μικρόφωνο. Το κοινό και οι κριτικές την αποθέωναν και δεν άργησαν να της γίνουν προτάσεις μέχρι και για το Hollywood.

«Μια και η Βέμπο είναι στην Αμερική, μια και οι αμερικανικές εφημερίδες τής κάνουν πραγματικά κολακευτικές κριτικές, μια και μπορεί ασφαλώς να γίνει γνωστή στους Αμερικανούς, γιατί επιμένει να απευθύνεται μόνο στον ελληνικό λαό;» είχε γράψει χαρακτηριστικά η εκδότρια της Καθημερινής, Ελένη Βλάχου.

Η Σοφία Βέμπο έδωσε την απάντησή της με τον πιο σαφή τρόπο επιστρέφοντας μόνιμα στην Ελλάδα.

 «Η Ελλάδα με δημιούργησε και σ’ αυτή θέλω να γυρίσω. Θέλω να τελειώσω την καριέρα μου στον τόπο που μου τα έδωσε όλα και με το παραπάνω.»

Το 1949 απέκτησε και το δικό της θέατρο, το «Θέατρον Βέμπο» στο Μεταξουργείο.

Εκτός από τις αξιοσημείωτες θεατρικές παραστάσεις, η Βέμπο είχε συμμετάσχει και στις ελληνικές ταινίες «Η Προσφυγοπούλα» (1938), «Στέλλα» (1955) και «Στουρνάρα 288» (1959), όπου είχε και διπλό ρόλο.

Οι θεατρικές της εμφανίσεις άρχισαν να μειώνονται την δεκαετία του ’60 και σταμάτησαν οριστικά στις αρχές των ’70s.

Η θρυλική Σοφία Βέμπο έφυγε από τη ζωή στις 11 Μαρτίου του 1978 σε ηλικία 68 ετών από εγκεφαλικό επεισόδιο και η κηδεία της μετατράπηκε σε πάνδημο συλλαλητήριο. Ο τάφος της βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθήνων, όπου υπάρχει και ένα επίγραμμα από τον σύζυγό της Μίμη Τραϊφόρο, που γράφει χαρακτηριστικά:

«Σοφία μου αλύγιστη, η δόξα σου είναι τόση, που δεν μπορεί, δεν γίνεται πιο πάνω να ψηλώσει. Και η ψυχή σου ανέβηκε τόσο ψηλά απ’το σώμα, που είσαι Σοφία μου ουρανός, δεν είσαι πλέον σώμα.»

Πηγές: Αρχείο ΕΡΤ / Μηχανή του Χρόνου / 

Βιβλίο «Σοφία Βέμπο – Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της», Κατερίνα Κ. Πετρίδου