Ο επίσημος πρώτος ηγέτης του νεοσύστατου κράτους της Ελλάδος ορίστηκε στην Γ’ Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε το 1827 στην Τροιζήνα, μετά από τριετή αναβολή της λόγω πολεμικών επιχειρήσεων αλλά και εμφύλιων συγκρούσεων.

Κατά τη διάρκεια αυτής λοιπόν, ως πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος χρίστηκε παμψηφεί ο Ιωάννης Καποδίστριας, Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός, που καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και είχε διατελέσει καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας.

Η επιλογή του συγκεκριμένου ατόμου δεν ήταν τυχαία, την ιδέα είχε εκφράσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος με επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη, ο οποίος τον προσκάλεσε να αναλάβει τον ρόλο αυτό το 1822 και ακολούθησε ακόμα μια πρόσκληση από τον Πετρόμπεη το 1824. Και οι 2 προσκλήσεις δεν βρήκαν ανταπόκριση.

Η τρίτη έμελλε να είναι και καθοριστική αν και ο Καποδίστριας δεν ήταν ενήμερος για το ενδεχόμενο εκλογής του καθώς ήταν εκείνη την περίοδο στο Βερολίνο. Προς έκπληξή του διάβασε σε κάποια εφημερίδα την είδηση και βρέθηκε κυριολεκτικά προ τετελεσμένων. Για να διαπιστώσει μάλιστα την εγκυρότητα του νέου, έκανε έρευνα μέσω του κύκλου του ώστε να το επιβεβαιώσει.

Όταν πια ήταν βέβαιος ότι όντως είχε εκλεγεί κυβερνήτης της Ελλάδας και δεσμευόταν από το Σύνταγμα της Επιδαύρου με επταετή θητεία, ξεκίνησε την δική του οδύσσεια πριν φτάσει στην Ελλάδα για να αναλάβει τα καθήκοντά του.

Του πήρε σύνολο 10 μήνες από την εκλογή του μέχρι την ορκωμοσία και την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του.

Αρχικά, επισκέφθηκε την Αγία Πετρούπολη με σκοπό να αιτηθεί επισήμως την αποδέσμευσή του από την υπηρεσία του Τσάρου, κάτι που δεν έγινε δεκτό απευθείας, αφού ο τσάρος Νικόλαος, του ζήτησε να αναλάβει εκ νέου καθήκοντά Υπουργού Εξωτερικών. Παρότι ήταν τιμητική η πρόταση, ο Καποδίστριας αρνήθηκε και επέμεινε σε παραίτηση.

Αφού έγινε δεκτό το αίτημά του, αναχώρησε για Λονδίνο και Παρίσι με σκοπό να έρθει σε επαφή με τους πολιτικούς των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων και να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την στήριξή τους, τόσο οικονομικά όσο και ηθικά. Δεν έλαβε και την καλύτερη αντιμετώπιση αφού η προγενέστερη θέση του, ως όργανο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, τους έκανε καχύποπτους ως προς τις προθέσεις και τα κίνητρά του.

Μετά από περίπου ενάμισι μήνα διπλωματικών διαπραγματεύσεων, κατευθύνθηκε προς το λιμάνι της Ανκόνας, αφού πρώτα έκανε στάση στην Γενεύη και το Τορίνο. Κατέφθασε στις 8 Νοεμβρίου στην Ανκόνα όπου διαπίστωσε πως το Αγγλικό πολεμικό πλοίο, που έταξε η Μεγάλη Βρετανία ότι θα τον μετέφερε στην Ελλάδα, δεν ήταν αγκυροβολημένο.

Αν και οι Άγγλοι έπαιξαν διπλωματικό παιχνίδι προκειμένου να έχουν ρόλο στην ανάπτυξη του νέου κράτους, καθυστερούσαν αδικαιολόγητα την διαδικασία. Έτσι, ο Καποδίστριας παρέμεινε στην Ανκόνα μέχρι την Πρωτοχρονιά του 1828, όταν και απέπλευσε με το Wolf.

Πριν ακόμα βρεθεί στην πρώτη στάση, το λιμάνι της Κέρκυρας, αναγκάστηκε να μετεπιβιβαστεί στο Warspite, μια ενέργεια που δυσαρέστησε ακόμα περισσότερο τον Καποδίστρια για την στάση των Άγγλων. Μια στάση που δεν ανατράπηκε αφού κατά παράβαση της συμφωνίας του μεταφέρθηκε στην Μάλτα κι όχι στην Ελλάδα.

Εκεί, συναντήθηκε με τον ναύαρχο Codrington και ενημερώθηκε εκ νέου για τις πολιτικές διαθέσεις της Αγγλίας, η οποία δεν επιθυμούσε την επέκταση των συνόρων του Ελληνικού κράτους καθώς επίσης και την ανάμειξη της Ρωσίας στην νέα Ελληνική πραγματικότητα.

Συνειδητοποιημένος πια για τις προκλήσεις που εγείρονταν, αποχώρησε από την Μάλτα με συνοδεία δύο ακόμη πολεμικών πλοίων, ενός γαλλικού κι ενός ρωσικού, με προορισμό την Αίγινα, την προσωρινή πρωτεύουσα της Ελλάδος.

Παρόλα αυτά βγήκε εκτός προγράμματος λόγω κακοκαιρίας και αγκυροβόλησε στο Ναύπλιο. Εκεί, τον επισκέφθηκαν τόσο οι αρχές του τόπου όσο και πλήθος ατόμων που ήθελαν να καλωσορίσουν τον Κυβερνήτη και να γιορτάσουν την νέα σελίδα του κράτους.

Τέσσερις μέρες μετά, στις 12 Ιανουαρίου 1828, ξημέρωσε μια μεγάλη μέρα. Ο Ιωάννης Καποδίστριας έφτασε επιτέλους στον προορισμό του, στο λιμάνι της Αίγινα, όπου τον υποδέχτηκαν με τιμές και ζητωκραυγές. Στην προκυμαία πραγματοποιήθηκε έπαρση της Ελληνικής σημαίας υπό τους ήχους των πανηγυρικών πυροβολισμών ελληνικών και ξένων πλοίων και στη συνέχεια οδηγήθηκε στον μητροπολιτικό ναό της Αίγινας, ο οποίος τότε χρησίμευε και ως έδρα του Βουλευτηρίου.

Ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας, ήρθε αντιμέτωπος με μια αντιφατική κατάσταση, όπου ταλαιπωρημένοι ηλικιωμένοι, τραυματίες του πολέμου και εξαντλημένες μανάδες με τα υποσιτισμένα μωρά τους πλησίαζαν για να τον υποδεχτούν. Η εικόνα αυτή τον οδήγησε στο να αρνηθεί να ανέβει στον στολισμένο θρόνο που του είχαν ετοιμάσει και με συγκίνηση στάθηκε όρθιος ανάμεσα στον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί και άκουγε την εκφώνηση του λόγου του Θεόφιλου Καΐρη.

Παρότι ήταν επίσημα ο κυβερνήτης της χώρας, ο ίδιος δεν ανέλαβε αμέσως τα καθήκοντά του. Εξέδωσε πρώτα μια διακήρυξη προς τους Έλληνες, η οποία καταχωρήθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 20 Ιανουαρίου, και ορκίστηκε 6 μέρες μετά.

Κοινοποιήστε
Απόφοιτη ΙΕΚ Οικονομίας & Διοίκησης, με συμμετοχές σε πολλά σεμινάρια ποικίλου ενδιαφέροντος και κατευθύνσεως. Έχει λάβει το πρώτο βραβείο ποίησης στην Θεσσαλία, σε μαθητικό διαγωνισμό. Δραστηριοποιήθηκε ως ραδιοφωνική παραγωγός, αρθρογράφος καλλιτεχνικών ειδήσεων και ερασιτέχνης ηθοποιός. Αγαπημένη της ερώτηση: Γιατί; Αγαπημένο μότο: Αξίζει να βρίσκεις λόγους να γελάς