Σαν σήμερα, στις 19 Ιανουαρίου του 1947, συνέβη το πιο πολύνεκρο ναυτικό δυστύχημα στην Ελλάδα, το ναυάγιο που έμεινε γνωστό ως «Ο Τιτανικός της Ελληνικής Ακτοπλοΐας».

_____________________________

Το επιβατηγό ατμόπλοιο “Χειμάρρα” ναυπηγήθηκε αρχικά το 1905 στη Γερμανία με το όνομα “S/S Hertha” και με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως πλωτό νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1946, δόθηκε στην Ελλάδα ως πολεμική αποζημίωση.

Το πρωί της 18ης Ιανουαρίου του 1947 το αρκετά παλιό πλέον ατμόπλοιο απέπλευσε από την Θεσσαλονίκη με προορισμό τον Πειραιά με 544 επιβάτες και 86 μέλη του πληρώματος (286 ιδιώτες, 244 στρατιωτικοί και μεταξύ τους 36 πολιτικοί κρατούμενοι και 43 χωροφύλακες).

19 Ιανουαρίου 1947

Λίγο μετά τις 4 τα ξημερώματα και, ενώ το “Χειμάρρα” έπλεε στον Νότιο Ευβοϊκό κόλπο, προσέκρουσε στις βραχονησίδες “Βερδούγια”, που βρίσκονται μεταξύ Νέων Στύρων και Αγίας Μαρίνας. Στην περιοχή επικρατούσε δυνατή κακοκαιρία και πυκνή ομίχλη.

Η πρόσκρουση ήταν τόσο σφοδρή, που άμεσα άρχισε να εισρέει νερό στο εσωτερικό του πλοίου, το ρεύμα κόπηκε και δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα με το πηδάλιο. Το πλοίο έμεινε ουσιαστικά ακυβέρνητο και μεταξύ του πληρώματος επικράτησε μεγάλος πανικός. Με δεμένα τα χέρια τους μπροστά στη ζημιά που είχε γίνει, όλοι γνώριζαν ότι δεν είχαν πολλές ελπίδες και προσπάθησαν να εγκαταλείψουν το πλοίο εντελώς ανεξέλεγκτα.

Όσοι προσπάθησαν πανικόβλητοι να γλυτώσουν πέφτοντας στη θάλασσα, έχασαν τη ζωή τους από την παγωνιά, τη χαμηλή θερμοκρασία του νερού, αλλά και τα θαλάσσια ρεύματα που τους παρέσυραν. Οι επιβάτες έδιναν μεταξύ τους μάχη για να προλάβουν να πάρουν σωσίβια και να μπούνε στις λέμβους, ενώ υπήρξαν καταγγελίες ότι μέλη του πληρώματος χρησιμοποίησαν βία για να φύγουν πρώτοι.

«Τα νερά εισορμούσαν από το ρήγμα. Το σκάφος βούλιαζε σιγά σιγά. Ο πανικός ήταν αφάνταστος. Όλοι έτρεχαν για τις λίγες βάρκες. Άλλοι παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη και τον Άγιο Νικόλαο και άλλοι βλαστημούσαν. Μανάδες που είχαν χάσει τα παιδιά τους στον πανικό έβγαζαν άναρθρες κραυγές. Παιδιά που ζητούσαν τη μάνα τους ούρλιαζαν, έκλαιγαν, θρηνούσαν. Ήταν σπαραγμοί. Ήταν παραφροσύνη.»

(ασυρματιστής Γεώργιος Φρέρης, επιζών)

______________________________

«Εκείνη την ώρα βρισκόμουν στο κατάστρωμα. Έγινε η έκρηξη, έσβησαν τα φώτα, άρχισαν να φεύγουν ατμοί, πανζουρλισμός.
Μέσα στο σκοτάδι δεν ξέραμε πού βρισκόμασταν και τι κάναμε, ακούγονταν φωνές από δω κι από κει, καθένας φώναζε τον δικό του άνθρωπο. Άρχισαν τα νερά να ανεβαίνουν επάνω και να παρασύρουν τους ανθρώπους. Δεν πήδηξα από το καράβι για να γλιτώσω, απλώς με πήραν τα κύματα πάνω από το καράβι προς τα ανοιχτά.
Κρατούσα το χέρι της μητέρας μου. Μαζί μας έπεσαν στη θάλασσα και οι δύο φίλες μας αλλά κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν. Έμεινα εγώ με τη μητέρα μου. Σκοτάδι, φωνές, κακό… Κάποια στιγμή άρχισε να ξημερώνει… Κράτησα τη μητέρα μου περίπου 2 – 2,5 ώρες -ίσως και παραπάνω-, δεν ξέρω.
Κάποια στιγμή άρχισε να βαραίνει και εκείνη την ώρα έβαλα τις φωνές: «Χάνω τη μητέρα μου, χάνω τη μητέρα μου»… Αφέθηκα να πάω κι εγώ μαζί της, αλλά ένας φαντάρος πιασμένος σε ένα βαρέλι με έπιασε από το χέρι και αναγκάστηκα να αφήσω τη μητέρα μου που βυθιζόταν μέχρι που πνίγηκε…».

(Αθηνά Λιάσκου, επιζώσα)

Μέσα σε περίπου μιάμιση ώρα το “Χειμάρρα” βυθίστηκε στην παγωμένη θάλασσα οδηγώντας στον θάνατο τουλάχιστον 390 ανθρώπους. Μεταξύ τους ήταν πολλές γυναίκες και παιδιά, πολιτικοί κρατούμενοι, που είχαν μείνει με τις χειροπέδες στα χέρια, και οι χωροφύλακες συνοδοί τους.

Γύρω στις 7 το πρωί έτυχε να περάσει από το σημείο το καΐκι “Έχει ο Θεός”, που κατάφερε να περισώσει 30 επιζώντες ναυαγούς. Αργότερα ήρθε κι άλλη βοήθεια και δρομολογήθηκαν και έρευνες για περισσότερους επιζώντες.

____________________________

Στη δίκη που πραγματοποιήθηκε αργότερα ο πλοίαρχος Μπελέσης καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών με αναστολή, ενώ ο δεύτερος πλοίαρχος Μπέρτολς, που είχε βάρδια την ώρα του ναυαγίου, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 μηνών. Το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε από την ασφάλεια για την απώλεια του πλοίου 70.000 λίρες Αγγλίας.

Ατύχημα ή σαμποτάζ

Η επίσημη και επικρατέστερη εκδοχή για την αιτία του ναυαγίου ήταν η σφοδρή κακοκαιρία, όμως δεν έλειψαν οι θεωρίες συνομωσίας σχετικά με τον πραγματικό λόγο της καταστροφής. Μια πλευρά απέδωσε το δυστύχημα σε σαμποτάζ των παράνομων τότε κομμουνιστών. Το ΚΚΕ από την άλλη αναφέρθηκε στην ύπαρξη μαγνητικής θαλάσσιας νάρκης και σε ανευθυνότητα της κυβέρνησης να καθαρίσει τις θάλασσες μετά τον πόλεμο.

Οι πραγματογνώμονες μετά τις έρευνές τους αποφάνθηκαν ότι το πλοίο «δεν εκινείτο επί της ορθής πορείας μέσα στο δίαυλο, αλλά συνέχιζε να κινείται με τουλάχιστον 25 μοίρες λάθος πορεία». Η δυνατή πρόσκρουση στη βραχονησίδα προκάλεσε καταστροφική ζημιά στο παμπάλαιο πλοίο, που πλημμύρισε οδηγώντας το σύντομα στο βυθό.

Κάποια χρόνια αργότερα ο δύτης Κώστας Θωκταρίδης και η ομάδα του Grafas Diving πραγματοποίησαν έρευνες στο σημείο του ναυαγίου και ανέσυραν διάφορα πολύτιμα αντικείμενα. Τα ευρήματα αυτά παρουσιάστηκαν το 2006 σε έκθεση στο Ζάππειο μαζί με κειμήλια από το ναυάγιο του Τιτανικού. Μεταξύ αυτών υπήρχαν κάποια από τα μπρούντζινα γράμματα του ονόματος του πλοίου, σωσίβια, παιδικά παπούτσια, χτένες, γόβες, αλληλογραφία και εφημερίδες της εποχής και το ξίφος ενός αξιωματικού.