Ανάμεσα στους πιο αξιομνημόνευτους και πρωτοπόρους επιστήμονες της ιστορίας είναι και η γνωστή σε όλους μας Marie Curie. Η γυναίκα που αγάπησε τις θετικές επιστήμες και μελέτησε το φαινόμενο της ραδιενέργειας με τόσο πείσμα, που κατάφερε μια σειρά σημαντικών για την εποχή της -και όχι μόνο- αξιώσεων.

Έγινε η πρώτη γυναίκα επιστήμονας που πήρε το Νόμπελ Φυσικής (1903) και η πρώτη επιστήμονας γενικότερα που τιμήθηκε με δύο βραβεία Νόμπελ μαζί με αυτό της Χημείας που ακολούθησε το 1911. Ήταν επίσης η πρώτη γυναίκα που κέρδισε μια έδρα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης.

Τα νεανικά χρόνια και η αγάπη για τις επιστήμες

Η Μαρία Σαλώμη Σκουοντόφσκα (Maria Salomea Skłodowska-Curie) γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου του 1867 στην Βαρσοβία και ήταν το τελευταίο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς της.

Η περίοδος των πρώτων παιδικών της χρόνων ήταν μια δύσκολη και δυσάρεστη περίοδος για την Πολωνία στον απόηχο της εξέγερσης του 1863. Η οικογένειά της όμως ήταν αρκετά ευκατάστατη και τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα της ήταν καθηγητές Φυσικής και Μαθηματικών σε σχολές της πόλης.

Έτσι η Μαρία είχε την προνομιακή ευκαιρία πρόσβασης σε σπουδές και γνώσεις που έμελλε να καθορίσουν το μέλλον της, αλλά και την φήμη της στην ιστορία της επιστήμης. Από μικρή ηλικία άλλωστε η κλίση της στο διάβασμα και στις θετικές επιστήμες ήταν εμφανέστατη.

Το 1874 η οικογένεια άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα, ενώ επίσης η μητέρα της προσβλήθηκε από φυματίωση. Το 1876 πεθαίνει η αδερφή της Σοφία από τύφο και το 1878 φεύγει από τη ζωή τελικά και η μητέρα της. Παρά τις πλέον δυσμενείς καταστάσεις στο σπίτι, η Μαρία τελείωσε το σχολείο με εξαιρετικές επιδόσεις και στόχος της ήταν πλέον το Πανεπιστήμιο.

Στην Πολωνία η φοίτηση γυναικών στα πανεπιστήμια δεν επιτρεπόταν ακόμα, οπότε η Μαρία θα έπρεπε να βρει άλλη λύση. Άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο παράνομο «Ιπτάμενο Πανεπιστήμιο» της Βαρσοβίας, ενώ ταυτόχρονα είχε αρχίσει να εργάζεται ως δασκάλα και γκουβερνάντα σε πλούσιες οικογένειες για να έχει τα απαραίτητα έσοδα.

Με την αδερφή της Μπρονισουάβα είχαν συμφωνήσει να βοηθήσουν εναλλάξ η μία την άλλη για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Όσο η Μπρονισουάβα σπούδαζε ιατρική στο Παρίσι, η Μαρία δούλευε και την βοηθούσε οικονομικά και αργότερα αντιστρέφοντας τους ρόλους η Μαρία κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της με τη βοήθεια της αδερφής της.

Το 1891 λοιπόν και σε ηλικία 24 ετών η Μαρία μετακομίζει στο Παρίσι και ξεκινά τις σπουδές της στη Σχολή Θετικών Επιστημών της Σορβόνης.

Λόγω της κακής οικονομικής της κατάστασης, τα φοιτητικά της χρόνια ήταν αρκετά δύσκολα, ενώ αντιμετώπισε και πρόβλημα με την υγεία της ως συνέπεια της κακής της διατροφής. Έτρωγε και κοιμόταν λίγο και διάβαζε πολύ, ενώ επίσης και οι παρέες της ήταν συγκεκριμένες και περιορισμένες αρκετά.

Μια υποτροφία που κατάφερε να αποσπάσει από ένα πολωνικό ίδρυμα της έδωσε μια σημαντική οικονομική βοήθεια, ώσπου τελικά το 1894 η Μαρία αποφοίτησε από τη Σορβόνη με πτυχίο Φυσικής, Μαθηματικών και Χημείας.

Ένας πολλά-υποσχόμενος έρωτας

Τον Φεβρουάριου του 1894 η 27χρονη Μαρία γνώρισε τον επίσης πτυχιούχο Φυσικό και μέλλοντα σύζυγό της Pierre Curie. Η γνωριμία τους έγινε στο εργαστήριο που έκαναν και οι δύο τις μελέτες τους και εξ’ αρχής υπήρξε μεταξύ τους αμοιβαίος θαυμασμός και βαθιά συμπάθεια. Έναν χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο στο Παρίσι και επέλεξαν ως ταξίδι του μέλιτος να κάνουν τον γύρο της Γαλλίας με ποδήλατα.

Το ζεύγος Curie απέκτησε δύο κόρες. Η πρώτη ήταν η Irène(Joliot-Curie), που αργότερα ακολούθησε τα χνάρια των γονιών της, ασχολήθηκε έμπρακτα με την επιστήμη και κέρδισε ένα Νόμπελ Χημείας. Η δεύτερη ήταν η Ève (Denise Curie Labouisse), που έγινε συγγραφέας, έγραψε μεταξύ άλλων τη βιογραφία της μητέρας της και πέθανε σε ηλικία 102 ετών.

Η όμορφη οικογενειακή, αλλά και επαγγελματική σχέση του ζευγαριού έληξε άδοξα και ξαφνικά, όταν τον Απρίλιο του 1906 ο Pierre παρασύρθηκε στο δρόμο από μια άμαξα και σκοτώθηκε.

Μελέτες πάνω στη ραδιενέργεια και πρωτοποριακές διακρίσεις

Ήδη από το 1891 η ακόμα σπουδάστρια τότε Μαρία είχε αρχίσει να μελετά τις παρατηρήσεις του Ανρί Μπεκελέρ (Henri Becquerel) σχετικά με τις ακτινοβολίες που παράγουν οι ενώσεις ουρανίου, αυτό που η ίδια ονόμασε λίγο αργότερα «ραδιενέργεια». Περνώντας τις περισσότερες ώρες της στο μικρό, υπόγειο εργαστήριό τους η Μαρία κατάφερε να φτάσει σε καθοριστικά συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά των «ακτίνων ουρανίου».

Μεταξύ άλλων παρατήρησε ότι μερικά ορυκτά ουρανίου παρουσίαζαν πολύ πιο ισχυρή ραδιενέργεια από το ουράνιο. Η συγκεκριμένη παρατήρηση ήταν και η αφορμή για τον Pierre Curie να στρέψει ενθουσιασμένος την προσοχή του προς την Μαρία και όχι μόνο να τη βοηθήσει στις μελέτες της, αλλά τελικά να την κάνει και γυναίκα του.

18 Ιουλίου 1898: το ζεύγος Curie ανακοινώνει την ανακάλυψη του πολωνίου, ένα εξαιρετικά ραδιενεργό χημικό στοιχείο, το οποίο ονόμασαν έτσι προς τιμήν της πατρίδας της Μαρίας.
26 Δεκεμβρίου 1898: ανακοινώνουν άλλη μια ανακάλυψη, το χημικό στοιχείο του ραδίου.

Οι έρευνές τους κράτησαν τέσσερα χρόνια, μέσα στα οποία εξέταζαν διάφορα ορυκτά από το ορυχείο της Βοημίας προσπαθώντας να απομονώσουν τα χημικά στοιχεία του ραδίου και του πολωνίου. Τα απομόνωσαν, βρήκαν τα ατομικά τους βάρη και τα παρουσίασαν στην επιστημονική κοινότητα, που αναγνώρισε άμεσα το έργο τους.

Το 1903 οι Πιέρ και Μαρία Κιουρί και ο Ανρί Μπεκελέρ έλαβαν μαζί το Νόμπελ Φυσικής για τις μελέτες τους πάνω στο φαινόμενο της ραδιενέργειας.
Μια από τις σημαντικές ανακαλύψεις τους ήταν επίσης η δυνατότητα ραδιοθεραπείας, το γεγονός δηλαδή ότι η ακτινοβολία του ραδίου μπορεί να καταστρέψει τους καρκινικούς όγκους.

Υπολογίζοντας τις σωστές δόσεις ραδίου που χρειάζονται, η Marie Curie ολοκλήρωσε τη μελέτη της για την μέθοδο της ραδιοθεραπείας το 1906. Το 1910 δημοσίευσε και το περίφημο πλέον έργο της «Μελέτη επί της ραδιενέργειας».

Το 1906 η Μαρία Κιουρί έγινε η πρώτη γυναίκα στη Γαλλία που της δόθηκε έδρα πανεπιστημίου και επίσης η πρώτη γυναίκα γενικότερα που έδωσε διάλεξη στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης.
Το Νόμπελ Χημείας ήρθε το 1911 κάνοντάς την επίσης την πρώτη γυναίκα με δύο βραβεία Νόμπελ και τη μοναδική μέχρι σήμερα που έχει βραβεία Νόμπελ σε διαφορετικές επιστήμες. 

Η φήμη της έφτασε μέχρι και την Κοινωνία των Εθνών και τον Πρόεδρο της Αμερικής, ενώ τα χρόνια μετά τις ανακαλύψεις δεν σταμάτησε να δέχεται τίτλους και διακρίσεις από διάφορους επιστημονικούς ή κρατικούς φορείς.

Μεταξύ άλλων συμμετείχε στην ίδρυση του Ινστιτούτου Ραδίου στη Βαρσοβία, ενώ δόθηκε το όνομά της στη μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας (Ci) και το τεχνητό χημικό στοιχείο κιούριο.

Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά της και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με δικά της έξοδα εφοδίασε τα πολεμικά νοσοκομεία με περίπου 250 συσκευές για ακτινογραφίες για να εντοπίζονται οι σφαίρες στα σώματα των τραυματιών στρατιωτών.

Το σκάνδαλο που θόλωσε τη φήμη της

Το 1910 και λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Μαρία σύναψε παράνομη ερωτική σχέση με τον νεότερό της, Πολ Λανζεβάν, πρώην μαθητή του άντρα της και παντρεμένο με τέσσερα παιδιά. Η σχέση τους έγινε αντικείμενο κατακραυγής από τα μέσα της Γαλλίας και το σκάνδαλο αμαύρωσε το όνομά της στην κοινή γνώμη.

Η Μαρία δεν έβγαινε από το σπίτι της για ένα μεγάλο διάστημα προσπαθώντας να αποφύγει τους δημοσιογράφους, αλλά και τους πολίτες που καταφέρονταν εναντίον της. Λέγεται πάντως ότι ένας βασικός λόγος που κατηγορήθηκε τόσο πολύ με αφορμή την ερωτική αυτή σχέση της, ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν Γαλλίδα και ότι πολλοί πίστευαν πως είχε εβραϊκή καταγωγή.

Είναι χαρακτηριστικό για εκείνη την περίοδο το γεγονός ότι καμία εφημερίδα δεν έγραψε για εκείνη και την κατάκτηση του Νόμπελ Χημείας το 1911.

Ένα από τα πρώτα θύματα της ραδιενέργειας

Oι βλαβερές συνέπειες της ραδιενέργειας ήταν άγνωστες εκείνη την εποχή και το ζεύγος Κιουρί ήταν από τους πρώτους που εκτέθηκαν έντονα σε αυτή. Κατά την διάρκεια των ερευνών στο εργαστήριο δεν χρησιμοποιούσαν κανενός είδους προστατευτικό μέσο, καθώς δεν μπορούσαν καν να φανταστούν τα θανάσιμα προβλήματα που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν. Το ίδιο συνέβαινε και όταν η Μαρία είχε αναλάβει το πόστο του ακτινολόγου στα πολεμικά νοσοκομεία. Συνήθιζε επίσης για χρόνια να μεταφέρει στην τσέπη της και να κρατάει στα συρτάρια της μπουκαλάκια με ραδιενεργά ισότοπα, ώστε να τα παρατηρεί.

Η Μαρία Κιουρί άρχισε να έχει σοβαρά προβλήματα υγείας μετά το 1930 και έπασχε από λευχαιμία, γεγονός που δεν άργησε να οδηγήσει στον θάνατό της.

Στις 4 Ιουλίου του 1934 άφησε την τελευταία της πνοή σε ένα σανατόριο της πατρίδας της, Πολωνίας, όπου είχε επιστρέψει μόλις λίγους μήνες πριν. Αιτία θανάτου της η απλαστική αναιμία ή αλλιώς μυελική δυσπλασία, μια σπάνια ασθένεια που θεωρήθηκε ότι ήταν συνέπεια της χρόνιας έκθεσής της στη ραδιενέργεια. 

Το 1995 τα οστά της μεταφέρθηκαν μαζί με του συζύγου της Pierre Curie στο μαυσωλείο «Πάνθεον» της Γαλλίας, όπου ήταν θαμμένοι όλοι οι «μεγάλοι άντρες» της χώρας. Έγινε κάπως έτσι και η πρώτη γυναίκα που θάφτηκε σε κοιμητήριο αντρών.

Μέχρι σήμερα, οι σημειώσεις της, τα προσωπικά της αντικείμενα, τα ρούχα και τα έπιπλα της πρωτοπόρου επιστήμονα εκπέμπουν μικροποσότητα ραδιενέργειας. Όσοι θέλουν να ρίξουν μια ματιά στα χειρόγραφα έγγραφα του ζεύγους Κιουρί, που φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, αναγκάζονται να υπογράψουν δήλωση ότι το κάνουν με δική τους ευθύνη, ενώ υποχρεούνται να φορέσουν ειδικό προστατευτικό εξοπλισμό.

Επιστήμονες υποστηρίζουν ότι τα εναπομείναντα αντικείμενα των Κιουρί θα παραμείνουν ραδιενεργά για πάνω από 1.500 χρόνια ακόμα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here