«Όταν σκοτώνω, έχω στο μυαλό μου τους γονείς μου. Αν είχα σκοτώσει τους γονείς μου το 1970, κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα είχε πεθάνει. Αν τους είχα σκοτώσει τότε, θα κυκλοφορούσα τώρα ελεύθερος χωρίς καμία έννοια στον κόσμο.»

Τα media τον χαρακτήρισαν ως τον πραγματικό «Χάνιμπαλ» και στην Αγγλία θεωρείται μέχρι σήμερα ο πιο επικίνδυνος δολοφόνος της χώρας. Επίσης είναι και ο μακροβιότερος έγκλειστος κατάδικος στη Βρετανία, αφού βρίσκεται εδώ και 36 χρόνια μέχρι σήμερα στην απομόνωση. Ο λόγος για τον Robert John Maudsley.

Μελετώντας λίγο την περίπτωσή του σε συνδυασμό με τη βαριά του καταδίκη, καταλήγω σε εύλογες παρατηρήσεις και απορίες, που είμαι σίγουρη θα έχετε κι εσείς, αφού δούμε την ιστορία από την αρχή…

Τα τραγικά παιδικά χρόνια

Ο Robert John Maudsley γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου του 1953 στο Liverpool της Αγγλίας σε μια οικογένεια με 12 παιδιά και δύο γονείς επιεικώς ακατάλληλους.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του (από μόλις 6 μηνών μωρό) τα πέρασε στο καθολικό Ορφανοτροφείο «Nazareth House» μαζί με τα άλλα 3 μεγαλύτερα αδέρφια του, αφού η τότε Πρόνοια τα είχε απομακρύνει από τους γονείς τους λόγω αμέλειας.

Όταν ο Robert έγινε οκτώ ετών επέστρεψε στην οικογένειά του, η οποία είχε πλέον μεγαλώσει κατά πολύ. Από τότε όμως ξεκίνησε και ο εφιάλτης του. Ξύλο, ψυχολογική βία και σεξουαλική κακοποίηση ήταν καθημερινότητα για τα παιδιά της οικογένειας Maudsley.

Ο ίδιος ο Robert ανέφερε αργότερα ότι το «ξύλο» είναι το μόνο που θυμάται από τους γονείς του. Ο πατέρας του τον χτυπούσε καθημερινά χωρίς λόγο και έλεος, τον είχε κλείδωσει για μήνες σε ένα δωμάτιο και μάλιστα μια φορά είχε αδειάσει στην πλάτη του ένα αεροβόλο όπλο. Υποστήριξε επίσης ότι από τον πατέρα του είχε υποστεί και βιασμό.

Κάποιο διάστημα αργότερα οι κοινωνικοί λειτουργοί κατάφεραν να γλυτώσουν το παιδί από το μαρτύριό του και να το δώσουν σε ανάδοχες οικογένειες. Όμως τα τραύματα που είχαν δημιουργηθεί στον παιδικό του ψυχισμό ήταν βαθιά και, όπως σύντομα αποδείχθηκε, ανεξίτηλα.

Ο Robert δεν κατάφερε να «στεριώσει» σε καμία από τις οικογένειες που προσπάθησαν να τον αναλάβουν και περίπου στα 16 του χρόνια έφυγε για το Λονδίνο. Εκεί ξεκίνησε και η όλο και πιο στενή του σχέση με τα ναρκωτικά. Οι συνθήκες επιβίωσής του ήταν άθλιες. Κοιμόταν στο δρόμο με λιγοστό φαγητό και για να εξασφαλίζει τις ναρκωτικές ουσίες, που είχαν γίνει το αποκούμπι του, αναγκαζόταν να πουλάει τον εαυτό του για σεξουαλική ικανοποίηση μεγαλύτερων αντρών.

Η εμπειρία του στα χέρια αυτών των αρρωστημένων αντρών καλλιέργησε μέσα του ένα τεράστιο μίσος για τους παιδόφιλους, που δεν θα αργούσε να εκδηλωθεί.

Εκείνη την περίοδο δέχτηκε και ψυχιατρική βοήθεια, αφού είχε προβεί αρκετές φορές σε απόπειρες αυτοκτονίας. Είχε δηλώσει χαρακτηριστικά στους γιατρούς με τους οποίους συζητούσε ότι άκουγε φωνές που του έλεγαν να σκοτώσει τους γονείς του…

Το ξέσπασμα και η ισόβια καταδίκη

Μια μέρα του 1974 και σε ηλικία 21 ετών, ο Robert συναντήθηκε με έναν άντρα που θα τον πλήρωνε για την ερωτική του συντροφιά. Αυτός ο άντρας ήταν ο 30χρονος παιδόφιλος John Farrell. Προφανώς περήφανος για τις αρρωστημένες δραστηριότητές του, ο Farrell άρχισε να δείχνει στον Robert φωτογραφίες από παιδιά που είχε κακοποιήσει σεξουαλικά.

Οι εικόνες των άτυχων παιδιών και η αισχρότητα στο ύφος του άντρα ήταν εκείνη τη στιγμή η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Όλα όσα είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια και έτρωγαν την ψυχή του ξαφνικά βγήκαν στην επιφάνεια. Ο Robert επιτέθηκε στον Farrell με απίστευτη μανία. Τον στραγγάλισε, τον μαχαίρωσε και του έσπασε το κεφάλι με ένα σφυρί.

Ο Robert Maudsley συνελήφθη άμεσα, θεωρήθηκε ψυχοπαθής και χωρίς καν δίκη στάλθηκε στο Broadmoor Hospital, ίδρυμα για παράφρονες κατάδικους. Η καταδίκη του ήταν ισόβια φυλάκιση με τη σύσταση να μην αποφυλακιστεί ποτέ.

(αν για τον φόνο ενός παιδόφιλου -που μεταξύ μας σιγά την απώλεια- έφαγε ισόβια, ο ίδιος ο παιδόφιλος τι ποινή θα έπρεπε να έχει;!)

Οι φόνοι εκδίκησης στη φυλακή

Το 1977 και ενώ ο Robert βρίσκεται ήδη τρία χρόνια στο άσυλο εγκληματιών, βάζει στο μάτι άλλον έναν παιδόφιλο κρατούμενο, τον 26χρονο David Francis. Με την βοήθεια του συγκρατούμενού του David Cheeseman, πιάνουν τον Francis και τον κρατούν όμηρο στο κελί τους, όπου τον βασανίζουν επί εννέα ώρες. Στο τέλος τον στραγγαλίζουν, του σπάζουν το κεφάλι και τοποθετούν το σώμα του ψηλά, ώστε να το δούνε οι φύλακες.

Λέγεται πως το κεφάλι του τύπου βρέθηκε ανοιγμένο «σαν βρασμένο αυγό» με ένα κουτάλι καρφωμένο στον εγκέφαλό του. Οι φήμες ήθελαν τον Robert να έχει φάει κομμάτι από τον εγκέφαλο του θύματος, γεγονός που όμως διαψεύτηκε πλήρως με την αυτοψία και τις καταθέσεις των φυλάκων που ήταν παρόντες.

Ο Robert είχε σπάσει ένα κουτάλι στα δύο και το είχε χρησιμοποιήσει ως αιχμηρό όπλο, με το οποίο τρύπησε το αυτί του θύματος τραυματίζοντας τον εγκέφαλό του.

Κανένα κομμάτι δεν φαγώθηκε, όμως ο θρύλος ενός ψυχοπαθή κανίβαλου μάλλον φάνηκε αρκετά ελκυστικός στα βρετανικά μίντια της εποχής, τα οποία αναπαρήγαγαν τις ψεύτικες φήμες και του έδωσαν τα παρατσούκλια «Spoons» («κουτάλια») και «Hannibal the Cannibal».

Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Robert Maudsley καταδικάστηκε ξανά για ανθρωποκτονία και οδηγήθηκε στις φυλακές Wakefield. Οι συγκεκριμένες φυλακές είναι γνωστές και με το όνομα «Monster Mansion», καθώς φιλοξενούν τους πιο φρικτούς εγκληματίες της χώρας.

Εκεί, ένα απόγευμα του 1978, σκότωσε άλλους δύο συγκρατούμενούς του. Αρχικά τον 46χρονο σεξουαλικό παραβάτη Salney Darwood, ο οποίος είχε κακοποιήσει και σκοτώσει τη γυναίκα του. Ο Robert τον κάλεσε στο κελί του, του πέρασε μια θηλιά στο λαιμό και του χτυπούσε το κεφάλι στον τοίχο, ώσπου τον άφησε στον τόπο. Μετά έκρυψε το νεκρό σώμα του κάτω από το κρεβάτι του.

Οι πηγές υποστηρίζουν ότι στη συνέχεια προσπάθησε να καλέσει κι άλλους κρατούμενος στο κελί του, όμως χωρίς επιτυχία κι έτσι βγήκε παγανιά στους διαδρόμους και βρήκε μόνος του το επόμενο θύμα του.

Μπήκε στο κελί του 56χρονου παιδόφιλου δολοφόνου Bill Roberts και τον σκότωσε μέσα σε λίγα λεπτά μαχαιρώνοντάς τον και χτυπώντας το κεφάλι του δυνατά στον τοίχο. Στη συνέχεια πήγε στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών, έβαλε το ματωμένο μαχαίρι του στο τραπέζι και του είπε χαρακτηριστικά ότι «στην επόμενη καταμέτρηση θα είναι μείον δύο».

Αμαρτίαι γονέων

Με έναν διπλό φόνο αυτή τη φορά στην πλάτη του και τη ρετσινιά του τρελαμένου και αιμοδιψή Χάνιμπαλ, ο Robert υποβλήθηκε στην τελευταία του δίκη το 1979. Μια χαρακτηριστική του δήλωση στο δικαστήριο ήταν ότι τις στιγμές που είχε αυτές τις δολοφονικές εκρήξεις οργής έβλεπε στα πρόσωπα των θυμάτων του τους ίδιους τους γονείς του και ένιωθε ότι σκότωνε εκείνους.

«Όταν σκοτώνω, έχω στο μυαλό μου τους γονείς μου. Αν είχα σκοτώσει τους γονείς μου το 1970, κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα είχε πεθάνει. Αν τους είχα σκοτώσει τότε, θα κυκλοφορούσα τώρα ελεύθερος χωρίς καμία έννοια στον κόσμο.»

Οι δικηγόροι του υποστήριξαν ότι πράγματι τα φονικά του ξεσπάσματα ήταν ένας συσσωρευμένος θυμός, συνέπεια της σχεδόν συνεχούς κακοποίησης στην παιδική του ηλικία. Το γεγονός επίσης ότι όλα τα θύματά του ήταν εγκληματίες σεξουαλικών αδικημάτων και κυρίως παιδόφιλοι, ενισχύει εύλογα αυτό το συμπέρασμα.

Απομόνωση

Το 1983 οι Αρχές των φυλακών Wakefield θεώρησαν ότι ο Robert John Maudsley ήταν αρκετά επικίνδυνος ώστε να μένει σε ένα συνηθισμένο κελί και έτσι τον καταδίκασαν στην απομόνωση.

Έφτιαξαν ειδικά για εκείνον ένα κελί στο υπόγειο του κτιρίου των φυλακών μεγέθους 5,5 x 4,5 μέτρων με ένα μεγάλο αλεξίσφαιρο τζάμι από το οποίο μπορεί να παρακολουθείται ο φυλακισμένος. (Το κελί του έχει τεράστια ομοιότητα με αυτό του Hannibal Lecter στην ταινία «Η Σιωπή των Αμνών», μια ταινία που φημολογείται ότι είναι εμπνευσμένη από την ιστορία του Madsley.)

Τα μοναδικά έπιπλα στο κελί του είναι ένα τραπέζι και μια καρέκλα φτιαγμένα από συμπιεσμένο χαρτόνι, ένα τσιμεντένιο κρεβάτι και μια λεκάνη τουαλέτας κι ένας νεροχύτης βιδωμένα στο πάτωμα.

Από εκεί βγαίνει για 1 ώρα μόνο κάθε μέρα σε μια μικρή αυλή με συνοδεία έξι δεσμοφυλάκων. Δεν του επιτρέπεται να έρθει σε επαφή με άλλους συγκρατούμενούς του και κάθε κίνησή του παρακολουθείται στενά.

Ήδη στα πρώτα τρία χρόνια του εγκλεισμού του ο ψυχίατρος Dr Bob Johnson, που τον παρακολουθούσε στενά, ανέφερε ότι είχε θεαματική βελτίωση όσον αφορά τα ξεσπάσματα θυμού και βιαιότητας που τον καθιστούσαν επικίνδυνο. Για κάποιον περίεργο λόγο όμως η θεραπεία του διακόπηκε ξαφνικά.

Ο Robert John Maudsley βρίσκεται σε αυστηρές συνθήκες απομόνωσης στις φυλακές Wakefield για 36 ολόκληρα χρόνια μέχρι σήμερα! 

Ενστάσεις που πέφτουν στο κενό

Συγγενείς και γνωστοί του που τον επισκέπτονται κατά καιρούς υποστηρίζουν ότι είναι ένας άνθρωπος ήρεμος, ευγενικός, ιδιαίτερα έξυπνος και με αρκετό χιούμορ. Μετά από δική του απαίτηση διαβάζει βιβλία, ακούει κλασσική μουσική και γράφει ποιήματα.

Ο ίδιος έχει διαμαρτυρηθεί αρκετές φορές για το περίεργα αυστηρό σωφρονιστικό σύστημα που του έχει επιβληθεί και έχει ζητήσει να του δώσουν ένα χάπι υδροκυανίου για να αυτοκτονήσει από το να μείνει εκεί μέσα άσκοπα για περισσότερα χρόνια.

«Με βλέπουν σαν πρόβλημα, που η λύση του είναι να με βάλουν στην απομόνωση και να με ξεχάσουν εκεί, να με θάψουν ζωντανό σε ένα τσιμεντένιο φέρετρο. Δεν τους ενδιαφέρει αν είμαι τρελός ή κακός. Δεν ξέρουν την απάντηση και δεν τους νοιάζει, αρκεί να μην είμαι μεσ’ τα πόδια τους.

Με έχουν αφήσει εδώ να πέφτω σε τέλμα, να φυτοζωώ και να μην μπορώ να γίνω καλά, παρατημένος να σπάω τη μοναξιά μου με ανθρώπους που έχουν μάτια, αλλά δεν βλέπουν, που έχουν αυτιά, αλλά δεν ακούν, που έχουν στόματα, αλλά δεν μιλάνε. Η ζωή μου στην απομόνωση είναι μια ατέρμονη περίοδος συνεχούς κατάθλιψης.»

Πράγματι είναι απορίας άξιο πως ένας τύπος με προφανή ψυχολογικά τραύματα από παιδί, που στόχος του υπήρξαν μόνο παιδόφιλοι και βιαστές (και μόλις 4 συνολικά), αντιμετωπίστηκε ως ο πιο επικίνδυνος όλων σε βαθμό να ξεχαστεί στην απομόνωση για σχεδόν 40 χρόνια. Ποινή που θα άρμοζε σε πλήθος άλλων ειδεχθών δολοφόνων, που για πολύ αισχρότερα εγκλήματα τη γλύτωσαν με κάποια χρόνια κανονικής φυλάκισης ή αναίμακτες εκτελέσεις. 

Απορίας άξιο είναι επίσης το γεγονός ότι μετά από τόσα χρόνια σε τέτοιες συνθήκες απομόνωσης ο Maudsley καταφέρνει όχι μόνο να παραμένει ζωντανός, αλλά να διατηρείται και σε μια σταθερή και αρκετά φυσιολογική ψυχολογική κατάσταση.

Η περίπτωσή του απασχολεί μέχρι σήμερα την κοινή γνώμη και δεν είναι λίγοι εκείνοι που κινούνται υποστηρικτικά απέναντί του.

Τον θεωρούν θύμα ενός σωφρονιστικού συστήματος που δεν ενδιαφέρεται για την φροντίδα και την αποκατάσταση των κρατουμένων που τουλάχιστον έχουν καλές πιθανότητες βελτίωσης και επανένταξης στην κοινωνία. Σαν να αρνούνται να δουν την πραγματική του κατάσταση και ζουν σε μια μόνιμη λούπα εκείνης της ημέρας του 1978, όταν έκανε τους δύο τελευταίους φόνους.

«Αυτό που βλέπω εγώ είναι ότι οι Αρχές προσπαθούν να τον «σπάσουν» τελείως. Κάθε φορά που βλέπουν ότι έχει κάποια βελτίωση και είναι καλά, τον ξαναπάνε πίσω. Τα προβλήματά του ξεκίνησαν όταν ήταν παιδί και ζούσε μέρες κλειδωμένος. Το μόνο που καταφέρνουν όταν τον ξαναρίχνουν στην απομόνωση είναι να του επαναφέρουν όλες αυτές τις τραυματικές εμπειρίες.», είχε δηλώσει σχετικά ο αδερφός του Paul.

Ο ίδιος ο Robert Maudsley πιστεύει επίσης ότι προσπαθούν να τον κάνουν να τρελαθεί τελείως και πιθανόν να αυτοκτονήσει, ώστε το πρόβλημά τους να λυθεί μια και καλή. Δεν ζήτησε ποτέ να βγει από τη φυλακή, αφού προφανώς αυτή είναι και η μόνη ζωή που ξέρει.

Η μόνη του απαίτηση είναι να χαλαρώσουν τις συνθήκες εγκλεισμού του, ώστε να μπορεί να απασχοληθεί με δραστηριότητες που θα του κάνουν καλό ή αλλιώς να τον βοηθήσουν να αυτοκτονήσει. Καμία από τις αιτήσεις του όμως δεν βρήκε ακόμα απάντηση…

Κανείς δεν έχει καταλάβει γιατί θεωρείται ακόμα τόσο επικίνδυνος, γιατί εξαντλείται πάνω του όλη η αυστηρότητα που θα μπορούσε να βιώσει ένας βαρυποινίτης και βασικά γιατί τον παρουσιάζουν ακόμα ως τον «πραγματικό Χάνιμπαλ». Το σίγουρο είναι ότι ο Maudsley δεν ανήκει στην τυπική κατηγορία των συνηθισμένων serial killers που σκοτώνουν για να βγάλουν τα γούστα τους και, μεταξύ μας τώρα, ως δολοφόνος παιδόφιλων μάλλον ελαφρυντικά έπρεπε να έχει…

Σε μια τόσο πρόσφατη υπόθεση θα αναρωτιέστε μάλλον επίσης γιατί δεν έχω βάλει αρκετές σχετικές φωτογραφίες και θα σας πω ότι αυτό είναι άλλο ένα περίεργο της συγκεκριμένης ιστορίας. Η τελευταία φωτογραφία του Robert Maudsley (αυτή που βλέπετε και στο κείμενο) είναι πάνω από 20 χρόνια παλιά και βασικά δεν είναι καν φωτογραφία. Είναι στιγμιότυπο από ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε για εκείνον κάποια χρόνια πριν. Έφαγα τον τόπο να βρω οποιαδήποτε άλλη φωτογραφία που να αφορά την περίπτωσή του και δεν υπάρχει τίποτα!

Πηγές αναφέρουν πάντως ότι ο Maudsley τώρα φαίνεται μεγαλύτερος από 66 ετών, έχει γκρίζα μακρυά μαλλιά και γενιάδα και το δέρμα του είναι «μαραμένο» και χλωμό από την έλλειψη επαφής με το φως του ήλιου.

Ηθικό δίδαγμα: Ξέρετε τι θα πω. Ξέρετε πολύ καλά. Αν έχετε απωθημένα και υπαρξιακά που δεν μπορείτε να διαχειριστείτε, να μην σώνετε να κάνετε παιδιά! Γιατί ή που θα σας σκοτώσουν μια μέρα και καλά θα σας κάνουν ή θα ξεσπάσουν αλλού και θα καταλήξουν σε κάποιου είδους κοινωνική απομόνωση καταδικασμένα για μια ζωή εξαιτίας της δικιάς σας ανικανότητας.

 

Προηγούμενο άρθροΧρήστος Νταβέλης – Ο θρυλικός λήσταρχος
Επόμενο άρθρο10 στα 10 με τον Στέλιο Κρητικό
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here