Το Σέιχ Σου, ή άλλιώς Κέδρινος Λόφος, είναι το δάσος που περιβάλλει το αστικό κέντρο της Θεσσαλονίκης και είναι γνωστό στην τοπική κοινωνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα για δύο πράγματα: την πλούσια βλάστησή του και τον δράκο του!

Η πολύκροτη υπόθεση του περίφημου «δράκου» του Σέιχ Σου άνοιξε με τις δολοφονικές επιθέσεις του 1959 και έκλεισε τυπικά με την θανάτωση του Αριστείδη Παγκρατίδη, του ανθρώπου που «φορτώθηκε» τα εν λόγω εγκλήματα. Ο κόσμος όμως το’χει τούμπανο και οι υπεύθυνοι «κρυφό καμάρι» ότι πρόκειται για μια υπόθεση που στην πραγματικότητα δεν έκλεισε ποτέ και ο πραγματικός δράστης δεν ήταν αυτός που στήθηκε τότε στο απόσπασμα.

Μια πολιτική παρέμβαση, μια δικαστική πλάνη, μια καταδίκη ενός αθώου και πλήθος στοιχείων που αποκρύφτηκαν συνθέτουν μέχρι σήμερα το (σχεδόν) μυστήριο που διαιωνίζεται γύρω από την υπόθεση στο Σέιχ Σου.

Ας δούμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά…

Βρισκόμαστε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη στα τέλη της δεκαετίας του ’50, μια περίοδο στον απόηχο του εμφυλίου που οι κρατικοί μηχανισμοί υπολειτουργούσαν και οι διοικητικοί παράγοντες ήταν εν ολίγοις ένα ξέφραγο αμπέλι.

19 Φεβρουαρίου 1959

Μέσα στο δάσος του Σέιχ Σου και σε μικρή απόσταση από τον δρόμο βρέθηκαν αιμόφυρτοι και σοβαρά τραυματισμένοι οι 33χρονοι Αθανάσιος Παναγιώτου και Ελεονώρα Βλάχου.

Το ζευγάρι είχε δεχθεί επίθεση με πέτρες το προηγούμενο βράδυ και είχε ληστευτεί. Παρά τα βαριά τραύματά τους, επέζησαν, καθώς η αιμορραγία τους είχε σταματήσει λόγω της παγωνιάς. Τα ρούχα της κοπέλας ήταν σκισμένα, όμως δεν υπήρχαν ίχνη σεξουαλικής κακοποίησής της.

Το αναίτιο εγκληματικό σκηνικό θορύβησε έντονα την πόλη της Θεσσαλονίκης, καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που το δάσος του Σέιχ Σου φιλοξενούσε μια τέτοια επίθεση.

Τον Μάρτιο του 1957 ένας άγνωστος είχε προσπαθήσει να βιάσει μια καθηγήτρια του Αμερικάνικου Κολεγίου, ενώ τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1958 δύο ζευγάρια ακόμα είχαν δεχθεί επίθεση με πέτρες στην ίδια περιοχή.

6 Μαρτίου 1959

Στη Μίκρα (σημερινό δήμο Θέρμης) εντοπίστηκαν από περαστικούς τα πτώματα του 31χρονου ιλάρχου Κωνσταντίνου Ραΐση και της παράνομης ερωμένης του, Ευδοξίας Παλιογιάννη. Το ζευγάρι είχε ληστευτεί και δολοφονηθεί με πολλαπλά χτυπήματα με πέτρες στο κεφάλι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν στις εφημερίδες της εποχής, η γυναίκα βιάστηκε την ώρα που ξεψυχούσε, ενώ ο άντρας πάλεψε μέχρι τέλους με τους δύο δράστες.

Ναι, παρόλο που όλοι έψαχναν επίσημα για έναν «δράκο», η αστυνομία ήταν εξ’αρχής σίγουρη βάσει των στοιχείων ότι οι δράστες των τελευταίων επιθέσεων ήταν δύο.

3 Απριλίου 1959

Ένας άγνωστος άντρας «24 με 26 χρονών» μπαίνει στην αυλή του Δημοτικού Νοσοκομείου, που συνορεύει με το δάσος του Σέιχ Σου, και χωρίς να γίνει αντιληπτός μπαίνει στο σπιτάκι, όπου διανυκτέρευε το προσωπικό. Εκεί ληστεύει και σκοτώνει (και πάλι χρησιμοποιώντας μια πέτρα) τη μοδίστρα της κλινικής Μελπομένη Πατρικίου. Η νοσοκόμα Φανή Τσαμπάζη έτυχε να μπει εκείνη την ώρα στο οίκιμα, όμως κατάφερε να γλυτώσει την επίθεση του δολοφόνου που στράφηκε εναντίον της και φώναξε για βοήθεια. Ο δράστης τρομαγμένος πρόλαβε και εξαφανίστηκε.

Μετά και το τελευταίο συνεχόμενο εγκληματικό χτύπημα οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης είχαν κυριευτεί από φόβο. Διπλοκλείδωναν τα σπίτια τους το βράδυ και οι γυναίκες απέφευγαν να κυκλοφορούν μόνες τους. Οι αρχές βρισκόταν σε συναγερμό για την αναζήτηση των ενόχων, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Τον Μάρτιο του 1959 ο καταζητούμενος δολοφόνος επικηρύχτηκε με αμοιβή το ποσό των 100.000 δραχμών.

Οι κάτοικοι επηρεασμένοι από τις συνεχείς δημοσιεύσεις των εφημερίδων και με τις περιγραφές του δράστη που είχαν δοθεί, νόμιζαν πως έβλεπαν παντού τον «δράκο». Οι καταγγελίες έπεφταν βροχή, διάφοροι «ύποπτοι» συλλαμβάνονταν και περνούσαν από ανάκριση, όμως κανένας εγκληματίας δεν βρέθηκε ανάμεσά τους. Πολλές φορές οι ήχοι από ζευγαράκια που ζούσαν τον έρωτά τους σε ερημικά σημεία μεταφράζονταν από τους περαστικούς σαν κραυγές πόνου και καλούσαν με το παραμικρό την αστυνομία.

Η πόλη βρισκόταν σε μια φρενίτιδα και όλοι συζητούσαν για τα ειδεχθή εγκλήματα και έκαναν σενάρια για το ποιός μπορεί να ήταν τελικά ο άγνωστος δολοφόνος. Με τον καιρό όμως και αφού δεν υπήρξε νέο παρόμοιο περιστατικό, το θέμα άρχισε να ξεχνιέται και η πόλη να επανέρχεται σε κανονικούς ρυθμούς.

Το ταραγμένο πολιτικό σκηνικό και η σύλληψη του Παγκρατίδη

Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 22 Μαΐου του 1963 δολοφονείται στη συμπρωτεύουσα από παρακρατικούς ο βουλευτής Γρηγόριος Λαμπράκης. Όταν αποκαλύφθηκε ότι επρόκειτο για οργανωμένο έγκλημα με συμμετοχή κυβερνητικών παραγόντων και με τις ευλογίες του επικεφαλής της Αστυνομίας της Θεσσαλονίκης, η ένταση στο πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό χτύπησε κόκκινο.

Στοιχεία ντροπής που αποκάλυπταν τις «βρωμοδουλειές» πίσω από πρόσωπα των διοικητικών αρχών δημιούργησαν μια κατάσταση χωρίς επιστροφή που αμαύρωσε την πόλη της Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή.

Και όπως συμβαίνει πάντα σε περιπτώσεις πολιτικής αναταραχής, έπρεπε να βρεθεί ένας «αποδιοπομπαίος τράγος», κάτι ικανό να στρέψει την προσοχή του κόσμου προς άλλη κατεύθυνση.
Αυτό τον ρόλο έμελλε να παίξει άθελά του ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που βρέθηκε ουσιαστικά στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή.

Τα ξημερώματα της 7ης Δεκεμβρίου του 1963 ο 24χρονος Παγκρατίδης μεθυσμένος μπήκε στο ορφανοτροφείο θηλέων «Μέγας Αλέξανδρος» και βρέθηκε στον θάλαμο της 12χρονης Αικατερίνης Σούρλα. Η μικρή άρχισε να φωνάζει ότι κάποιος «ήρθε στο κρεβάτι για να της κάνει κακά πράγματα» και ο Παγκρατίδης τρομαγμένος τράπηκε σε φυγή.

Βγαίνοντας από τη μάντρα του κτιρίου έπεσε πάνω σε έναν αστυνομικό που τον γνώριζε από την Άνω Τούμπα και μέσα στη μέθη του, του έδωσε τα στοιχεία του.

Την επόμενη μέρα ο Αριστείδης Παγκρατίδης βρισκόταν στα χέρια της αστυνομίας. Κατηγορήθηκε για «εξαναγκασμό σε ασέλγεια» της ανήλικης τροφίμου και τα μέσα δεν άργησαν να συνδέσουν το όνομά του, έστω και χωρίς επαρκή στοιχεία, με τον «δράκο» του Σέιχ Σου.

Η αποκάλυψη ότι έχουν στα χέρια τους τον αδίστακτο δολοφόνο, που τόσο καιρό δρούσε ανενόχλητος κάτω από τη μύτη της αστυνομίας, ήταν η τέλεια αφορμή για να στρέψουν την προσοχή του κόσμου αλλού και να περάσουν σε δεύτερη μοίρα οι πολιτικές αναταραχές.

Ποιός ήταν όμως ο Αριστείδης Παγκρατίδης;

Ένας ιδανικός ένοχος

Ο Αριστείδης γεννήθηκε το 1940 στο χωριό Λαγκαδίκια της Θεσσαλονίκης και ήταν το τρίτο παιδί της φτωχής οικογένειας του Χαράλαμπου και της Ελένη Παγκρατίδη. Στα πέντε του χρόνια είδε τον πατέρα του να δολοφονείται μπροστά στα μάτια του από αντάρτες του ΕΑΜ και στη συνέχεια μετακόμισαν με την μητέρα και τα αδέρφια του στην περιοχή της Τούμπας για να γλυτώσουν.

Πήγε τρεις φορές στην πρώτη τάξη του δημοτικού πριν παρατήσει τελείως το σχολείο, ενώ έκανε μικροκλοπές και διάφορα θελήματα για να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό.

Στα 12 του χρόνια βιάστηκε από έναν ενήλικο γείτονά του και από τότε άρχισε να πουλάει το κορμί του για μόλις 15 δραχμές! Οι μαρτυρίες αντρών (παιδεραστών «αντρών») που ήξεραν από μικρό τον Αρίστο και «έκαναν συχνά τη δουλειά μαζί του» σόκαραν το δικαστήριο.

Ο νεαρός Παγκρατίδης έκανε χρήση χασίς, έπινε πολύ αλκοόλ και όταν δεν εξυπηρετούσε τις ερωτικές ορέξεις μεγαλύτερων αντρών, συχνά έψαχνε συντροφιά σε φτηνές πόρνες.

Αμόρφωτος, μόνος, χωρίς οικογενειακή φροντίδα, ένας τελειωμένος «αλητάκος», ανήμπορος να αντιδράσει, ο Αριστείδης είχε το ιδανικό προφίλ για να του φορτωθεί οποιαδήποτε κατηγορία. Ποιός θα νοιαζόταν για εκείνον άλλωστε;

Όπως ανέφερε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών, «ο Παγκρατίδης, ουδεμίας τυχών επιμελείας και διαπαιδαγωγήσεως, ετράπη εις την οδόν της διαφθοράς, αποκτήσας πολλάς ανωμαλίας χαρακτήρος και διαστροφάς… Ήταν ενεργητικός ομοφυλόφιλος, ηδονοβλεψίας, κλέπτης, υπεξαιρέτης, πότης, λιποτάκτης και καταχραστής χασίς».

Το μοιραίο βράδυ της 7ης Δεκεμβρίου ο Παγκρατίδης έφυγε μεθυσμένος από μια ταβέρνα που τα έπινε με μια παρέα γνωστών του και μετά πέρασε λίγη ώρα «εξυπηρετώντας» έναν ομοφυλόφιλο φίλο του. Γυρνώντας σπίτι του πέρασε από το ορφανοτροφείο και θυμήθηκε ότι κάποιοι φίλοι του του είχαν πει ότι είχαν φιλενάδες τροφίμους και πήγαιναν εκεί κρυφά για να τις δουν. Μέσα στην κάθε άλλο παρά νηφάλια φάση του εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε ότι θα ήθελε κι αυτός να συνευρεθεί με μια κοπέλα και έτσι βρέθηκε στο δωμάτιο της 12χρονης.

Ο Παγκρατίδης όσο «τελειωμένος» κι αν ήταν, δεν υπήρξε ποτέ ούτε βιαστής, ούτε δολοφόνος. Αντιθέτως περιγράφεται ως ένα φοβιτσιάρικο παιδί, έρμαιο των περιστάσεων της ζωής του.

Μια κακοστημένη δικαστική πλάνη

Κατά τη διαδικασία της ανάκρισής του, ο Παγκρατίδης υπερασπίστηκε ένθερμα την αθωότητά του ως προς τα εγκλήματα στο Σέιχ Σου. Την τέταρτη μέρα της ανάκρισης όμως τελικά ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος και των τριών επιθέσεων.

Μπορεί οι ανακριτές να δήλωσαν ότι η ομολογία του έγινε «εντελώς αβιάστως», όμως, όπως σύντομα αποκαλύφθηκε, ο Παγκρατίδης δέχθηκε ψυχολογική πίεση, απειλές και υποσχέσεις για να δηλώσει ότι αυτός είναι ο περιβόητος δράκος και να κλείσει η υπόθεση.

Όταν έφυγε από τον ανακριτή, αναίρεσε την ομολογία και συνέχισε μέχρι τέλους να υποστηρίζει ότι είναι αθώος. Αποκάλυψε επίσης ότι στο κρατητήριο του υπέδειξαν τα στοιχεία που έπρεπε να δηλώσει σχετικά με το πως σκότωσε τα θύματά του.

«Είναι αλήθεια, κ. ανακριτά, ότι υπάρχουν ενέσεις που λες την αλήθεια; Εάν υπάρχουν, σας παρακαλώ να μου κάνετε μία, γιατί μʼ έβαλαν στην Ασφάλεια να πω πράγματα που ούτε γνωρίζω, ούτε έκανα!»

«Στις 9 το βράδυ της μέρας που λένε πως ομολόγησα με βάλανε σε ένα δωμάτιο που έσταζε νερό. Μετά με πήγαν σε ένα άλλο δωμάτιο όπου μου έδωσαν να φάω ένα παξιμάδι μόνο. Εκεί με κράτησαν όρθιο ως τις 10 το πρωί. Ζητούσα νερό και δεν μου δίνανε. «Πες μας» μου έλεγαν, «ότι είσαι ο δράκος και θα σου δώσουμε»… Στο μεταξύ από τη δίψα κόντεψα να τρελαθώ. Ώσπου μια στιγμή δεν άντεξα. «Δώστε μου νερό», είπα, «και θα σας πω ότι θέλετε»…».

Η δίκη του Αριστείδη Παγκρατίδη ξεκίνησε στις 11 Φεβρουαρίου του 1966 στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και ήταν το πιο σημαντικό γεγονός της πόλης εκείνη την περίοδο.

Στις 22 Φεβρουαρίου και μετά από μια σειρά αντιφατικών καταθέσεων και ψευδομαρτυριών η διαδικασία ολοκληρώθηκε και ο Παγκρατίδης κρίθηκε ένοχος για όλα τα εγκλήματα και καταδικάστηκε «τετράκις εις θάνατον»

Ασύνδετα στοιχεία

Όπως αναφέραμε και νωρίτερα, η αστυνομία ήταν εξ’ αρχής σίγουρη ότι ο δράστης των επιθέσεων στο Σέιχ Σου δεν ήταν ένα, αλλά τουλάχιστον δύο άτομα. Αυτό ήταν ένα από τα πολλά στοιχεία που «παραμελήθηκαν επιμελώς» στη δίκη του Παγκρατίδη. Επίσης στο δικαστήριο δεν προσκομίσθηκαν ποτέ αποδείξεις γενετικού υλικού, αποτυπωμάτων και άλλων βασικών στοιχείων από τα μέρη του εγκλήματος.

Αντιθέτως, δεν άργησε να γίνει γνωστό ότι στις σχετικές εξετάσεις το δείγμα του Παγκρατίδη δεν ταυτοποιήθηκε με κανένα από τα ίχνη που άφησε ο πραγματικός εγκληματίας σε καμία από τις επιθέσεις!

Άλλο σημαντικό στοιχείο που αποσιωπήθηκε ήταν το γεγονός ότι τόσο η επιζήσασα της πρώτης επίθεσης, Ελεονώρα Βλάχου, όσο και η νοσοκόμα που ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον βιαστή δολοφόνο, δεν αναγνώρισαν τον Παγκρατίδη ως δράστη.

Ο εισαγγελέας ζήτησε να μην του επιβληθεί θανατική ποινή, αλλά μόνο τα ισόβια, για το ενδεχόμενο που θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι ο «δράκος» ήταν άλλος. Το δικαστήριο όμως επέλεξε τέσσερις φορές την θανατική ποινή (γιατί δεν μπορούσε να ρισκάρει τέτοια ευκαιρία).

Με συνοπτικές λοιπόν διαδικασίες και κουκουλώνοντας όπως-όπως τις πιο κρίσιμες αποδείξεις, ένας άσχετος, αθώος 26χρονος, κρίθηκε ένοχος χωρίς να του επιτραπεί ποτέ να αποδείξει την αθωότητά του.

Η εκτέλεση ενός αθώου

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης έμεινε για δύο χρόνια μετά την καταδίκη του στις φυλακές του Γεντί Κουλέ στο Επταπύργιο. Όταν έφτασε η μέρα της εκτέλεσής του, ο ιερέας των φυλακών τον μετέλαβε και το μόνο που εξομολογήθηκε για άλλη μια φορά ο Παγκρατίδης ήταν ότι είναι αθώος: «Είμαι πούστης, έκλεψα, ζητιάνεψα, όμως δε σκότωσα!»

Τα ξημερώματα της 6ης Φεβρουαρίου του 1968 οδηγήθηκε στο μέρος που συνδέθηκε για πάντα με το όνομά του, το δάσος του Σέιχ Σου. Η οικογένειά του δεν είχε καν ειδοποιηθεί για να παρευρεθεί στην εκτέλεση. Στήθηκε στα έξι μέτρα μπροστά από το 12μελές απόσπασμα και εκτελέστηκε ακριβώς στις 7:06 π.μ. Η τελευταία του κουβέντα χάραξε το ατελές τέλος της τραγικής του ιστορίας:

«Μανούλα μου, είμαι αθώος!»

Όσο περνούσαν τα χρόνια όλο και περισσότερα στοιχεία ήρθαν στο φως σχετικά με την συνωμοσία ενοχοποίησης του Παγκρατίδη. Δημοσιογράφοι, πρώην αστυνομικοί και άλλοι εμπλεκόμενοι μάρτυρες των τότε γεγονότων αποκάλυψαν ότι είχαν δεχθεί απειλές για τις οικογένειές τους, ώστε να μην αποκαλύψουν τη σκευωρία και ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, αφού «η εντολή είχε έρθει από ψηλά».

Το σίγουρο είναι ότι ο Αριστείδης Παγκρατίδης δεν ήταν ο δράκος του Σέιχ Σου, η δίκη του ήταν μια στημένη παρωδία και παρόλο που όλα αυτά τα γεγονότα είναι γνωστά εδώ και πολλά χρόνια από τότε, ποτέ κανείς δεν άνοιξε ξανά την υπόθεση για να αναζητήσει τον πραγματικό δολοφόνο…

Και ο πραγματικός «δράκος» του Σέιχ Σου ποιός ήταν;;

Οι επικρατέστερες φήμες που συζητήθηκαν σχετικά με τον πραγματικό «δράκο» είναι πως ήταν ένας νεαρός μανιοκαταθλιπτικός και συγκεκριμένα ο Αίαντας Σκλαβούνος, που ζούσε σε μια έπαυλη δίπλα στο Σέιχ Σου. Οι σχετικές έρευνες όμως δεν φαίνεται να έφεραν επίσημα κάποιο αποτέλεσμα. Άλλες φήμες θέλουν ως ένοχο τον γιο ενός επιφανούς επιχειρηματία της πόλης, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι οι δράστες (που αποδεδειγμένα ήταν δύο) ήταν ένας βιομήχανος με συνεργό τον σοφέρ του, που φυγαδεύτηκε στην Αμερική.

Επίλογος: Άλλη μια υπόθεση που στιγμάτισε την Ελληνική Δικαιοσύνη της νεώτερης ιστορίας. Άλλη μια παραπλάνηση του κόσμου στο όνομα των πολιτικών συμφερόντων. Άλλος ένας αθώος στο χώμα και άλλος ένας εγκληματίας ελεύθερος.
Προηγούμενο άρθροΠίσω από τις λέξεις: Γνωστές φράσεις και από που προέρχονται
Επόμενο άρθρο10 στα 10 με τη Λένα Μαντά
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here