Το όνομα του μικρού χωριού Κωσταλέξι έγινε συνώνυμο της απομόνωσης, της κακομεταχείρισης και της απανθρωπιάς. Η τραγική ιστορία της Ελένης Καρυώτη κατέκλυσε τα μέσα της εποχής σοκάροντας την κοινή γνώμη.

Μια ιστορία που μυθοποιήθηκε μέσω του τύπου και απομυθοποιήθηκε μέσω της αληθινής της τραγικότητας, της άγνοιας, της ανύπαρκτης κρατικής μέριμνας και της αναίσχυντης εκμετάλλευσης.

40 χρόνια αργότερα η υπόθεση στο Κωσταλέξι συνεχίζει να σοκάρει, αλλά και να γεμίζει με ερωτηματικά όσους την μελετούν. Τι πραγματικά συνέβη; Ποιος έφταιγε; Τι απέγινε η Ελένη;

__________________________

Η ιστορία

7 Νοεμβρίου 1978

Η μέρα που το χωριό Κωσταλέξι της Λαμίας έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα μέσω μιας αποτρόπαιης υπόθεσης, που στοιχειώνει το όνομά του μέχρι σήμερα.

Η αστυνομία ανακαλύπτει την 47χρονη Ελένη Καρυώτη, που βρέθηκε για 29 ολόκληρα χρόνια έγκλειστη στο υπόγειο του σπιτιού της οικογένειάς της. Η γυναίκα βρισκόταν σε ημιάγρια κατάσταση, γυμνή, αδύναμη και τρομαγμένη, σκεπασμένη με μια κουβέρτα και ανίκανη να μιλήσει με κάτι περισσότερο από άναρθρες κραυγές.

Οι εφημερίδες της εποχής κατακλύζονται από την δραματική ιστορία δίνοντας στην υπόθεση μια μυθιστορηματική πλοκή. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα γράφτηκαν τότε, η έφηβη Ελένη Καρυώτη ερωτεύτηκε την περίοδο του εμφυλίου πολέμου έναν “αντάρτη” του ΕΛΑΣ ή, κατά άλλη εκδοχή, έναν δάσκαλο κομμουνιστικών φρονημάτων.

Καθώς όμως οι γονείς της ήταν σκληροπυρηνικοί βασιλόφρονες, ήταν αντίθετοι σ’ αυτή σχέση και για να την εμποδίζουν, αλλά και για να γλυτώσουν την “ντροπή”, αποφάσισαν να την κρατήσουν απομονωμένη στο υπόγειο του σπιτιού. Τιμωρημένη και φυλακισμένη από την ίδια της την οικογένεια, επειδή αγάπησε, η Ελένη έμεινε στο βρώμικο υπόγειο, μακριά από το φως του ήλιου για 29 ολόκληρα χρόνια χάνοντας τελικά και τα λογικά της.

Όλοι στο χωριό γνώριζαν εξαρχής την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ελένη, όμως κανείς ποτέ δεν μίλησε. Ένας περίεργος όρκος σιωπής που καλλιέργησε μια τραγωδία με πολλούς ενόχους. Δεν έγινε ποτέ γνωστό ποιος έκανε τελικά την ανώνυμη καταγγελία μετά από 30 χρόνια και ξεσκέπασε το μυστικό στο σπίτι των αδερφών Καρυώτη.

Η Ελένη μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο της Λαμίας και αργότερα σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Παρά την διαταραγμένη ψυχική της κατάσταση, φαίνεται πως άρχισε σε σύντομο χρονικό διάστημα να επικοινωνεί με τους γύρω της, ενώ άρχισαν να κυκλοφορούν και συνεντεύξεις της. Συνεντεύξεις από ένα άτομο που μέχρι ένα μήνα πριν δεν μπορούσε καν να μιλήσει…

Δίκη χωρίς μάρτυρες κατηγορίας

Οι εφημερίδες πούλησαν αμέτρητες φυλλάδες με το ανήκουστο ερωτικό δράμα ξεσηκώνοντας ένα απαράμιλλο λαϊκό δικαστήριο. Το πανελλήνιο περίμενε καθηλωμένο κάθε νέα εξέλιξη και πληροφορία που δημοσιευόταν για το γεγονός. Δημοσιεύτηκαν ακόμη και φωτογραφίες του φερόμενου αγαπημένου της και δεν δίστασαν να ανακηρύξουν ύποπτα τα αδέρφια για δολοφονία του άντρα. Η οργή όλων στράφηκε στην οικογένεια και ζητούσαν τιμωρία και εκδίκηση.

Τα αδέρφια Καρυώτη οδηγήθηκαν σε δίκη κατηγορούμενοι για την αρπαγή, απομόνωση και κακοποίηση της αδερφής τους. Η Μαρία, η Ολυμπιάδα και ο Ευθύμιος, ήταν αγρότες με την ελάχιστη, βασική μόρφωση του δημοτικού. Κανένας τους δεν είχε παντρευτεί ή φύγει από το πατρικό τους, καθώς “είχαν καθήκον να φροντίζουν την Ελένη”.

Καθ’ όλη την διάρκεια της δίκης τους δεν εξέφρασαν κανένα συναίσθημα ενοχής, ενώ έδειχναν ως το τέλος ότι δεν καταλάβαιναν καν γιατί ακριβώς είχαν κατηγορηθεί.

“Την Ελένη την αγαπάμε. Εμείς το καθήκον μας κάναμε. Τη κοιτάζαμε για 30 χρόνια. Τη καθαρίζαμε κάθε μέρα. Της δίναμε φαγητό. Σε τι φταίξαμε;”
Κανένας μάρτυρας κατηγορίας δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τους και στις 9 Ιανουαρίου του 1980 τα αδέρφια αθωώθηκαν πανηγυρικά.

Οι κάτοικοι του Κωσταλέξι, που είχε γίνει πλέον πασίγνωστο με τον χειρότερο τρόπο, κατηγορούσαν τα μέσα και τις αρχές ότι δυσφήμισαν τον τόπο τους, ενώ και τα αδέρφια Καρυώτη μιλούσαν για παραποίηση των στοιχείων και παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής.

Η αλήθεια

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε, όταν η εκπομπή “Μηχανή του Χρόνου” έκανε την έρευνά της και αποκάλυψε την πραγματική ιστορία πίσω από την υπόθεση Κωσταλέξι δίνοντας στα γεγονότα μια εντελώς νέα διάσταση.

Η όλη ιστορία με τον απαγορευμένο έρωτα με την πολιτική πινελιά ήταν προφανώς ένα ψέμα των μέσων ενημέρωσης, ενώ και τα υπόλοιπα στοιχεία της ιστορίας είχαν παρουσιαστεί ανακριβή ή υπερβολικά ή ήταν απλώς μυθοπλασίες.

Η Ελένη δεν εμφάνισε σημάδια ψυχοπάθειας λόγω του φερόμενου εγκλεισμού και κακοποίησής της, αλλά ήταν πάσχουσα από νεαρή ηλικία. Από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, την δεκαετία του ’50, είχε διαγνωστεί με βαριάς μορφής σχιζοφρένεια. Στην τρυφερή της ηλικία είχε γίνει αυτόπτης μάρτυρας σε κάποιες από τις πιο σκληρές στιγμές της ιστορίας του χωριού, γεγονός που φαίνεται ότι κλόνισε καταλυτικά τον ψυχισμό της.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις του ψυχιάτρου της Δημήτριου Ντούνια στο δικαστήριο, η κατάστασή της ήταν αρκετά σοβαρή.

“Έσπαζε τζάμια. Έσχιζε τα ρούχα της. Πετούσε τα φαγητά. Γύριζε σαν άγριο θηρίο. Είχε και παραλήρημα.”

Για ένα διάστημα είχε εισαχθεί στο Δημόσιο Ψυχιατρείο στο Δαφνί, όμως οι συνθήκες που επικρατούσαν εκεί ήταν κάθε άλλο παρά ευνοϊκές. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι στην Ελλάδα εκείνης της εποχής η έννοια της ψυχιατρικής μέριμνας και υποστήριξης ήταν σχεδόν άγνωστη και άτομα με τέτοιες παθήσεις ήταν ουσιαστικά καταδικασμένα. Ο κόσμος είχε πλήρη άγνοια και φόβο και τέτοιες περιπτώσεις ατόμων κατέληγαν στιγματισμένα στο περιθώριο. Μαζί τους συνήθως και οι οικογένειές τους.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν λοιπόν και αυτή της Ελένη Καρυώτη. Ο πατέρας της βλέποντας την κατάσταση που επικρατούσε στο ψυχιατρείο, αρνιόταν να αφήσει εκεί το παιδί του. Έτσι αποφάσισε να την κρατήσουν υπό την δική τους προστασία στο σπίτι τους (και όχι στο υπόγειο). Αφενός για να έχουν υπό έλεγχο τα ξεσπάσματα της ασθένειάς της και αφετέρου για να “κρυφτούν” και να προστατευτούν όλοι στην κλειστή κοινωνία όπου ζούσαν.

Μαζί της απομονώθηκαν και οι ίδιοι. Οι γονείς άφησαν σχεδόν “ευχή και κατάρα” στα υπόλοιπα παιδιά τους να μην εγκαταλείψουν την αδερφή τους όταν εκείνοι πεθάνουν. Και έτσι τα αδέρφια με τη σειρά τους απαρνήθηκαν τις προσωπικές τους ζωές, δεν έκαναν ποτέ δικές τους οικογένειες και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος. Δεσμοφύλακες και προστάτες ταυτόχρονα. Σίγουρα όχι απάνθρωποι και σαδιστικοί βασανιστές, όπως τους είχαν παρουσιάσει οι εφημερίδες.

Άλλωστε στην πραγματικότητα οι συνθήκες στις οποίες ζούσαν και τα αδέρφια στο σπίτι δεν ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες της αδερφής τους. Φτωχοί, αγράμματοι και σε μια εποχή που δεν γνώριζαν πολλά από υγιεινή, ήταν όλοι με έναν τρόπο θύματα και ένοχοι σε ένα τραγικό λάθος, που όμως δεν μπορούσαν να αντιληφθούν. Το ίδιο και οι συγχωριανοί τους που δεν πήραν ποτέ θέση στην όλη ιστορία, παρά μόνο για να επιβεβαιώσουν την πράγματι σοβαρή ψυχική της κατάσταση.

Ήταν “η τρελή του χωριού” και η απομόνωσή της ήταν αυτονόητη, αφού και οι κρατικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να την βοηθήσουν ήταν ανύπαρκτοι.

Οι ίδιοι οι ψυχίατροι που την εξέτασαν κατέθεσαν στο δικαστήριο ότι οι συνθήκες εγκλεισμού στο σπίτι της δεν θα είχαν μεγάλη διαφορά από τις συνθήκες που θα βίωνε σε ένα ίδρυμα.

Ποιος έφταιγε πραγματικά;

Ποιός μπορεί να κατηγορηθεί πράγματι για την τραγική ιστορία της Ελένης; Οι συγγενείς δεν γνώριζαν πως να διαχειριστούν αυτό που της συνέβαινε, όμως την αγαπούσαν και έτσι την κράτησαν σε μια “χρυσή” φυλακή. Η κοινωνία τριγύρω ήταν βουτηγμένη στις προκαταλήψεις και την έλλειψη μόρφωσης, εξίσου ανίκανη να βοηθήσει. Όλα ήταν μια σειρά λάθος εκτιμήσεων και αποφάσεων από ανθρώπους που δεν γνώριζαν ποιό ήταν το σωστό.

Σε τελική ανάγνωση, την μεγαλύτερη ευθύνη φέρει τελικά το ίδιο το κράτος, οι φορείς που ούτε καν μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, δεν βοήθησαν την άρρωστη γυναίκα. Όταν τα φώτα της δημοσιότητας έσβησαν, η Ελένη, που είχε επιβεβαιωθεί με 100% αναπηρία και δεν είχε καν βελτιωθεί η κατάστασή της, αφέθηκε να επιστρέψει στην επιμέλεια των αδερφών της. Χωρίς γιατρούς, φάρμακα και καμία κοινωνική μέριμνα που θα άρμοζε στην περίπτωσή της.

Οι “άγριοι” της σημερινής μας ιστορίας λοιπόν είναι το κράτος και τα μίντια, που δυστυχώς συχνά συναγωνίζονται σε σαδισμό και μισανθρωπία τους χειρότερους εγκληματίες.

Εδώ που τα λέμε, δεν κρατήθηκαν καν τα προσχήματα στην υπόθεση ενός ατόμου που “τάισε” για μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς έλεος τα αδηφάγα μέσα ενημέρωσης και στοίχισε για πάντα την φήμη μιας οικογένειας και ενός ολόκληρου χωριού. 

_______________________

Η περίεργη και γεμάτη δράμα και μυστήριο ιστορία είχε ένα εξίσου περίεργο τέλος όταν το 1998 η Ελένη Καρυώτη εξαφανίστηκε δια μαγείας. Κάποιοι υποστήριξαν ότι κλείστηκε σε μοναστήρι, άλλοι ότι έπεσε θύμα απαγωγής, σενάρια που δεν επιβεβαιώθηκαν και δεν θα ήταν και τόσο πιθανά για μια γυναίκα σχεδόν 70 ετών.

Μέχρι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε…

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.