Αν ζούσαμε στις πολιτείες της Καλιφόρνια ή της Αριζόνα κάπου θα είχαμε ακούσει σίγουρα την ιστορία της Winnie Ruth Judd ή της “φόνισσας των μπαούλων” (“The trunk murderess”), όπως έγινε αργότερα γνωστή.

Για διάφορα σημεία της ιστορίας της κυκλοφορούν διαφορετικές εκδοχές, που από τότε μέχρι σήμερα δημιουργούν ερωτηματικά και συζητήσεις γύρω από την υπόθεση. Οι αμφιβολίες ως προς το τι τελικά έγινε και το πως εν τέλει θα έπρεπε να τιμωρηθεί, έφεραν στην επιφάνεια για άλλη μια φορά την συζήτηση περί επιβολής ή όχι της θανατικής ποινής.

Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή…

_______________________________________

Η Winnie Ruth McKinnell γεννήθηκε στην περιοχή της Indiana των ΗΠΑ στις 29 Ιανουαρίου του 1905 σε μια θρησκόληπτη και ήσυχη οικογένεια. Ο πατέρας της Rev. H.J. McKinnell ήταν ιερέας στη εκκλησία των Μεθοδιστών.

Δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά σχετικά με τα παιδικά της χρόνια και φαίνεται πως οι συνθήκες στην οικογένειά της ήταν αρκετά φυσιολογικές.

Το μόνο γνωστό στοιχείο που είχαν επιβεβαιώσει οι γονείς της ήταν η τάση μυθοπλασίας που είχε. Μικρή φανταζόταν ιστορίες, τις οποίες φαίνεται πως υποστήριζε εμμονικά ως αληθινές. Εξαιτίας αυτού ήταν επίσης συχνά νευρική και συναισθηματικά ευάλωτη.

Κάποια στιγμή στην εφηβεία της επέμενε πως είχε μείνει έγκυος, μέχρι που οι γονείς της έφεραν γιατρό να την εξετάσει και διαπιστώθηκε ότι δεν είχε καν έρθει ποτέ σε ερωτική επαφή. Αργότερα το έσκασε για κάποιες μέρες από το σπίτι της και όταν γύρισε, υποστήριζε ότι την απήγαγαν και ότι εκεί που ήταν γέννησε και το παιδί.

Οι γονείς της, παρόλο που ανησυχούσαν με την περίεργη εμμονή της κόρης τους με την μητρότητα, απέδιδαν το γεγονός στη μικρή της ηλικία, σε μια ανωριμότητα και ανάγκη για προσοχή που θα της περνούσε.

Ένας αλλόκοτος γάμος

Ανήλικη ακόμα η Winnie βρέθηκε να δουλεύει στο νοσοκομείο της περιοχής, όπου γνώρισε τον Dr. William C. Judd, έναν βετεράνο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που της έριχνε τουλάχιστον 25 χρόνια. Παντρεύτηκαν όταν η Winnie ήταν μόλις 17 ετών και μετακόμισαν στο Μεξικό.

Ο Dr. Judd ήταν εθισμένος στη μορφίνη λόγω των τραυματισμών από τον πόλεμο και δυσκολευόταν να κρατήσει για πολύ καιρό μια δουλειά. Κάπως έτσι το ζευγάρι άλλαζε αρκετά συχνά τόπους διαμονής και συνεπώς δεν είχανε και κάποιο σταθερό οικονομικό εισόδημα. Επίσης ο σύζυγός της δεν είχε καμία σχέση με τη θρησκεία και τη νοοτροπία που είχε συνηθίσει η Winnie από την οικογένειά της, γεγονός που την έκανε ασταθή και ευάλωτη ψυχολογικά.

Η Winnie δεν σταμάτησε ποτέ να θέλει απεγνωσμένα να αποκτήσει παιδί και αυτό δημιουργούσε συχνά ένταση στη σχέση του ζευγαριού. Λέγεται πως ο άντρας της θεωρούσε ότι εκείνη δεν είναι σε σωστή ψυχολογική κατάσταση ώστε να γίνει μητέρα και της το αρνιόταν κατηγορηματικά.

Επίσης αναφέρεται πως η Winnie είχε δύο αποτυχημένες εγκυμοσύνες (ή μια έκτρωση, που της είχε κάνει ο ίδιος ο άντρας της, και μια αποβολή). Άλλες πηγές αναφέρουν ότι πιθανόν λόγω ηλικίας και των θεμάτων υγείας του ο Dr. Judd απλά δεν μπορούσε ο ίδιος να κάνει παιδί.

Όπως και να’χει και για διάφορους προφανείς λόγους οι συνθήκες μεταξύ του ζευγαριού δεν ήταν οι καλύτερες και όλα αυτά τα γεγονότα έφεραν την Winnie αντιμέτωπη με την κατάθλιψη. Θέλησε πολλές φορές να φύγει από τον άντρα της, όμως ένιωθε ότι τον αγαπούσε και ήθελε να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τον εθισμό του.

Νέα αρχή, νέα μπερδέματα

Κάποια στιγμή ο Dr. Judd χάνει ξανά τη δουλειά του και οι δυό τους βρίσκονται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Όταν εκείνος ξοδεύει και τα τελευταία τους χρήματα και πουλάει και το αυτοκίνητό τους για να πάρει πάλι τα ντρόγκια του, η Winnie πλέον ξεσπά. Τον αφήνει σε μια κλινική βετεράνων και φεύγει για το Phoenix της Arizona, όπου βρίσκει δουλειά ως γκουβερνάντα σε μια πλούσια οικογένεια.

Τα πράγματα εκεί είναι πολύ καλά για την Winnie και γίνονται ακόμα καλύτερα όταν γνωρίζει τον 44χρονο και γοητευτικό γείτονα της οικογένειας, Jack Halloran.

Ο τύπος ήταν η κλασσική περίπτωση του πλούσιου άντρα που συχνάζει σε κοσμικές εκδηλώσεις και πάρτυ, ξέρει πως να γοητεύει με την παρουσία του και φλερτάρει με τις γυναίκες, παρόλο που ήταν και ο ίδιος παντρεμένος. 

Προσπαθώντας να ισορροπήσει κάπου ανάμεσα στην πληγωμένη αγάπη για τον σύζυγό της και τις ηθικές αρχές που είχε από μικρή η Winnie τελικά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην γοητεία του Jack και σύντομα οι δυό τους άρχισαν να έχουν παράνομη ερωτική σχέση.

Η Winnie βρήκε επίσης μια καλύτερη δουλειά ως γραμματέας στην ιδιωτική κλινική Grunow. Εκεί γνώρισε την 32χρονη Agnes Anne LeRoi και την 24χρονη Hedvig “Sammy” Samuelson, με τις οποίες έγιναν οι καλύτερες φίλες.

Η Sammy είχε προσβληθεί από φυματίωση και λέγεται πως οι δύο γυναίκες είχαν έρθει στην Αριζόνα για να βρουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για την υγεία της Sammy. Πολλοί υποστηρίζουν επίσης ότι η Ann και η Sammy ήταν ομοφυλόφιλες και είχαν ερωτική σχέση μεταξύ τους.

Στην αρχή η Winnie έμεινε μαζί τους στο μικρό τους στούντιο στη 2929 North Second Street. Η συγκατοίκηση των τριών γυναικών όμως έφερε προβλήματα μεταξύ τους, έτσι η Winnie μετακόμισε σε άλλο σπίτι μόνη της.

Έκαναν πάντως πολύ στενή παρέα τόσο οι τρεις τους, όσο και μαζί με τον Halloran και κάποιους επίσης παντρεμένους φίλους του, που συνήθιζε να φέρνει μαζί του. Μαζευόντουσαν όλοι μαζί, πάρταραν και έπιναν μπόλικο αλκοόλ, ενώ συχνά οι άντρες έδιναν στις κοπέλες δώρα και χρήματα (φαντάζομαι με το αζημίωτο).

Η Ann και η Sammy φαίνεται πως είχαν κι εκείνες μια παραπάνω συμπάθεια στον Jack, ο οποίος πολλές φορές πήγαινε σπίτι τους ακόμα κι αν δεν ήταν εκεί και η Ruth.

“Οι φόνοι των μπαούλων”

Ένα βράδυ, το φθινόπωρο του 1931, η Ruth γνώρισε στον Jack μια γνωστή τους νοσοκόμα, την Lucy Moore και οι τρεις τους βγήκαν μαζί χωρίς να καλέσουν την Ann και τη Sammy (στις οποίες η Ruth είχε πει ότι δεν μπορεί να βρεθούνε, γιατί θα είχε δουλειά). Με δεδομένο ότι και οι τρεις γυναίκες είχαν ερωτική έλξη και ιστορία με τον Jack, μια νέα γυναίκα στο προσκήνιο ήταν από μόνη της απειλή. Το γεγονός επίσης ότι η Ruth του σύστησε τη νοσοκόμα, έκαναν την Ann και τη Sammy καχύποπτες απέναντί της.

Το επόμενο βράδυ, στις 16 Οκτωβρίου του 1931, η Ruth επισκέφτηκε το σπίτι της Ann και της Sammy για να παίξουν μπριτζ. Ξεκινώντας κουβέντα για τον Jack και τη νοσοκόμα άρχισε να υπάρχει μεταξύ τους όλο και μεγαλύτερη ένταση. Η Ann και η Sammy απείλησαν τη Ruth ότι θα αποκάλυπταν στον Jack ότι η νοσοκόμα που τους γνώρισε έχει σύφιλλη. Η Ruth τις απείλησε με τη σειρά της ότι αν το έκαναν αυτό θα αποκάλυπτε σε όλους στο νοσοκομείο ότι οι δυό τους ήταν λεσβίες.

Κάπου εκεί τα αίματα άναψαν και, όπως αναφέρουν κάποιες πηγές, η Sammy έβγαλε ένα όπλο και απείλησε τη Ruth. Οι δυό τους πιάστηκαν στα χέρια και μέσα στον καβγά το όπλο εκπυρσοκρότησε και σκότωσε τη Sammy. Η Ann σοκαρισμένη επιτέθηκε στη Ruth και εκείνη πήρε το όπλο και τη σκότωσε.

Το γεγονός βέβαια ότι η Sammy είχε σοβαρό θέμα υγείας γέννησε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσε να εμπλακεί σε βίαιη πάλη. Μια άλλη εκδοχή της ιστορίας λέει ότι η Ruth πήγε εκείνο το βράδυ στο σπίτι των γυναικών έχοντας μαζί της η ίδια το 25άρι περίστροφο και ένα μαχαίρι και σκότωσε και τις δύο φίλες της στον ύπνο τους.

Σε κάθε περίπτωση ο παρονομαστής των μεταξύ τους συγκρούσεων ήταν το κόλλημα όλων τους γι’ αυτόν τον Jack και το αποτέλεσμα ήταν ένα: η Ruth βρισκόταν ανάμεσα σε δύο δολοφονημένα πτώματα και κάτι έπρεπε να γίνει.

Κατάφερε να χωρέσει το σώμα της Ann σε ένα μπαούλο μεταφοράς, όμως οι υπόλοιπες βαλίτσες που είχε ήταν μικρότερες για να χωρέσουν και το δεύτερο πτώμα. Έτσι η Winnie τεμάχισε το νεκρό σώμα της Sammy και έβαλε το κεφάλι, τον κορμό και το κάτω μέρος των ποδιών σε ένα μικρότερο μπαούλο. Το υπόλοιπο σώμα το χώρεσε σε ένα κουτί για καπέλα και μια μικρή βαλίτσα.

Δύο μέρες μετά, την Κυριακή 18 Οκτωβρίου του 1931, η Ruth βρέθηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Phoenix μαζί με τις μακάβριες αποσκευές της και πήρε το νυχτερινό τραίνο για το Los Angeles.

Για κακή της τύχη -και όπως ήταν αναμενόμενο- οι βαλίτσες της άρχισαν να κινούν υποψίες λόγω της έντονης μυρωδιάς που ανέδιδαν, καθώς και λόγω του ότι φαινόταν να βγαίνουν από μέσα τους περίεργα υγρά. Οι υπάλληλοι του σταθμού θεώρησαν ότι μπορεί να έχουν μέσα κάποια λαθραία εμπορεύματα και ζήτησαν από την Winnie να τα ελέγξουν. Εκείνη τους είπε ότι δεν γίνεται γιατί το κλειδί το είχε ο άντρας της. Λίγο μετά ήρθε ο αδερφός της Burton να την πάρει από τον σταθμό και εκείνη έφυγε μαζί του αφήνοντας τις βαλίτσες πίσω της.

Η αστυνομία παρέλαβε τις ύποπτες αποσκευές και δεν άργησε να έρθει αντιμέτωπη με το σοκαριστικό τους περιεχόμενο, τα αιμόφυρτα κομμάτια σώματος δύο γυναικών, κάποια ματωμένα ρούχα και κάτι σημειώματα.

Οι έρευνες για την κάτοχο των αποσκευών άρχισαν αμέσως και κράτησαν μερικές μέρες, τις οποίες η Ruth κρυβόταν. Τελικά παραδόθηκε μόνη της στην αστυνομία στις 23 Οκτωβρίου.

Όταν η αστυνομία πήγε στο σπίτι των δύο γυναικών για να ερευνήσει τα εκεί στοιχεία, μπήκαν μέσα μαζί τους και δημοσιογράφοι και διάφοροι γείτονες. Η ύπαρξη τόσων ανθρώπων εκεί είχε ως αποτέλεσμα να αλλοιωθούν διάφορα στοιχεία και να αρχίσει το όλο μπέρδεμα με τις διάφορες εκδοχές της ιστορίας. Αργότερα κάποιος επίσης εκμεταλλεύτηκε το σπίτι για να βγάλει λεφτά κάνοντάς ξεναγήσεις σε τουρίστες στον χώρο που έγιναν οι περίφημοι φόνοι των μπαούλων.

Η δίκη της “ξανθιάς φόνισσας”

Η φωτογραφία της νεαρής Ruth φιγουράριζε σε όλες τις εφημερίδες μαζί με τους χαρακτηρισμούς “Tiger Woman”, “Blonde Butcher” και ο επικρατέστερος “Trunk Murderess”.

Στην δίκη της Winnie ακούστηκαν διάφορες εκδοχές για το χρονικό των φόνων με άλλες να υποστηρίζουν ότι έδρασε σε πλαίσια αυτοάμυνας και άλλες να επιμένουν ότι σκότωσε τις φίλες της από ζήλια πηγαίνοντας στο σπίτι τους με αυτό τον σκοπό.

Τέθηκε επίσης σε συζήτηση το γεγονός ότι ενδεχομένως να υπήρχε και κάποιος συνεργός είτε στο ίδιο το έγκλημα είτε μετά στον τεμαχισμό των πτωμάτων, αφού μια νεαρή γυναίκα θα ήταν δύσκολο να έχει κάνει μόνη της την όλη διαδικασία.

Η ίδια η Winnie είχε δηλώσει ότι μετά το φονικό είχε καλέσει τον Jack, ο οποίος της είπε ότι θα τα κανονίσει όλα. (δύο πτώματα μέσα στο αίμα χωμένα σε βαλίτσες που θα ταξιδέψουν με επιβατικό τραίνο δεν το λες ακριβώς και “τα κανονίζω όλα”)

Το περίεργο είναι ότι ο Jack Halloran βρισκόταν εκεί κάθε μέρα της δίκης και παρακολουθούσε την διαδικασία χωρίς να καταθέσει ποτέ τίποτα και χωρίς και να ερωτηθεί από κανέναν για τίποτα.

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1932 η Winnie κρίθηκε ένοχη για τον φόνο της Ann και της Sammy και καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Η απόφαση αυτή ξεσήκωσε διάφορες αντιδράσεις με μια μερίδα υποστηρικτών να διαφωνούν με την θανατική καταδίκη και να επιμένουν ότι έπρεπε να κριθεί πιο “επιεικώς” λόγω προφανούς ψυχικής ασθένειας.

Πράγματι τελικά η απόφαση άλλαξε και η Winnie δεν εκτελέστηκε ποτέ. Θεωρήθηκε παράφρων και κλείστηκε στο ψυχιατρείο Arizona State Asylum, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια.

Εκεί έδειξε υποδειγματική συμπεριφορά (για τρελή) και ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στο προσωπικό και τους άλλους τροφίμους. Παρόλα αυτά το έσκασε από το ψυχιατρείο 7 φορές! Η τελευταία φορά ήταν το 1962, που κατάφερε να μείνει έξω 6μιση χρόνια, ώσπου την ανακάλυψαν να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στο σπίτι μιας πλούσιας ανάπηρης.

Το 1971 αποφασίστηκε ότι μπορεί πλέον να αφεθεί ελεύθερη.

Η μέχρι τότε Winnie Ruth Judd άλλαξε το όνομά της σε Marian Lane και πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της στο Stockton της Αγγλίας με τον σκύλο της, Skeeter. Τελικά πέθανε στις 23 Οκτωβρίου του 1998, ελεύθερη και ήρεμη στον ύπνο της, σε ηλικία 93 ετών! 

Ο άντρας της Dr. Judd πέθανε την περίοδο που η Winnie βρισκόταν στο ψυχιατρείο. Οι γονείς της μετακόμισαν στην περιοχή για να βρίσκονται κοντά της και την στήριζαν μέχρι το τέλος. Ο πατέρας της έπαθε έμφραγμα και πέθανε, ενώ η μητέρα της έζησε για αρκετά χρόνια και η Winnie την φρόντιζε μέχρι να πεθάνει.

Όσο για τον Jack Halloran, τα σχόλια για την ανάμειξή του στην υπόθεση των φόνων δεν άργησαν να πάρουν μεγάλες διαστάσεις, που τελικά τον οδήγησαν κατηγορούμενο στο δικαστήριο. Η κατάθεση της Winnie ότι ο Jack ήταν ο συνεργός της και αυτός “τακτοποίησε” τα πτώματα θεωρήθηκε “μια ακόμα ψεύτικη ιστορία της τρελής μυθομανούς” και το δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο. Σύντομα όμως ο ίδιος ο κοινωνικός του κύκλος τον απομόνωσε, έχασε τους ανθρώπους του, τη φήμη του και τη δουλειά του και πέθανε το 1939.

Ηθικό δίδαγμα: Οι φίλοι μπορούν να μοιράζονται διάφορα πράγματα, αλλά σίγουρα όχι τους γκόμενους/γκόμενές τους. Τι γιατί;!
Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.