Ο πρωταγωνιστής της πιο ανατριχιαστικής οικογενειοκτονίας στη χώρα, του “ειδεχθέστερου εγκλήματος της δεκαετίας του ’70”, έμελλε να γίνει και ο τελευταίος βαρυποινίτης στην Ελλάδα, στον οποίο εφαρμόστηκε η θανατική ποινή.

Ο λόγος για τον Βασίλη Λυμπέρη, έναν 27χρονο πατέρα δύο μικρών παιδιών, που δεν δίστασε να θυσιάσει με φρικτό τρόπο τόσα εκείνα όσο και τη γυναίκα του και την πεθερά του ελπίζοντας πως η απώλειά τους θα του εξασφάλιζε το οικονομικό βόλεμα που επιθυμούσε…

Ας δούμε όμως την ιστορία μας από την αρχή.

_________________________________________

Μια μοιραία γνωριμία

Ο Βασίλης Λυμπέρης γνωρίστηκε με τη μέλλουσα γυναίκα του, Βασιλική Μάρκου, τον Μάιο του 1967, όταν βρισκόταν στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών κάνοντας παρέα στον πατέρα του, που είχε υποστεί ένα έμφραγμα. Στον ίδιο θάλαμο νοσηλείας βρισκόταν και ο πατέρας της κοπέλας, Π. Μάρκου. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν και άρχισαν να κάνουν παρέα, που σύντομα μετατράπηκε σε ερωτική σχέση. Μόλις λίγους μήνες αργότερα αρραβωνιάστηκαν και παντρεύτηκαν στις 17 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Τον πρώτο καιρό τα πράγματα κυλούσαν όμορφα ανάμεσα στο ζευγάρι, ώσπου άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα προβλήματα. Ο Λυμπέρης έχασε τη δουλειά του και αναγκάστηκαν να στηρίζονται οικονομικά από τους γονείς της Βασιλικής. Παράλληλα είχαν αποκτήσει και το πρώτο τους παιδί, τη μικρή Παναγιώτα, τον Ιούνιο του 1969.

Λόγω των οικονομικών τους προβλημάτων, κατοικούσαν πλέον μαζί με τα πεθερικά του κι ενώ με τον πεθερό του είχαν μια σχέση εκτίμησης, ο Λυμπέρης δεν άντεχε καθόλου την πεθερά του, η οποία, όπως ο ίδιος έλεγε, ανακατευόταν σε όλα.

Πουλώντας ένα οικόπεδο της γυναίκας του άνοιξε κάποια στιγμή μια επιχείρηση με μπαταρίες, η οποία όμως δεν ευδοκίμησε και έκλεισε σύντομα. Την ίδια περίοδο έφυγε από τη ζωή και ο πεθερός του και τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο για τον νεαρό Λυμπέρη.

Τα μεροκάματα που έκανε απο’δω κι απο’κει πολλές φορές δεν αρκούσαν και αναγκαζόντουσαν να δανειστούν, ενώ οι καβγάδες του με την πεθερά του είχαν κορυφωθεί. Ένα ακόμα δικό της οικόπεδο, που κατάφερε να αποσπάσει και να πουλήσει, τελικά το χρησιμοποίησε για να πάρει νέο αυτοκίνητο. Εν τω μεταξύ, η Βασιλική εκείνο το διάστημα ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, τον Γιώργο.

Οι οικονομικές συνθήκες που δεν έβλεπαν βελτίωση και οι εντάσεις στο σπίτι ώθησαν τον Λυμπέρη να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να μετακομίσει μόνος του σε ένα σπίτι που νοίκιαζε στην πλατεία Βάθης της Αθήνας. Βασικά, σχεδόν μόνος του, γιατί ο κύριος είχε αποκτήσει και γκόμενα, την 18χρονη Μαρία Γκίκα.

Η γυναίκα του είχε μάθει για την ερωμένη του άντρα της, την οποία ο ίδιος της είχε πει ότι ήθελε και να παντρευτεί! Λίγες μέρες αργότερα βέβαια, γύρισε πάλι στη Βασιλική ζητώντας της να τον συγχωρέσει και προσπαθώντας να πείσει για μια ακόμα οικονομική συνδρομή από την μητέρα της. Η Βασιλική σύντομα αποφάσισε ότι δεν μπορεί να τον ανέχεται άλλο και ξεκίνησε τις διαδικασίες διαζυγίου, για το οποίο ορίστηκε δικαστήριο στις 18 Ιανουαρίου.

Γνωστοί και γείτονες που γνώριζαν την οικογένεια ανέφεραν τα χειρότερα για τον Λυμπέρη εξαρχής. Τον χαρακτήριζαν άμυαλο και άστοργο τύπο, που δεν νοιαζόταν καθόλου για την γυναίκα και τα παιδιά του, φερόταν άσχημα και απαξιωτικά και σπαταλούσε πολλά από τα ελάχιστα χρήματα τους (ή τα δανεικά) ξενυχτώντας σε κέντρα διασκέδασης με πολύ ποτό και καλοπέραση με διάφορες παρέες ή και άλλες γυναίκες.

Από τη δική του πλευρά εκείνος μάλωνε με την πεθερά του ζητώντας κι άλλα χρήματα και έλεγε για την γυναίκα του ότι δεν έκανε για οικογένεια, ότι δεν του ταίριαζε και δεν του άξιζε…!!

Liberis.JPG

Ένας τύπος που προφανώς δεν ήξερε να δουλεύει και δεν είχε τα κότσια να στηρίξει σωστά τις υποχρεώσεις του, κατηγορούσε για την κατάντια του όλους τους υπόλοιπους και έψαχνε εγωιστική επιβεβαίωση στις επιδράσεις του ποτού και τις εφήμερες επαφές (στις οποίες ποιος ξέρει τι παπάτζες έλεγε για να τον θεωρούν άξιο και αδικημένο).

Κάπου μέσα στο θολό σκηνικό που ζούσε στο μυαλό του και μετά και την κίνηση διαζυγίου της γυναίκας του, άρχισε να αποζητά εκδίκηση και σκαρφίστηκε την φαεινή ιδέα να ξεφορτωθεί την οικογένειά του, ώστε να μπορέσει έτσι να βάλει και χέρι στην περιουσία της πεθεράς του. Πιο συγκεκριμένα, σκέφτηκε να τους κάψει όλους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι!

Μια διαταραγμένη συνωμοσία

Σύμφωνα με τις αναφορές από τους κοντινούς φίλους του, που λειτούργησαν ως συνεργοί του, ο Λυμπέρης είχε πραγματικά “κολλήσει” με την ιδέα της ομαδικής δολοφονίας πιστεύοντας πως έτσι θα έβρισκε την ηρεμία του. Είχε μάθει μάλιστα για κάποιον που είχε κάψει το σπίτι του και την οικογένειά του χωρίς να συλληφθεί ποτέ και είχε πειστεί ότι εύκολα θα μπορούσε να κάνει κι εκείνος το ίδιο.

Οι φίλοι του, που κατά κύριο λόγο ήταν και μικρότεροί του, προσπαθούσαν να τον συνετίσουν λέγοντάς του ότι μπορεί και με άλλους τρόπους να τα βρει με τη γυναίκα του, ότι πρέπει να σκεφτεί τα παιδιά του και ότι θα κινδύνευε προφανώς από την αστυνομία.

Ο Λυμπέρης όμως ήταν ανένδοτος και με την αυτοπεποίθηση του ψυχασθενή. Ένιωθε ότι έπρεπε να εκδικηθεί την πεθερά του καταφέρνοντας έτσι να κερδίσει την περιουσία της. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν μάλλον τυχαία εμπόδια στο δρόμο του. Θεωρούσε επίσης πως επειδή το σπίτι της οικογένειας ήταν σε σχετικά απομονωμένο σημείο, θα μπορούσε να πραγματοποιήσει το τέλειο έγκλημα χωρίς να γίνει αντιληπτός.

Κι αφού ήταν τόσο έξυπνος ώστε να μοιραστεί με τους φίλους του το φρικτό του σχέδιο, προσπάθησε να τους πείσει να τον βοηθήσουν στην πραγματοποίησή του τάζοντας τους ένα μερίδιο από τα χρήματα που θα κληρονομούσε. Βέβαια, συμφώνησε μαζί τους πως η οικογένειά του δεν θα ήταν εκεί όταν θα έβαζαν φωτιά στο σπίτι και τους απείλησε να μην μαρτυρήσουν τίποτα στην αστυνομία, “αλλιώς θα τους καθάριζε”.

Το τερατώδες έγκλημα

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 1972

Ήταν γύρω στις 2 τα ξημερώματα όταν ο 27χρονος Λυμπέρης, έχοντας καταναλώσει γερή ποσότητα αλκοόλ, ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του για το σπίτι της οικογένειάς του, που βρισκόταν στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου. Μαζί του ήταν οι φίλοι του, ο 18χρονος Παύλος Αγγελόπουλος και ο 25χρονος Θεόδωρος Καπρέτσος. Ο τρίτος φίλος, ο 20χρονος Αθανάσιος Σταμάτης δεν πήρε μέρος στο έγκλημα, αλλά γνώριζε τι θα γινόταν.

Όταν έφτασαν στη μικρή μονοκατοικία της οδού 28ης Οκτωβρίου, ο Καπρέτσος έμεινε απ’ έξω να κρατάει τσίλιες και ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο μπήκαν στο σπίτι έχοντας μαζί τους τρία μπιτόνια με βενζίνη. Ο πρώτος κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της γυναίκας του, ενώ ο άλλος πήγε στο δωμάτιο της πεθεράς. Εκεί κοιμόταν ήσυχα στην κούνια του και ο μικρός Γιώργος, που ήταν τότε μόλις ενός έτους.

Ο Αγγελόπουλος στο ένα δωμάτιο και ο Λυμπέρης στο άλλο άδειασαν τη βενζίνη στο χώρο και πετώντας από ένα αναμμένο σπίρτο παρέδωσαν τα πάντα σε έναν πύρινο εφιάλτη. Σύντομα άρχισαν οι εκρήξεις λόγω της βενζίνης, το σπίτι γέμισε φλόγες και καπνούς και ακουγόντουσαν οι φρικτές κραυγές των παιδιών που καιγόντουσαν ζωντανά… 

Η Βασιλική, που βρισκόταν στο δωμάτιό της μαζί με την 2χρονη κόρη της, πετάχτηκε από το κρεβάτι της και προσπάθησε να καλέσει βοήθεια. Ο Λυμπέρης όμως όρμηξε πάνω της, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσπρωξε με μανία μέσα στις φλόγες. Ενώ ήταν πεσμένη κάτω, την πατούσε στην κοιλιά και το στήθος για να μην μπορέσει να σηκωθεί…

Ο 18χρονος Αγγελόπουλος όταν άκουσε τα ουρλιαχτά και συνειδητοποίησε ότι και τα παιδιά ήταν τελικά στο σπίτι, λύγισε, τρελάθηκε. Πήρε το τρίτο μπιτόνι βενζίνης και πήγε να το ρίξει πάνω στον Λυμπέρη να τον εκδικηθεί για το ψέμα του και την κατάσταση που τον είχε μπλέξει. Ο ψυχάκιας μας όμως πρόλαβε να κρυφτεί και να γλυτώσει έχοντας μερικά ελαφρά εγκαύματα στα χέρια, το πρόσωπο και το ένα πόδι.

Με το σπίτι παραδομένο στις φλόγες, τα τραγικά θύματα να βιώνουν τις τελευταίες μαρτυρικές στιγμές τους και τον τόπο να μυρίζει καμμένη σάρκα και καπνό, οι δράστες έφυγαν γρήγορα χωρίς κάποιος να τους δει. 

Ο Λυμπέρης απείλησε και πάλι τους συνεργούς του ότι αν μιλήσουν, θα τους καθάριζε κι αυτούς, ενώ έδωσε στον Αθανάσιο Σταμάτη να πετάξει τα καμμένα τους ρούχα. “Ό,τι έγινε, έγινε, μη μιλήσει κανείς”, τους είχε πει χαρακτηριστικά.

Φρικτές αποκαλύψεις

Ξημερώματα της επόμενης μέρας, ο άντρας της αδερφής της Βασιλικής, Αντώνης Στρογγυλούδης, πέρασε από την περιοχή με το αυτοκίνητο πηγαίνοντας στη δουλειά του και σταμάτησε βλέποντας καπνούς να βγαίνουν από το σπίτι. Άρχισε να φωνάζει τους γείτονες για βοήθεια και μπήκε στο σπίτι από την εξώπορτα, πάνω στην οποία οι δράστες είχαν αφήσει το κλειδί.

Πίσω από την πόρτα βρισκόταν πεσμένη σε άθλια κατάσταση, αλλά ακόμα ζωντανή, η κουνιάδα του Βασιλική. Εκτός από τις φλόγες που έκαιγαν ακόμα, η μυρωδιά των καμμένων ανθρώπων μέσα στο σπίτι ήταν αφόρητη. Λίγο πιο’κει βρισκόταν και το καμένο κορμάκι του αγοριού. Φαίνεται πως η μητέρα είχε συρθεί μαζί του ως εκεί σε μια απελπισμένη προσπάθεια να σωθούν από το φλεγόμενο σπίτι.

Το 2χρονο κοριτσάκι βρέθηκε επίσης καμένο στο δωμάτιο, όπου κοιμόταν με τη μητέρα του, ενώ η γιαγιά, η 55χρονη Αντιγόνη Μάρκου, βρέθηκε νεκρή και παραμορφωμένη από τα εγκαύματα στο δικό της δωμάτιο. Όσοι βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στο σπίτι-κόλαση είδαν και ένιωσαν μια ασύγκριτη φρίκη, που δύσκολα θα ξεχνούσαν ποτέ.

Αρχικά όλοι υπέθεταν πως επρόκειτο για ένα τυχαίο γεγονός, ίσως κάποιο ατύχημα στο σπίτι είχε προκαλέσει την έκρηξη της πυρκαγιάς και τα άτυχα μέλη της οικογένειας είχαν εγκλωβιστεί στις φλόγες.

Η 25χρονη μητέρα, ουσιαστικά μισοπεθαμένη, μεταφέρθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών με σοβαρά εγκαύματα σε όλο της το σώμα και επίσης έχοντας τυφλωθεί. Τελικά ξεψύχησε κι εκείνη το βράδυ της ίδιας μέρας.

Πριν πεθάνει όμως πρόλαβε να μιλήσει στους συγγενείς της και τον γιατρό που βρισκόταν μαζί της και να τους αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβη.

“Μας έκαψε ο άντρας μου. Εκεί που κοιμόμουν, άκουσα έναν δυνατό κρότο και ξύπνησα. Σηκώθηκα αμέσως και αντίκρισα το σπίτι τυλιγμένο στις φλόγες. Πλησίασα το τηλέφωνο να πάρω την αστυνομία και την πυροσβεστική και τότε είδα μπροστά μου τον άντρα μου. Τη στιγμή που πήγα να πιάσω το τηλέφωνο, ο άντρας μου με άρπαξε και με πέταξε στη φωτιά. Με πατούσε στο στήθος για να μην μπορώ να σηκωθώ. Και ενώ με πατούσε, μου έλεγε: Τώρα θα τα πληρώσεις όλα…”.

Η νεκροψία του ιατροδικαστή Σπύρου Καψάσκη έδειξε ότι και τα τέσσερα θύματα έφεραν πάνω τους εκτενή εγκαύματα δευτέρου και τρίτου βαθμού, οι δύο γυναίκες στο 95% του σώματός τους και τα δύο αδερφάκια στο 75%.

Η κηδεία της οικογένειας έγινε στις 6 Ιανουαρίου 1972 στο νεκροταφείο Χαλανδρίου-Βριλησσίων παρουσία εκατοντάδων ανθρώπων, που θρηνούσαν και αποζητούσαν δικαίωση. Δύο μικρά φέρετρα και δύο μεγάλα, που έμειναν κλειστά λόγω των φρικτών παραμορφώσεων που είχαν υποστεί τα σώματα των άτυχων θυμάτων.

Δικαίωση και δικαιοσύνη

Ο Βασίλης Λυμπέρης και οι συνεργοί του το βράδυ μετά το φονικό έπεσαν για ύπνο και την επόμενη μέρα σηκώθηκαν και πήγαν στις δουλειές τους. Ο Λυμπέρης φρόντισε να τους δασκαλέψει, αν τους ρωτήσει κανείς, να πούνε ότι εκείνο το βράδυ ήταν όλοι μαζί στο σπίτι του και έπαιζαν χαρτιά. Όσο για τα εγκαύματα που έφερε στο σώμα του, θα έλεγε ότι τα απέκτησε από ένα καμινέτο που έσκασε πάνω του, καθώς έφτιαχνε καφέ.

Δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον πατέρα του, ο οποίος πήρε να τον ενημερώσει για την τραγωδία που είχε συμβεί στην οικογένειά του και εκείνος έκανε τον ανήξερο ρωτώντας πως μπορεί να έγινε κάτι τέτοιο. Μετά, σίγουρος πλέον πως είχε πράγματι ξεπαστρέψει “τα εμπόδιά του”, πήγε στο σπίτι του φονικού, όπου ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος και συνέχισε να κάνει τον ανήξερο και θλιμμένο πατέρα.

Ο Θεός όμως αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη. Σύντομα οι αρχές έμαθαν για τις καταθέσεις της γυναίκας του στο νοσοκομείο πριν πεθάνει και διέταξαν την σύλληψη του Λυμπέρη. Η πραγματική αιτία πίσω από την οικογενειοκτονία είχε αποκαλυφθεί.

Μπροστά στους ανακριτές πλέον ο Λυμπέρης προσπάθησε αρχικά να συνεχίσει το θέατρο πιστεύοντας ακόμα πως θα σώσει το τομάρι του με μερικά πρόχειρα ψέματα. Τους είπε τις ψεύτικες ιστορίες ότι εκείνο το βράδυ έπαιζε χαρτιά με τους φίλους του κι ότι είχε καεί από καμινέτο, όμως τα εγκαύματα σε διάφορα σημεία πάνω του έδειχναν ότι κάτι σε όλα αυτά δεν κολλούσε.

Όσο έβλεπε ότι δεν τον πίστευαν, συνέχισε να αραδιάζει το ένα ψέμα μετά το άλλο προσπαθώντας να τους μπερδέψει, ώσπου έμαθε ότι η γυναίκα του είχε παραμείνει λίγες παραπάνω ώρες ζωντανή, αρκετές για να μάθουν όλοι την αλήθεια. Τότε ο Λυμπέρης αναγκάστηκε να ομολογήσει, “Ναι, εγώ έβαλα τη φωτιά και τους έκαψα”.

Ακόμα και τότε όμως συνέχισε να φάσκει και να αντιφάσκει υποστηρίζοντας μια ότι ήθελε να κάψει μόνο το σπίτι και μια ότι δεν ήξερε τάχα πως η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν εκεί. Αρνιόταν επίσης αυτό που ξεκάθαρα ήξεραν όλοι, ότι προέβη σε αυτή την πράξη με σκοπό να καρπωθεί την περιουσία της πεθεράς του και να ζήσει τη ζωάρα του ελεύθερος.

Όταν βρέθηκε ξανά στο μοιραίο σπίτι για να γίνει η αναπαράσταση του εγκλήματος φάνηκε εντελώς ασυγκίνητος και ανεπηρέαστος από το ανατριχιαστικό σκηνικό των δωματίων και τη μυρωδιά καμένου σώματος που είχε ποτίσει την ατμόσφαιρα.

Προσπάθησε μάλιστα να ρίξει τη μεγαλύτερη ευθύνη στον συνεργό και φίλο του, τον 18χρονο Αγγελόπουλο, υποστηρίζοντας ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ο ίδιος είχε λιγοψυχήσει και ο φίλος του ήταν αυτός που έκανε τις πιο αποφασιστικές κινήσεις. Έλεγε ότι άκουσε μόνο τη φωνή της πεθεράς του κι ότι ως το τέλος νόμιζε ότι η γυναίκα και τα παιδιά του δεν ήταν εκεί. Τα παιδιά που ούρλιαζαν μέσα στη φωτιά και η γυναίκα του, την οποία έσπρωχνε ο ίδιος στις φλόγες για να καεί.

“Κατηγορούμαι ότι εν γνώσει μου έκαψα τα παιδιά, τη γυναίκα μου και την πεθερά μου. Δεν είμαι κακούργος. Από το κελί μου παρακαλώ τον Θεό και τα παιδιά μου να με συγχωρέσουν. (…) Δεν είμαι τρελός, όπως λένε πολλοί ότι προσπαθώ να εμφανιστώ. Αυτή τη λύση βρήκα.”

Οι συνεργοί του κατέθεσαν επίσης λέγοντας όλα όσα ήξεραν και έζησαν μαζί με τον Λυμπέρη σχετικά με το γεγονός. Εκείνοι μπορούσαν να ρίξουν και περισσότερο φως στην υπόθεση γνωρίζοντας όσα έλεγε και σχεδίαζε πριν ακόμα πραγματοποιήσει το τρελό του σχέδιο.

Ομολόγησαν κι εκείνοι την συμμετοχή τους χωρίς πολλά πολλά και έδειχναν φανερά συντετριμμένοι και μετανιωμένοι που τον βοήθησαν. Και οι τρεις δήλωσαν στο δικαστήριο ότι δεν ζητούν επιείκεια και δέχονται κάθε απόφαση της δικαιοσύνης.

Στη δίκη κατέθεσαν και οι συγγενείς της οικογένειας, που “έκαψαν” ακόμα περισσότερο το προφίλ του δράστη μετά και τις αποκαλύψεις των συνεργών του.

“Από τη στιγμή που μπήκε στην οικογένειά μας αυτός ο άνθρωπος ήταν η καταστροφή του σπιτιού του πεθερού μου. Και όλο αξιώσεις και όλο απαιτήσεις ήταν. Πάντα ζήταγε λεφτά και τα κατασπαταλούσε. Είχε κάνει τη ζωή πολύ δύσκολη στη γυναίκα του και σε όλους μας.”
(απόσπασμα από την κατάθεση του Αντώνη Στρογγυλούδη)

Η δίκη του Λυμπέρη και των τριών φίλων του ξεκίνησε στις 5 Μαΐου του 1972 στο Μεικτό Κακουργιοδικείο Αθηνών και ολοκληρώθηκε δύο ημέρες αργότερα. Ο Βασίλης Λυμπέρης καταδικάστηκε τέσσερις φορές σε θάνατο, όπως και ο βασικός συνεργός του, ο Παύλος Αγγελόπουλος. Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε ο Θεόδωρος Καπρέτσος, ενώ ο Θανάσης Σταμάτης σε τρία χρόνια φυλάκιση (για απόκρυψη της εγκληματικής ενέργειας των υπόλοιπων).

Ο πρωταγωνιστής μας βρέθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, από όπου μετακινήθηκε σύντομα καθώς δεχόταν απειλές για τη ζωή του από τους συγκρατούμενούς του. Τελικός σταθμός μέχρι την εκτέλεσή του ήταν οι φυλακές Αλικαρνασσού, όπου κρατούνταν στην απομόνωση.

Νωρίς το πρωί της Παρασκευής 25 Αυγούστου του 1972 βρέθηκε απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, όπου έκλεισε η αυλαία της ταραγμένης ζωής του.

Την ίδια μέρα επρόκειτο να εκτελεστεί και ο συνεργός του, Παύλος Αγγελόπουλος, όμως ο τότε δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος του έδωσε χάρη λόγω του νεαρού της ηλικίας του και η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Τελικά αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Η εκτέλεση του 27χρονου οικογενειοκτόνου, Βασίλη Λυμπέρη, ήταν και η τελευταία που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, πριν την κατάργηση της θανατικής ποινής το 1993.

 

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.