Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, διάφορες καταστάσεις και αιτίες μπορούν να γίνουν μια ικανή αφορμή για κάποιον να φτάσει στα άκρα, να “θολώσει” και να παραβεί την εντολή του “ού φονεύσεις”. Ακόμα και αυτές που μπορεί να μοιάζουν οι πιο μικρές κι ασήμαντες.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του 35χρονου Νίκου Κοεμτζή, που καταδικάστηκε σε θάνατο έχοντας σκοτώσει τρεις ανθρώπους και τραυματίσει άλλους επτά για μια παραγγελιά τραγουδιού σε νυχτερινό κέντρο που δεν πήγε όπως ήθελε…

__________________________________

Ο Νίκος Κοεμτζής, του Παναγιώτη και της Αναστασίας, γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1938 στο Αιγίνιο Πιερίας και ήταν το δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του. Αφού σαν μαθητής στο σχολείο δεν τα κατάφερνε, έφυγε σε νεαρή ηλικία από το χωριό του και πήγε στην Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα κάνοντας διάφορες δουλειές για τα προς το ζην.

Το 1965 βρέθηκε για πρώτη φορά στα χέρια της αστυνομίας, καθώς συνελήφθη με μια τετραμελή συμμορία διαρρηκτών μαζί με τον αδερφό του Δημοσθένη και άλλα δύο άτομα. Ο ίδιος συνελήφθη ξανά και για ένοπλη ληστεία. Κάπως έτσι, ο Νίκος Κοεμτζής συγκέντρωσε ποινές φυλάκισης 6 ετών τις οποίες εξέτισε και βγήκε από την φυλακή το 1972.

Φονικό για την τιμή ενός ζεϊμπέκικου

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 1973

Λίγο αφότου είχε αποφυλακιστεί, ο 35χρονος τότε Κοεμτζής ζούσε στην Αθήνα και εργαζόταν σε ένα μαγαζί ως “κράχτης”. Εκείνο το μοιραίο βράδυ βρέθηκε με την παρέα του, τον αδερφό του Δημοσθένη, τον φίλο του Θωμά Καραμάνη και δύο κοπέλες, στο νυχτερινό κέντρο “Νεράιδα της Αθήνας”, στο οποίο τραγουδούσε ο Κώστας Καρουσάκης.

Κάποια στιγμή ο Νίκος φαίνεται πως μάλωσε με μια από τις δύο κοπέλες, με την οποία είχε σχέση και σύντομα οι γυναίκες της παρέας αποχώρισαν από το μαγαζί. Οι τρεις φίλοι συνέχισαν να διασκεδάζουν στο κατάμεστο κέντρο και ο Νίκος ήθελε οπωσδήποτε να καμαρώσει τον αδερφό του να χορεύει ένα βαρύ ζεϊμπέκικο.

Ήταν γύρω στις 2 τα ξημερώματα και ο Καρουσάκης έλεγε το τελευταίο τραγούδι για να κλείσει το πρόγραμμά του, όταν ο Δημοσθένης Κοεμτζής ζήτησε μια παραγγελία, το τραγούδι “Βεργούλες” του Βαμβακάρη. Ο τραγουδιστής μετά από λίγη πίεση από τα αδέρφια του απάντησε πως θα το έλεγε ο επόμενος καλλιτέχνης που θα ανέβαινε στην πίστα, ο Τάκης Αθανασιάδης.

Ο Αθανασιάδης ξεκίνησε πράγματι το δικό του πρόγραμμα με την παραγγελιά των αδερφών Κοεμτζή, όμως μόλις η ορχήστρα άρχισε να παίζει το γνωστό τραγούδι, σηκώθηκαν πολλοί από τους θαμώνες στην πίστα για να χορέψουν αγνοώντας την ιδιαίτερη περίπτωση ή για άλλους τον “άγραφο κανόνα της παραγγελιάς”.

Τα αδέρφια ενοχλήθηκαν με αυτό και ζητούσαν από τον τραγουδιστή να τους πει όλους να κατέβουν από την πίστα. Ο κόσμος όμως ήταν πολύς και δεν έδωσε κανείς σημασία. Ο Νίκος, ο νταής της παρέας, είχε ήδη αρχίσει να εκνευρίζεται και του έλεγε: “Γιατί ξηγιέσαι έτσι, ρε Αθάνα; Γιατί έτσι, ρε Τάκη;”.

Ο τραγουδιστής μην μπορώντας να κάνει περισσότερα έδωσε το μικρόφωνο στον Δημοσθένη κι εκείνος είπε ξανά “ρε παιδιά, είναι παραγγελιά το τραγούδι”. Όχι μόνο δεν τον άκουσε κανείς, αλλά φαίνεται πως κάποιος τον έβρισε κιόλας και τον έσπρωξε ρίχνοντάς τον κάτω. Πρόκειται για έναν αστυνομικό με την παρέα του, όπως έμαθαν αργότερα,  που φαίνεται να του είπε “Άντε ρε φλώρε, που θέλεις και ειδική παραγγελία για να χορέψεις”.

Ο Νίκος τότε βγήκε εκτός εαυτού, ήδη εκνευρισμένος με την παραγγελιά που δεν έγινε “όπως έπρεπε” και την επίθεση στον αδερφό του. Σηκώθηκε και ούρλιαξε προς τους υπόλοιπους “Παραγγελιά ρε! Δεν ακούτε ρε, παραγγελιά!”.

Την ίδια στιγμή τράβηξε από τη ζώνη του το μαχαίρι που κουβαλούσε και σε ανύποπτο χρόνο άρχισε να το κουνάει πάνω κάτω μακελεύοντας αδιακρίτως όποιον βρισκόταν τριγύρω του στην πίστα. Ο φίλος του Θωμάς, που έτρεξε πίσω του να τον σταματήσει, δέχτηκε μια ξόφαλτση μαχαιριά στην κοιλιά και είδε τον Νίκο με τα μάτια “γυρισμένα προς τα πάνω” καταλαβαίνοντας πως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε κρίση.

Ακολούθησε ένα πραγματικό μακελειό. Αίματα, ουρλιαχτά, φωνές, κλάματα, άνθρωποι πεσμένοι στην πίστα, άλλοι να τρέχουν πανικόβλητοι και ένα κέντρο σε μια κατάσταση πανικού. Ο Κοεμτζής σε έναν παροξυσμό και συνεχίζοντας να καρφώνει ό,τι πετύχαινε γύρω του κινήθηκε προς την έξοδο του μαγαζιού και διέφυγε στο σπίτι του.

Την επόμενη μέρα έμαθε από τις εφημερίδες πως είχε σκοτώσει τρεις ανθρώπους από τους θαμώνες του μαγαζιού και είχε τραυματίσει καλά άλλους επτά, μεταξύ των οποίων και τον καλύτερό του φίλο.

Νεκροί ήταν ο 28χρονος Μανώλης Χριστοδουλάκης, υπενωμοτάρχης της τότε Χωροφυλακής, ο 31χρονος Δημήτρης Πεγιάς, αστυφύλακας της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών και ο 34χρονος Γιάννης Κούρτης, μηχανικός αυτοκινήτων.

Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάκης που έκανε την νεκροψία των πτωμάτων έκανε λόγο για “λυσσαλέα χτυπήματα, που μαρτυρούν επαγγελματία δολοφόνο”. “Ο δράστης ήταν τεχνίτης. Χαρακτηριστικά σας αναφέρω ότι όταν κάρφωνε την λεπίδα στα σώματα των θυμάτων του, έστριβε το μαχαίρι για να κάνει σίγουρη δουλειά.”

Η ψυχολόγος Δήμητρα Ζαγκανά χαρακτήρισε τον Κοεμτζή ως μια “παθολογικά ναρκισσιστική φύση στο πλαίσιο μιας παρεκκλίνουσας αντικοινωνικής συμπεριφοράς”.

 

“Ο Νίκος Κοεμτζής είχε ένα υπέρμετρο εγώ και μια αίσθηση παντοδυναμίας, η οποία τον είχε φέρει αντιμέτωπο από μικρή ηλικία με τον νόμο, αφού είχε εμπλακεί σε ληστείες, είχε συλληφθεί και κατηγορηθεί για μικροκλοπές και γενικότερα είχε υιοθετήσει από μικρή ηλικία μια αντικοινωνική συμπεριφορά.

Αυτό το υπέρμετρο εγώ με τους δικούς του ηθικούς νόμους και κανόνες για την ζωή, είναι ικανό να θολώσει τη διάνοια και μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο ανά πάσα στιγμή στις πιο ακραίες, υπερβολικές και παράλογες πράξεις. Μέσα του κρύβει επιθετικότητα λόγω της ανάγκης του να ασκεί έλεγχο και να κυριαρχεί στο περιβάλλον του. (…) η επιθετικότητα γίνεται τρόπος έκφρασης της απογοήτευσης και της εκδικητικότητας, που μπορούν να αναπτύξουν τα άτομα με υπέρμετρο εγώ. Η εγκληματική πράξη γίνεται η προσπάθεια επανόρθωσης του πληγωμένου εγωισμού του ατόμου.”

Επεισοδιακή σύλληψη και καταδίκη

Δύο μέρες μετά το αναπάντεχο φονικό, ο μικρός αδερφός, Δημοσθένης Κοεμτζής, συνελήφθη και σειρά είχε ο δράστης. Ο Νίκος Κοεμτζής όμως δεν ήταν και τόσο διατεθειμένος να αποδεχτεί τις συνέπειες της πράξης του και συνέχισε τα νταηλίκια.

Όταν τον είχαν περικυκλώσει οι αστυνομικοί για να τον συλλάβουν, έβγαλε και πάλι το μαχαίρι του φόνου και τους απειλούσε, ενώ κάποια στιγμή αποπειράθηκε να καρφώσει με αυτό τον επικεφαλής αστυνόμο Δρανά. Τότε οι άλλοι αστυνομικοί τον πυροβόλησαν στα πόδια καταφέρνοντας τελικά να τον συλλάβουν. Ο Νίκος Κοεμτζής δεν σταμάτησε να απειλεί τους αστυνομικούς ούτε όταν βρισκόταν στο νοσοκομείο για ανάρρωση.

Στην ανάκριση, αλλά και σε κάθε μελλοντική του κουβέντα για το φονικό υποστήριξε πως θόλωσε το μυαλό του, γιατί νόμιζε ότι θα σκότωναν τον αδελφό του, ενώ έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι ήταν μεθυσμένος και δεν σκεφτόταν καθαρά. Μέχρι την δίκη του κρατήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού.

Τον Νοέμβριο του 1973 καταδικάστηκε από το Μεικτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας τρεις φορές με θανατική ποινή για τρείς ανθρωποκτονίες από πρόθεση και επτά φορές ισόβια για τις υπόλοιπες επιθέσεις.

Ο αδερφός του Δημοσθένης καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων για σωματικές βλάβες σε βάρος αστυνομικού, ενώ ο Θωμάς Καραμάνης, που ήταν και τραυματίας και μέρος της παρέας του θύτη, κρίθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών.

Πριν ακόμα βρεθεί μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα, ο Κοεμτζής είδε την ποινή του να αλλάζει σε ισόβια κάθειρξη το 1977, καθώς η θανατική ποινή καταργήθηκε στην Ελλάδα. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος τον Μάρτιο του 1996 έχοντας συμπληρώσει στην φυλακή 23 χρόνια.

Αναφέρεται πως ο Κοεμτζής υπήρξε υποδειγματικός ως φυλακισμένος και δήλωνε πως είχε μετανιώσει για τις πράξεις του. Δεν δημιουργούσε ποτέ προβλήματα με τους συγκρατούμενους ή το προσωπικό των φυλακών, ενώ δεν είχε κάνει και ποτέ χρήση της πενθήμερης άδειας που δικαιούταν. Όταν τον είχε ρωτήσει σχετικά με αυτό ο δημοσιογράφος Πάνος Σόμπολος, του απάντησε:

“Φοβάμαι ότι, αν πάρω άδεια για πέντε μέρες, δεν θα την τηρήσω. Φοβάμαι ότι δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω στην φυλακή. Σου μιλάω ειλικρινά. Ασ’τα, μην το συζητάμε. Θα βγω μια και καλή. Αφού γλίτωσα τον θάνατο, όλα τα άλλα θα έλθουν”.

“Μία φορά ηλίθιος, όλη τη ζωή ηλίθιος”, έλεγε χαρακτηριστικά ο Κοεμτζής γνωρίζοντας ότι με αυτό που είχε κάνει κατέστρεψε τη ζωή του. Στην αυτοβιογραφία του αργότερα αναφέρθηκε στο μοιραίο σκηνικό ως εξής: “Την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου…”

Ξανά στην δημοσιότητα

Μετά την αποφυλάκισή του, ο Νίκος Κοεμτζής έγραψε την αυτοβιογραφία του με τίτλο “Το μακρύ ζεϊμπέκικο”, την οποία πουλούσε περιπλανώμενος στο κέντρο της Αθήνας, στην Πλάκα και το Μοναστηράκι. Τα χρήματα που έβγαζε από αυτό ήταν και τα μόνα που είχε πλέον.

Στο βιβλίο του εξιστορούσε την ζωή του από τα παιδικά του χρόνια στο Αιγίνιο Πιερίας περιγράφοντας την δράση και τις διώξεις των γονιών του ως κομμουνιστές, τις προσωπικές του περιπέτειες, το επίμαχο έγκλημα, καθώς και τα σκληρά χρόνια που έζησε στην φυλακή.

Έξω πλέον ήταν υποχρεωμένος για μερικά χρόνια ακόμα να παρουσιάζεται ανά 15 ημέρες στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του και φυσικά δεν του επιτρεπόταν να απομακρυνθεί από το χωριό του, το Αιγίνιο, όπου έμενε.

Μόλις τον Αύγουστο όμως του 1996 το όνομά του φιγουράρισε ξανά στις εφημερίδες, καθώς “κλέφτηκε” με την γυναίκα ενός στενού του φίλου και εξαφανίστηκαν από το Αιγίνιο μένοντας κάπου στην Αθήνα…

Η 40χρονη γυναίκα επέστρεψε αργότερα στην οικογένειά της, ενώ ο Κοεμτζής παρέμεινε στην Αθήνα και στον δρόμο ως το τέλος της ζωής του. Το 2009 πήρε και επίσημα άδεια από τον Δήμο Αθηναίων να πουλάει το βιβλίο του στο κέντρο.

Μια μέρα, ο γιός ενός εκ των θυμάτων του Κοεμτζή πέρασε από τον πάγκο του. Ξεκίνησε να του μιλάει θυμωμένα και επιθετικά, αλλά τελικά η κουβέντα τους κράτησε ώρες και στο τέλος συμφώνησαν ότι θα μιλούσαν ξανά. Δεν πρόλαβαν όμως.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 πέθανε από έμφραγμα, σε ηλικία 73 ετών, την ώρα που πουλούσε βιβλία στο τραπεζάκι του στο Μοναστηράκι. Διακομίστηκε από διασώστες του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο, όμως κάπου εκεί το τέλος της πολυτάραχης ζωής του άλλοτε θανατοποινίτη Κοεμτζή είχε ήδη γραφτεί.

________________________________

Παρόλο που η κοινή γνώμη τον θυμάται ως το “κτήνος”, τον εγκληματία του τριπλού φονικού για ένα τραγούδι, όσοι τον γνώρισαν προσωπικά από την φυλακή και μετά τον περιγράφουν ως έναν ηθικό άνθρωπο, που έδειχνε με κάθε τρόπο πως είχε μετανιώσει για το έγκλημά του και πως ήταν και αυτό που πραγματικά τον δίδαξε και τον άλλαξε σαν άνθρωπο.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε για εκείνον το τραγούδι “Το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο”, που κυκλοφόρησε στον δίσκο του “Ρεζέρβα” του 1979. Το 1980, ο Παύλος Τάσιος σκηνοθέτησε την ταινία “Παραγγελιά” βασισμένη στην υπόθεση του Κοεμτζή με πρωταγωνιστή τον Αντώνη Αντωνίου.

 

Πληροφορίες από τα βιβλία: “Οι αστέρες του εγκληματικού πάνθεου, όπως τους έζησα”, του Πάνου Σόμπολου και “Το μακρύ ζεϊμπέκικο”, αυτοβιογραφία του Νίκου Κοεμτζή.

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.