Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου
ανήκει στο αποκλειστικά ελληνικό κινηματογραφικό είδος «φουστανέλας»,
ένα είδος που άνθισε κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60.

Η υπόθεση γράφτηκε το 1893 και παρουσιάστηκε αρχικά σε θεατρική σκηνή στην Ακράτα, τον τόπο διαμονής του συγγραφέα. Στην πορεία όμως παρουσιάστηκε στις σκηνές της Αθήνας, της επαρχίας αλλά και διάφορων πόλεων του εξωτερικού.

Το έργο γνώρισε τόσο μεγάλη αναγνώριση που οι μικροί θίασοι το θεωρούσαν «σωσίβιο των θιάσων», μιας και πάντα εξασφάλιζε θεατές.

Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που τελικά μεταφέρθηκε λίγα χρόνια μετά και στον κινηματογράφο.

Η «Γκόλφω» γυρίστηκε για πρώτη φορά το 1914 από τον Σμυρνιό σκηνοθέτη και παραγωγό Κώστα Μπαχατώρη. Στο έργο κλήθηκαν να παίξουν τόσο γνωστοί ηθοποιοί της εποχής όσο και μέλη «μπουλουκιών» που είχαν ήδη παίξει το θεατρικό έργο περιοδεύοντες σε πόλεις και χωριά της Ελλάδος.

Ο Μπαχατώρης ξόδεψε 100.000 δραχμές για να πραγματοποιήσει το όραμά του. Το ποσό αυτό ήταν πραγματικά μυθικό για την εποχή εκείνη και δεν είχε αντίκρυσμα στο «ταμείο». Το γεγονός ανάγκασε τελικά τον παραγωγό να εγκαταλείψει οριστικά τα κινηματογραφικά σχέδιά του. Παρόλα αυτά, έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρωτοπόρους και τολμηρούς της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ιστορία της ταινίας, τώρα, αφορά την δραματοποίηση ενός θρύλου του Χελμού, που αποτελεί και την κεντρική σκηνή του δράματος.

Η Γκόλφω, μια όμορφη νεαρή, φτωχή και ορφανή βοσκοπούλα, υπηρετεί τον τσέλιγκα Ζήση. Ερωτεύεται τον Τάσο, έναν βοσκό της περιοχής αλλά δέχεται την στενή πολιορκία ενός αρχοντόπουλου, του Κίτσου. Εκείνη μένει πιστή στον Τάσο και αρνείται τις προτάσεις του Κίτσου.

Το νεαρό ζευγάρι αρραβωνιάζεται και ξεκινάει τις ετοιμασίες του γάμου. Τότε, ο Τάσος δέχεται πιέσεις για να συνάψει σχέσεις με την κόρη ενός Τσέλιγκα, την Σταυρούλα. Εκείνος, ενώ αρχικά αρνείται, τελικά υποκύπτει στις πιέσεις και την μεγάλη προίκα της Σταυρούλας και χωρίζει με την Γκόλφω.

Η νεαρή κοπέλα χάνει τα λογικά της από την ταραχή και την δυστυχία που της προκάλεσε το νέο ζευγάρι και το καταριέται με όση δύναμη είχε απομείνει στην ψυχή της.

Λίγο πριν τον γάμο τους, εκείνη τους επισκέφτηκε, τους απάλλαξε από την κατάρα και τους ευχήθηκε κάθε ευτυχία. Η μεγαλειώδης κίνηση αγάπης κλονίζει τον Τάσο, ο οποίος αλλάζει γνώμη για την επιλογή του και τρέχει να την βρει.

Δυστυχώς για εκείνον, όταν βρίσκει την Γκόλφω εκείνη έχει ήδη φαρμακωθεί και τελικά ξεψυχά στα χέρια του. Ο Τάσος δεν μπορεί να δεχτεί πως έχασε την αγάπη του και αυτοκτονεί στο πλευρό της.

Η ταινία δέχτηκε ευμενή κριτική λόγω της επίσημης πρώτης απόπειρας κινηματογράφισης μεγάλης ταινίας μυθοπλασίας και παρά τα πολλά
τεχνικά λάθη της, αγαπήθηκε από όλο τον κόσμο.

Μάλιστα, το 1955 παρουσιάστηκε η δεύτερη απόπειρα κινηματογράφισης της ταινίας, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου. 40 χρόνια μετά την πρώτη, κατάφερε και έκοψε 115.285 εισιτήρια, κατατάσσοντάς την στην 3η θέση των πιο εμπορικών ταινιών της χρονιάς. 

Η ταινία αυτή θεωρείται ορόσημο και σημείο αναφοράς στην εξέλιξη των παραστατικών τεχνών στην Ελλάδα ενώ το έργο αυτό καθεαυτό εξακολουθεί να παίζεται ακόμα και σήμερα, είτε στην πρωτότυπη εκδοχή είτε με παραλλαγές.