Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την 1η Μαΐου του 1909 και ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας Ρίτσου. Ο μικρός Γιάννης είχε την χαρά να έχει 2 μεγάλες αδερφές τη Νίνα και τη Σταυρούλα (Λούλα), κι έναν αδερφό τον Δημήτρη.

Η οικογένειά του ως επί το πλείστον ασχολούνταν με την εκμετάλλευση γης. Ο πατέρας του, Ελευθέριος Ρίτσος, ήταν διαχειριστής και κληρονόμος μιας τεράστιας κτηματικής περιουσίας παρά τις ελλιπείς γνώσεις καθώς ήταν απόφοιτος δημοτικού. Η μητέρα του από την άλλη, Ελευθερία Βουζαναρά, ήταν καλλιεργημένη κόρη πλουσίων εμπόρων.

Το ζευγάρι δεν τα πήγαινε καλά, καθώς ο Ελευθέριος ήταν μανιώδης χαρτοπαίχτης και γυναικάς.

Η παιδική ηλικία του Ρίτσου ήταν ήσυχη και ανέμελη, κοντά στη φύση και από πολύ μικρός εκδήλωσε ένα ενδιαφέρον στις τέχνες, άρχισε να ζωγραφίζει και να μαθαίνει πιάνο. Η μητέρα του διέκρινε αυτή του την κλίση και τον έκανε συνδρομητή στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων.

Η ανεμελιά του μικρού Γιάννη σταμάτησε με την έναρξη του σχολείου καθώς προτιμούσε να παίζει από τα να παρακολουθεί τα μαθήματα ενώ τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές.

Το 1917 η οικογένειά του δέχτηκε το πρώτο της πλήγμα αφού με την αγροτική μεταρρύθμιση του Ελευθέριου Βενιζέλου απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις γης και τα έχασαν σχεδόν όλα. Λίγο καιρό αργότερα, ήρθε το δεύτερο. Ο αδελφός του διεγνώσθη με υγρά πλευρίτιδα και παρότι έγιναν φιλότιμες προσπάθειες για τη θεραπεία του, ο Δημήτρης δεν τα κατάφερε και πέθανε από φυματίωση στις 6 Αυγούστου 1921.

Το κακό δεν άργησε να τριτώσει, μόλις στις 11 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, η μητέρα του, ανήμπορη να αντεπεξέλθει ψυχολογικά στην απώλεια του Δημήτρη άφησε την τελευταία της πνοή στην Πορταριά Μαγνησίας. Ο μικρός ακόμα Γιάννης, έμεινε μόνος του με την αδερφή του Λούλα, αφού η αδελφή του Νίνα είχε ήδη φύγει από το σπίτι νύφη. Τα δυο αδέρφια δέθηκαν πολύ μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα, κάτι που εκφράζεται συχνά στα μετέπειτα δημιουργήματά του.

Παρηγοριά του, εκτός από την αδελφή του, ήταν η ποίηση. Με τις δυσκολίες που περνούσαν, τα μόνα έξοδα που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν η συνδρομή του περιοδικού. Εκεί δημοσίευσε κατά το 1924-1925, τις πρώτες του ανησυχίες με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα».

Το 1925, αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο, έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα, όπου έπιασαν δουλειά. Η Λούλα άρχισε να εργάζεται σε ένα ξενοδοχείο και ο Γιάννης στο γραφείο ενός συμβολαιογράφου.

Μέχρι το 1926, τα πράγματα πήγαιναν καλά για τα δύο αδέλφια, μέχρι που προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά για ένα διάστημα. Όταν επέστρεψε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και τελείωσε δύο ποιητικές συλλογές: Στο Παλιό μας Σπίτι και το Δάκρυα και Χαμόγελα.

Τελικά δεν κατάφερε ποτέ να φοιτήσει στη σχολή αφού τον Ιανουάριο του 1927 υποτροπίασε και πάλι η υγεία του, έναν μήνα μετά εισήλθε στο νοσοκομείο-σανατόριο Σωτηρία και έμεινε εκεί για 3 χρόνια.

Στο σανατόριο γνωρίστηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, με την οποία αντάλλασσαν ποιήματα και ανέπτυξαν θερμούς δεσμούς φιλίας, ενώ ήρθε σε επαφή με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του.

Κατά την τρίχρονη παραμονή του εκεί, τα ποιήματα που έγραψε δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός».

Λίγο πριν τελειώσει η θεραπεία του, επειδή δεν είχε άλλα χρήματα να διαθέσει, τον μετέφεραν αρχικά σε στρατιωτικό νοσοκομείο κι από εκει στο Άσυλο Φυματικών Καψαλώνας. Ήταν τόσο άθλιο ως κατάλυμα και οι συνθήκες που επικρατούσαν απαράδεκτες, που ο Ρίτσος έστειλε ένα γράμμα καταγγελίας στον τύπο με το οποίο τόνιζε τα προβλήματα των ασθενών του ασύλου. Η κίνησή του απέδωσε και όλοι οι τρόφιμοι της Καψαλώνας μεταφέρθηκαν στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Κατά την παραμονή του στην Καψαλώνα ολοκλήρωσε τις πρώτες του ποιητικές συλλογές: Τρακτέρ και Πυραμίδες

Τον Απρίλιο του 1931, η Λούλα παντρεύτηκε έναν μετανάστη από την Αμερική, τον Δημήτρη Σταυρόπουλο, ο οποίος βοήθησε οικονομικά τον Γιάννη κι έτσι, λίγους μήνες μετά, επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης, όπου σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Τόσο η υγεία του όσο και τα οικονομικά του βελτιώθηκαν σταδιακά.

Ένα χρόνο μετά, ακόμα ένα δυνατό γεγονός ταρακούνησε την ζωή του. Ο πατέρας του, μη μπορώντας να αποδεχτεί την οικονομική του δυσχέρεια και αρνούμενος την ενίσχυση του περίγυρού του, έχασε τα λογικά του και μεταφέρθηκε στο ψυχιατρείο Δαφνίου. Αυτή η εξέλιξη έκανε την αδελφή του να επιστρέψει για να τον φροντίσει, παρά το γεγονός ότι είχε κι αυτή κλονισμένη ψυχολογία από την διάλυση του γάμου της.

Αυτό το διάστημα ο Ρίτσος συνεργάζεται με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» κι επιχειρεί να ακολουθήσει καριέρα χορευτή και ηθοποιού συμμετέχοντας σε διάσημους θιάσους.

Το 1934 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, άρχισε να αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη κι εξέδωσε πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Τρακτέρ με το ψευδώνυμο Σοστίρ. Ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Πυραμίδες και ξεκίνησε συνεργασία στις εκδόσεις «Γκοβόστη» ως επιμελητής κειμένων.

Επόμενος σταθμός είναι ο Μάιος του 1936, όταν και κορυφώθηκαν οι εργατικές κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη. Την 9η Μαΐου έλαβε χώρα η μεγάλη απεργία και διαδήλωση των καπνεργατών, η οποία κατέληξε με συνολικά δώδεκα νεκρούς. Την επόμενη ημέρα η δημοσίευση μιας φωτογραφίας, στην οποία αποτυπώνεται η μητέρα ενός νεκρού να σπαράζει μόνη της πάνω από τη σορό του γιου της, συγκλόνισε τον ποιητή και τον ενέπνευσε για την συγγραφή των τριών πρώτων κομματιών του Επιταφίου.

Στις 12 Μαΐου 1936 δημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη με τον τίτλο Μοιρολόι

Τα πρώτα 14 ποιήματά του εκδόθηκαν από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» σε 10.000 αντίτυπα (αριθμός ρεκόρ για την εποχή) τα οποία πουλήθηκαν σχεδόν όλα, εκτός από 250, τα οποία κάηκαν μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας από τον Ιωάννη Μεταξά στις 4 Αυγούστου του ίδιου έτους.

Ο Επιτάφιος αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα γνωστότερα ποιήματά του.

Αφήνοντας και πάλι για λίγο την πένα του, ο Ρίτσος έγινε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και έδινε παραστάσεις ως χορευτής και ηθοποιός. Ταλαιπωρήθηκε όμως αρκετά, με αποτέλεσμα να υποτροπιάσει ξανά η υγεία του. Έτσι, από τον Οκτώβριο του 1937 έως τον Απρίλιο του 1938, νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας, στο οποίο συγγράφει το Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα και την Εαρινή Συμφωνία.

Οι συμφορές όμως δεν σταμάτησαν. Η αδελφή του Λούλα οδηγήθηκε κι εκείνη στο Δαφνί, όπου βρισκόταν ο πατέρας, εισήχθη στον ακριβώς απέναντι θάλαμο και έζησε τον θάνατο του πατέρα της σε απόσταση αναπνοής… Εμπνευσμένος από τα τραγικά συμβάντα, ο Ρίτσος έγραψε το ποίημα Τραγούδι της Αδελφής μου.

Λίγους μήνες πριν βγει από το σανατόριο, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον δέχτηκε ως μέλος της ενώ με την επανένταξή του στην κοινωνία προσλήφθηκε από το Βασιλικό Θέατρο. Εκεί πρωτογνώρισε τον Μάνο Κατράκη, με τον οποίο έγιναν φίλοι για μια ζωή.

Μεταπηδά εν συνεχεία στην Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Γ. Βάμβας.

Το 1940 εκδίδει το Εμβατήριο του Ωκεανού, αλλά τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον κατέστησαν κατάκοιτο. Έτσι, εντάχθηκε στο Μορφωτικό Τμήμα του Ε.Α.Μ.

Βλέποντάς τον να περνά πολλές δυσχέρειες, προτάθηκε δημόσιος έρανος υπέρ ενίσχυσης. Οι προσφορές έφτασαν, αλλά εκείνος αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα. Αφοσιώθηκε στην συγγραφή του μυθιστορήματος Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο συνήθιζε να το διαβάζει στους επισκέπτες του.

Με τα Δεκεμβριανά, πολλές σημειώσεις και ποιήματά του κάηκαν από το άτομο στο οποίο τα είχε εμπιστευτεί, από φόβο, ενώ παράλληλα Ρίτσος κατευθύνονταν προς τη βόρεια Ελλάδα με οπαδούς του Ε.Α.Μ.

Μέσα σε αυτή την αναμπουμπούλα, καταφέρνει να γράψει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ’ άρματα.

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας επέστρεψε στην Αθήνα όπου και άρχισε γράφει στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, μέσω του οποίου δημοσίευε και ποιήματά του με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλιώτης. Εκείνη την περίοδο γνωρίστηκε με σπουδαίους ποιητές, όπως επίσης και τη μελλοντική του γυναίκα.

Αξιοσημείωτα έργα της εποχής αυτής ήταν το Ο σύντροφος μας Νίκος Ζαχαριάδης και το Υστερόγραφο της δόξας, που αναφέρονταν στον Άρη Βελουχιώτη.

Μέσα στα επόμενα 2 έτη συγγράφει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών.

Το 1948 εξορίστηκε στο Κοντοπούλι Λήμνου όπου αρχίζει να ζωγραφίζει ακουαρέλες και να κάνει σκίτσα συγκρατουμένων. Παράλληλα επικοινωνεί μέσω αλληλογραφίας με την Καίτη Δρόσου και με την αδελφή του Λούλα.

Η Λήμνος ενέπνευσε τον ποιητή και τον Φεβρουάριο του 1949 έγραψε το Καπνισμένο Τσουκάλι

Λίγους μήνες μετά, μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο, ένα μέρος για το οποίο δεν μιλούσε παρά μόνο έγραφε. Από εκεί απολύθηκε τον Ιούλιο του 1950 αλλά φυλακίστηκε ξανά, ενώ ήταν βαριά άρρωστος και μετέπειτα μεταφέρθηκε στον Άη Στράτη.

Παράλληλα υπήρξε εκστρατεία στο εξωτερικό από εξέχουσες προσωπικότητες για την απελευθέρωση του ποιητή, μεταξύ των οποίων ήταν ο Πάμπλο Πικάσο και ο Πάμπλο Νερούδα.

Όταν εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ο Ρίτσος επηρεασμένος γράφει το ποίημα Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο, το οποίο κυκλοφόρησε με το σκίτσο του Μπελογιάννη, φιλοτεχνημένο από τον Πάμπλο Πικάσο.

Τον Αύγουστο του 1952 ο Ρίτσος απολύεται πλέον οριστικά και αρχίζει να ασχολείται ακόμα πιο ενεργά. Το 1953 κυκλοφορούν μεταφράσεις του ποιητή ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ και το επόμενο έτος εκδίδει την Αγρυπνία, που περιελάμβανε τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών.

Η Αγρυπνία γράφτηκε στα χρόνια της εξορίας και τη μετέφερε ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΗ ΣΤΡΑΤΗ, μαζί με τα έργα ζωγραφικής του, στον διπλό πάτο της βαλίτσας του.

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1954 παντρεύεται με την παιδίατρο Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου και τον Αύγουστο του 1955 γίνεται πατέρας ενός υγιέστατου κοριτσιού, της Έρης.

Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την «Σονάτα του Σεληνόφωτος» κι από εκεί κι έπειτα ξεκίνησε και η διεθνής αναγνώριση.

Επίσης το ίδιο έτος θα γνωρίσει τους δημιουργούς ενός νέου εκδοτικού οίκου, τις εκδόσεις Κέδρος, ο οποίος έγινε το συγγραφικό σπίτι του, καθώς μέσω αυτού εξέδωσε μεγάλα του έργα και διάφορες μεταφράσεις ξένων συγγραφέων.

Επιστρέφοντας από τη Σοβιετική Ένωση έγραψε και δημοσίευσε στην εφημερίδα Αυγή, 36 κείμενα με τίτλο «Η Σοβιετική Ένωση σήμερα».

Ακολούθησαν άλλα δύο ταξίδια: στη Ρουμανία, όπου συνταξίδεψε με τους Στρατή Μυριβήλη, Άγγελο Τερζάκη και Μενέλαο Λουντέμη, και στην Τσεχοσλοβακία.

Κάπου στο 1960 είχε ολοκληρώσει την Ανθολογία Ρουμανικής Ποίησης και εργαζόταν στην Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών. Εκείνη την περίοδο ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί 6 ποιήματα του Ρίτσου από τον Επιτάφιο, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Στη δεκαετία του 1960 ο Ρίτσος γράφει ποιήματα για τους Γρηγόρη Λαμπράκη και Σωτήρη Πέτρουλα ενώ προς το τέλος της δεκαετίας μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και η Ρωμιοσύνη.

Η εξορία τον βρίσκει ξανά το 1967 με τη χούντα των Συνταγματαρχών, αυτή τη φορά με προορισμό τη Γυάρο.

Η διεθνής κοινότητα, ειδικά στην Ευρώπη, εκφράζεται συχνά εναντίον της χούντας των Συνταγματαρχών, με διαδηλώσεις, εκκλήσεις για την απελευθέρωση των κρατουμένων και καταγγελίες. Οι πιέσεις ανάγκασαν τους δικτάτορες να κλείσουν το στρατόπεδο στη Γυάρο και να το μεταφέρουν στα χωριά της Λέρου, Λακκί και Παρθένι.

Ο μονόλογος Αίας, είναι το αριστούργημα που εμπνεύστηκε αμέσως μετά την άφιξή του στη Λέρο.

Το 1968, οι πολιτικές εξελίξεις απογοητεύουν τόσο πολύ τον ποιητή που θα αφήσουν αλληγορικά αποτυπώματα σε διάφορα ποιήματά του. 

Στις 16 Ιουνίου, ο ποιητής ξύπνησε με πόνους στα νεφρά και διάφορες άλλες άσχημες για την υγεία του καταστάσεις, μεταφέρθηκε στον Άγιο Σάββα και ύστερα από πολλές εξετάσεις διεπιστώθη πως έχει καρκίνο. Χειρουργείται και επιστρέφει στη Λέρο έως και την απόλυσή του, έναν μήνα μετά. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Σάμο, όπου είχε κατ’ οίκον περιορισμό, δεν του επέτρεπαν να κυκλοφορεί, αλλά ούτε και να αλληλογραφεί.

Του είχε στοιχίσει που δεν μπορούσε να επικοινωνεί με τους ανθρώπους, όμως κανένας περιορισμός δεν φαίνεται να επηρέασε ποτέ τον ποιητή να εκφράζεται ελεύθερα. Έτσι, συνθέτει τις συλλογές Πέτρες, Επαναλήψεις και Κιγκλίδωμα τις οποίες γράφει σε τσιγαρόχαρτο και τις βγάζει κρυφά από την Ελλάδα στην Γαλλία, το 1969, με τη βοήθεια της Χρύσας Προκοπάκη.

Το 1971 εκδόθηκαν στη Γαλλία, σε μια δίγλωσση έκδοση που προλόγιζε ο Λουί Αραγκόν.

Εκεί, έλαβε και ο Μίκης Θεοδωράκης τα Λιανοτράγουδα, τα οποία και μελοποίησε και κυκλοφόρησε αργότερα με τίτλο 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας.

Το 1970 πεθαίνει η αδελφή του, η Νίνα και γράφει για εκείνη το ποίημα Η Ελένη.

Την ίδια χρονιά προσκλήθηκε ως τιμώμενο πρόσωπο στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Λονδίνου, μαζί με τον Πάμπλο Νερούδα κι επειδή δεν μπορούσαν να του απαγορεύσουν να πάει κλήθηκε από την κυβέρνηση και του ζητήθηκε να μην αναφερθεί αρνητικά για το καθεστώς. Ο Ρίτσος αρνήθηκε, κι έτσι εξορίστηκε ξανά στη Σάμο για λίγο καιρό μιας και η υγεία του χειροτέρεψε και μεταφέρθηκε στη Γενική Κλινική Αθηνών για να χειρουργηθεί.

Από εκεί κι έπειτα παρέμεινε στην Αθήνα, αίρεται ο κατ’ οίκον περιορισμός και προσπαθεί να σταθεί και πάλι στα πόδια του.

Το 1972 γράφει το Κωδωνοστάσιο και την Γκραγκάντα, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από τα γεγονότα που ζούσε εκείνη την εποχή, σπάζοντας και ξεπερνώντας την κοινωνική πραγματικότητα.

Τον Μάιο του 1973 συλλαμβάνεται η εκδότρια του Κέδρου, κατηγορούμενη για υπόθαλψη αντιστασιακών κινήσεων καθώς και για έκδοση κομμουνιστικών βιβλίων και ο Ρίτσος έκανε δημόσια εμφάνιση συμμετέχοντας σε διαδήλωση και έζησε από κοντά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Στο Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας, αναλύει με ποιητικό τρόπο το χρονικό εκείνης της εξέγερσης.

Έπονται τα γεγονότα στην Κύπρο, που ήταν το εφαλτήριο για την πτώση και της δικτατορίας. Αποτύπωσε τις σκέψεις του με ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στο ποίημα Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο και αποφασίζει να γυρίσει ξανά στη Μονεμβασιά. Εκεί, εμπνέεται και συνθέτει κι άλλα ποιήματα, που αφορούν την αγάπη και τη μνήμη.

Στις 17 Δεκεμβρίου του 1974 στην κηδεία του συγγραφέα Κωστής Βάρναλης, ο Ρίτσος απήγγειλε πρώτη φορά το ποίημα Χαιρετισμός στον Ποιητή.

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ήρθαν η αναγνώριση, οι βραβεύσεις και οι διακρίσεις. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό, ακόμα και σε αυτούς που δε γνωρίζουν ή δεν ασχολούνται με την ποίηση , αφού τα μέσα δημοσιεύουν συνέχεια άρθρα και φωτογραφίες του. Μετά από τόσες δυσκολίες, λαμβάνει την αγάπη του κόσμου διεθνώς και ταξιδεύει στο εξωτερικό, για να παραλάβει διάφορα βραβεία. 

Το 1977, ο Ρίτσος δέχεται με πολύ μεγάλη συγκίνηση το Βραβείο Λένιν, για την Ειρήνη και τη Φιλία των Λαών και γράφει Το Τερατώδες Αριστούργημα, με υπότιτλό του  «Απομνημονεύματα ενός ήσυχου ανθρώπου που δεν ήξερε τίποτα».

Είχε προταθεί πάνω από δύο φορές για το Βραβείο Νόμπελ, αλλά δεν το έλαβε ποτέ για πολιτικούς λόγους.

Το 1980 παρευρέθηκε στα Δημήτρια της Θεσσαλονίκης, όπου ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης της πόλης.

Το 1984 πεθαίνει ο επιστήθιος φίλος του ,Μάνος Κατράκης, και σε σύντομο χρονικό διάστημα έχασε μερικούς ακόμα πολύ σημαντικούς ανθρώπους της ζωής του, όπως η εκδότριά του Νανά Καλλιανέση, γεγονός που τον έριξε σε μια περίοδο πένθους και απομόνωσης.

Παράλληλα, οι διακρίσεις και οι τιμές συνεχίζονται.

Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.

Το 1987 ο δήμαρχος της Αθήνας του δίνει το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής της Πόλης και λίγο καιρό μετά βρέθηκε στην Κύπρο όπου του έδωσαν τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ΄.

Επιστρέφοντας από την Κύπρο γράφει Το Τελευταίο Καλοκαίρι, το οποίο πολλοί χαρακτηρίζουν προφητικό αφού λίγους μήνες μετά έφυγε από την ζωή.

Στις 11 Νοεμβρίου 1990, ο Γιάννης Ρίτσος έβαλε την τελευταία τελεία της ζωής του, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων, μεγάλη καλλιτεχνική παρακαταθήκη και χιλιάδες συναισθήματα.

Έχει κυκλοφορήσει 100 ποιητικά βιβλία, 4 θεατρικά, 9 πεζά, 12 βιβλία με μεταφράσεις του και ένα βιβλίο με δοκίμια. Οι ξένες εκδόσεις του έργου του, που έχουν μεταφραστεί σε σαράντα διαφορετικές γλώσσες ανέρχονται σε 320.

Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ήταν εμφανώς επηρεασμένη τόσο από τα βιώματά του, όσο και από τις κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές της χώρας. Άλλοτε ερωτικός κι άλλοτε βαθιά υπαρξιακός, μεταφέρει αλληγορικά την επανάσταση και την φλόγα του πάθους για ζωή και ελευθερία. Μια ελευθερία που ο ίδιος στερήθηκε αρκετές φορές και μια ζωή που έζησε μισή ανάμεσα σε εξορίες και αίθουσες νοσοκομείων.

Βαθυστόχαστος και ειλικρινής, μεταφέρει βαριά θέματα με ανάλαφρες λέξεις και οικείες εικόνες.

Αποτελεί ένας από τους πιο κορυφαίους ποιητές της γενιάς του ενώ τα έργα του επηρεάζουν την σύγχρονη τέχνη ακόμα και σήμερα. Θεατρικές παραστάσεις, μουσικές συναυλίες, βραδιές ποίησης και λογοτεχνίας είναι μόνο λίγες από τις πολλές εκδηλώσεις που αναφέρονται στο όνομά του και το έργο του.

Ένα έργο το οποίο μένει αναλλοίωτο στον χρόνο…