Όπως όλοι οι πραγματικά μεγάλοι ήρωες και επαναστάτες της ιστορίας, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν ένας άνθρωπος που έζησε μια σκληρή ζωή σε μια ταραγμένη εποχή και είχε τη θέληση να θυσιάσει τον εαυτό του για το κοινό καλό και την πολυπόθητη ελευθερία.

Διαθέτοντας μια ιδιόμορφη και ισχυρή προσωπικότητα, καθώς και ακέραια ιδανικά, έγινε ένας από τους σημαντικότερους πολεμιστές και ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης, που συνέβαλαν στην απελευθέρωση της χώρας μας από την Τουρκοκρατία.

_________________________________________

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε την Άνοιξη του 1782 ως το εξώγαμο παιδί της καλόγριας Ζωής Διμισκή και του Σαρακατσάνου αρματολού Δημήτριου Ίσκου ή Καραΐσκου (το συνθετικό “καρά” προστέθηκε σαν παρατσούκλι και σημαίνει μαύρος/μελαχρινός).

Η μητέρα του, που είχε γίνει καλόγρια μετά τον χαμό του πρώτου άντρα της, γέννησε μόνη της τον Γεώργιο σε μια σπηλιά, αφού δεν μπορούσε πλέον να βρίσκεται στο μοναστήρι λόγω του αμαρτήματος της. Ένα αμάρτημα όμως που γέννησε έναν από τους σημαντικότερους εθνικούς μας ήρωες.

Τον τίτλο της γενέτειρας του Καραϊσκάκη διεκδικούσαν εξαρχής τρεις διαφορετικές περιοχές, τα χωριά Μαυρομάτι και Μουζάκι Καρδίτσας και το χωριό Σκουληκαριά της Άρτας. Ο συνονόματος εγγονός του το 1927 έκλεισε το ζήτημα τονίζοντας στην Ακαδημία Αθηνών ότι το πραγματικό μέρος καταγωγής του ήρωα είναι το Μαυρομάτι Καρδίτσας.

Ο μικρός Γεώργιος πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια ζώντας μαζί με τη μητέρα του στο περιθώριο της κοινωνίας ως ο απόκληρος του χωριού και συχνά δεχόταν υποτίμηση και εμπαιγμούς από τους συγχωριανούς του. Τον αποκαλούσαν “γιο της καλογριάς” και υποτιμητικά “το καραϊσκάκι”, χαρακτηρισμός που έμεινε αργότερα ως το επίθετό του. Τόσο ο ίδιος βέβαια, όσο και η μητέρα του, δεν άφηναν εύκολα κουβέντες να πέφτουν κάτω και απαντούσαν στους χαρακτηρισμούς και τις προσβολές με μπόλικες βρισιές.

Ατίθασος και τολμηρός χαρακτήρας από μικρός, ο Καραϊσκάκης σε ηλικία 15 ετών κατάφερε να συγκεντρώσει μερικούς ακόμα συνομήλικους του και να φτιάξουν μια παιδική συμμορία κλεφτών, που μέσα στα επόμενα χρόνια έγινε μια πραγματικά υπολογίσιμη κλέφτικη ομάδα στην περιοχή των Αγράφων.

Οι “Κλέφτες” την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν παράνομες ένοπλες ομάδες, που ζούσαν και δρούσαν στα βουνά ληστεύοντας για λόγους επιβίωσης και διατήρησης της κυριαρχίας τους και είχαν στόχο κατά κύριο λόγο Τούρκους, Αλβανούς και Έλληνες Κοτζαμπάσηδες. Οι Κλέφτες, όπως και οι Αρματολοί, συνέβαλαν σημαντικά στις επαναστατικές εξεγέρσεις με τον κλεφτοπόλεμο, που έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Οθωμανών κατακτητών.

Μεταξύ των μεγάλων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης που υπήρξαν Κλέφτες ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Κατσαντώνης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο Καπετάν Ζαχαριάς.

Στην αυλή του Αλή Πασά

Η δράση των έφηβων Κλεφτών με αρχηγό τον Καραϊσκάκη δεν άργησε να πέσει στην αντίληψη του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος έστειλε αρκετές φορές στρατιώτες του να τους καταστείλουν. Σε μια από τις συμπλοκές που ακολούθησαν ο Καραϊσκάκης πιάστηκε τελικά αιχμάλωτος και οδηγήθηκε στα Γιάννενα.

Παρότι αρχικά φυλακίστηκε για περίπου δύο χρόνια, τελικά ο νεαρός Γεώργιος κέρδισε την συμπάθεια του Πασά λόγω της εξυπνάδας και των εμφανών χαρισμάτων του. Εκμεταλλεύτηκε την παραμονή του στην τούρκικη αυλή μαθαίνοντας να γράφει και να διαβάζει, αλλά και εξασκώντας τις γνώσεις του στην τέχνη του πολέμου.

Η εκ φύσεως παρορμητική και προκλητική του συμπεριφορά γινόταν συχνά θέμα στην αυλή, με άλλους να ενοχλούνται και άλλους, όπως ο ίδιος ο Πασάς, να διασκεδάζουν ιδιαίτερα. Δεν δίσταζε να δείξει τα “απόκρυφα” σημεία του σώματός του, να βρίσει χυδαία ή να περιπαίξει όποιον του έμπαινε στο μάτι με το μοναδικό χιούμορ του. Πολλές από τις τολμηρές του φράσεις έχουν μείνει σαν ανέκδοτα της ιστορίας.

“Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον μπούτσον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω”

απάντηση στον Μαχμούτ Πασά το 1823

“Έλα, σκατότουρκε, έλα απεσταλμένε από τους γύφτους, έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες, δεν εντρέπεσθε να ζητείτε από ημάς συνθήκην με έναν κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην, να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα! Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο!”

απάντηση σε Τούρκο απεσταλμένο

Την περίοδο της φυλάκισης του θεωρείται ότι εκτέθηκε για πρώτη φορά στην ασθένεια της φυματίωσης, που τον βασάνιζε έντονα μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, Θεόδωρος Βρυζάκης (1855)

Στο ασκέρι του Κατσαντώνη και ξανά στον Αλή Πασά

Όταν ο Καραϊσκάκης ήταν σχεδόν 23 ετών (μετά το 1804) δραπέτευσε από την αυλή του Αλή Πασά και έγινε μέλος της ομάδας Κλεφτών του περίφημου ήρωα αγωνιστή Αντώνη Κατσαντώνη. Το ασκέρι του Κατσαντώνη θεωρούταν “σχολειό της κλεφτουριάς” σημειώνοντας ισχυρή πολεμική δράση κατά των Οθωμανών και έχοντας κατά καιρούς στο δυναμικό του σημαντικούς Έλληνες πολεμιστές.

Ένα οδοιπορικό-φόρος τιμής στον ασυμβίβαστο επαναστάτη των Αγράφων ...Μαζί τους ο Κατσαντώνης πολέμησε σε διάφορες τοπικές μάχες με τους Τουρκαλβανούς και αποκόμισε τα πιο σημαντικά μαθήματα πολεμικής και ηγετικής στρατηγικής, τα οποία λειτούργησαν ως εφαλτήριο της αναγνώρισης του ως πολεμιστής.

Είχε επίσης την τύχη να γνωρίσει μερικούς από τους κορυφαίους οπλαρχηγούς αγωνιστές, όπως τον Κολοκοτρώνη, τον Μακρυγιάννη, τον Ανδρούτσο, αλλά και τον πατέρα του Δημήτριο Καραΐσκο, με τον οποίο δεν επιδίωξε ποτέ να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση.

Χαρακτηριστική ιστορική στιγμή στο κλέφτικο του Κατσαντώνη ήταν όταν τον Μάιο του 1808 η ομάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τον περίφημο Αλβανό δερβέναγα Βεληγκέκα, απεσταλμένο του Αλή Πασά να τους εξοντώσει. Σύμφωνα με τις πηγές, οι βολές του Καραϊσκάκη και του Κατσαντώνη ήταν που κατάφεραν να εξοντώσουν τον σκληροτράχηλο πολεμιστή.

Το φθινόπωρο του 1809 και πιθανόν μετά από προδοσία ο Κατσαντώνης έπεσε στα χέρια των Τούρκων και θανατώθηκε μετά από φρικτά βασανιστήρια. Οι Κλέφτες του σκόρπισαν σε άλλα λημέρια, αλλά ο Καραϊσκάκης επέλεξε να επιστρέψει στο μοναδικό ασφαλές του μέρος, την αυλή του Αλή Πασά.

Όταν ο Πασάς τον ρώτησε τι πρέπει να τον κάνει τώρα που γύρισε, ο Καραϊσκάκης του απάντησε με τη γνωστή του θρασύτητα: “Αν με κρίνεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη. Αν με κρίνεις άξιο για δούλο, κάνε με δούλο. Αν δε με κρίνεις άξιο για τίποτα, ρίξε με στη λίμνη.” Ο Αλή Πασάς, μη μπορώντας να απορρίψει τα χαρακτηριστικά πλεονεκτήματα του Έλληνα πολεμιστή, τον δέχτηκε ξανά στο πλάι του και του ανέθεσε και την αρχηγία στρατεύματος.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής παραμονής του στην αυλή του Πασά γνώρισε την όμορφη Γκόλφω και απέκτησε μαζί της δύο κόρες και ένα γιο (Πηνελόπη, Ελένη και Σπύρος, ο οποίος αργότερα έγινε στρατιωτικός και βουλευτής στην περιοχή της Καρδίτσας). Η γυναίκα του πέθανε μετά την γέννα του γιού τους το 1826 και ο Καραϊσκάκης πάλεψε με πόνο με το δίλημμα να “οικονομήσει τα παιδιά του” ή να πολεμήσει για την πατρίδα, επιλέγοντας τελικά το δεύτερο.

Η “Γενική Εφημερίς της Ελλάδος” έγραψε για εκείνον στις 26 Αυγούστου του 1826: “Απεφάσισε να στερήσει τα τέκνα του από των πατρικών περιποιήσεων, και εις ξένον τόπον ευρισκόμενα και χωρίς τινός οικείου και συγγενούς, δια να μην στερήσει την πατρίδα του από της αναγκαίας εις το στρατόπεδο παρουσίας του”. 

Από την ηγεσία των Αγράφων στην πολιορκία του Μεσολογγίου

Παρά την στενή του σχέση με τον Τούρκο Πασά, η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης τον βρήκε να έχει μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία και σύντομα να ηγείται σημαντικών μαχών για την εξόντωση του οθωμανικού ζυγού.

Το 1820 οι δυνάμεις του Αλή Πασά δέχονται επίθεση από τον Σουλτάνο και ο Καραϊσκάκης, αφού πολεμάει για λίγο μαζί του, δράττει της ευκαιρίας να δραπετεύσει ξανά. Αφού εξασφαλίζει αρχικά την ασφαλή διαφυγή της οικογένειάς του στην Κάλαμο (νησί όπου ζούσαν ήρεμα τότε πολλοί άμαχοι Έλληνες), φεύγει οριστικά από την αυλή του Αλή Πασά αρχές του 1821.

Επιδιώκει επαναστατική εξέγερση στην περιοχή της Βόνιτσας της Αιτωλοακαρνανίας και στη συνέχεια υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στα Τζουμέρκα. Καπετάνιος πλέον στην περιοχή των Αγράφων ο Καραϊσκάκης συνέβαλε μέσα στον επόμενο χρόνο και στην απομάκρυνση των τούρκικων δυνάμεων μετά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Λίγο αργότερα διεκδίκησε την ηγεσία των στρατιωτικών δυνάμεων της εκεί επαρχίας έχοντας πολλούς οπλαρχηγούς υπέρ του, αλλά όμως και έναν πολιτικό εναντίον του. Τον πολέμησε έντονα ο διπλωμάτης και πολιτικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, προκειμένου να αναλάβει την ηγετική θέση ο συνεργάτης του αρματολός Γιαννάκης Ράγκος.

Σε μια ακόμα γραφική πολιτική μηχανοραφία, όπως αυτές που μαστίζουν ανέκαθεν την Ελλάδα, ο ηρωικός Καραϊσκάκης βρέθηκε να κατηγορείται για προδοσία κατά της πατρίδος από αλλόδοξους συμπατριώτες του με τη συκοφαντία ότι “ο γιος της καλογριάς έταζε κρυφά το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό στον Ομέρ Βρυώνη“.

Χωρίς να περάσει από κάποια δίκη, κρίθηκε ένοχος και στερήθηκε όλα τα αξιώματά του. Ευτυχώς για τη χώρα μας, τον Ιούνιο του 1824 οι βαθμοί και τα αξιώματά του αναγνωρίστηκαν ξανά από την κυβέρνηση του Ναυπλίου.

Στη συνέχεια ηγείται της διοίκησης του πρώτου ελληνικού στρατοπέδου στην περιοχή της Άμφισσας (Σάλωνα) και μέχρι το 1825 παίρνει μέρος στον εμφύλιο κατά των τότε ανταρτών και σε καθοριστικές μάχες κατά των Τούρκων στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Το 1826 και μαζί με τον συναγωνιστή Κίτσο Τζαβέλα καθοδηγεί τον πόλεμο των Ελλήνων επαναστατών εναντίον των στρατευμάτων του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, που πολιορκούν ξανά το Μεσολόγγι. Οι επαναστάτες δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα στους Τούρκους πολιορκητές σε διάφορες μάχες που μεσολάβησαν, όμως δεν στάθηκε αρκετό να αποφευχθούν οι εσωτερικοί παράγοντες που οδήγησαν στην τραγική άλωση του Μεσολογγίου.

Διαβάστε επίσης: 10 Απριλίου 1826: Η ηρωική έξοδος και πτώση του Μεσολογγίου

Στις 10 Απριλίου του 1826, όταν έπεφτε το ηρωικό Μεσολόγγι, ο Καραϊσκάκης βρισκόταν άρρωστος στην περιοχή της Ναυπακτίας παλεύοντας άλλη μια φορά με τη φυματίωση, από την οποία πλέον υπέφερε σε προχωρημένο στάδιο. Παρόλα αυτά, από τον Ιούλιο ως και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς πολέμησε με επιτυχία τον στρατό του Κιουταχή στην περιοχή της Αττικής, στην Ελευσίνα και κατόπιν στη Φθιώτιδα και τη Φωκίδα.

Ο Καραϊσκάκης έβγαζε όλη την ένταση της σκληρής ζωής του πρωτοστατώντας σε όλες τις μάχες που συμμετείχε, πολλές φορές ρισκάροντας επιπόλαια να σκοτωθεί και δεχόταν παρατηρήσεις γι’ αυτό από άλλους οπλαρχηγούς, Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που τον αγαπούσε σαν γιο του, τον συμβούλευε ότι σαν αρχηγός έπρεπε κάποιες φορές να μένει πίσω για να διασφαλίζει για όσο περισσότερο τόσο τη δική του ζωή, όσο και των άλλων οπλαρχηγών και στρατιωτών που ακολουθούσαν την ορμή του.

Πηγές αναφέρουν ότι ο Καραϊσκάκης συνήθιζε να παρατηρεί όσους δείλιαζαν την ώρα της μάχης και όταν γινόταν ανακωχή τους κορόιδευε με το γνωστό καυστικό χιούμορ του προκαλώντας τους να φορέσουν ένα γυναικείο εσώρουχο, που είχε πάντα μαζί του (το λεγόμενο “βρακί της Κατερίνας”).

Πολιορκία της Ακρόπολης και το ξαφνικό τέλος

Οι νικηφόρες μάχες του Καραϊσκάκη και των συντρόφων του συνεχίστηκαν με αποκορύφωμα την συντριπτική για τους Τούρκους μάχη της Αράχωβας, που αναζοπύρωσε καθοριστικά το επαναστατικό φρόνημα των κατοίκων της Στερεάς Ελλάδας.

Τον Φεβρουάριο του 1827 ο στρατός του Καραϊσκάκη είχε απελευθερώσει ολόκληρη τη Στερεά, εκτός από το άτυχο Μεσολόγγι, και ο πολεμιστής επέστρεψε στην άμυνα της Ελευσίνας και την κρίσιμη πολιορκία της Ακρόπολης.

Την νύχτα της 22ας προς 23ης Απριλίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν οργανώσει επίθεση για να διαλύσουν την πολιορκία. Ξεκίνησαν όμως κάποια στιγμή νωρίτερα πυροβολισμοί μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων σε ένα από τα χαρακώματα και προκλήθηκε αναταραχή. Ο Καραϊσκάκης έσπευσε ως συνήθως -και όντως επιπόλαια αυτή τη φορά- να καβαλήσει το άλογό του και να πλησιάσει το σημείο των επιθέσεων. Ήταν όμως βαριά άρρωστος και η σωματική αδυναμία του δεν στάθηκε σύμμαχός του αυτή τη φορά.

Πριν προφτάσει να μπει για τα καλά στη μάχη, δέχθηκε μια εχθρική σφαίρα στην περιοχή της κοιλιάς. Παρά την άμεση ιατρική βοήθεια που δέχτηκε από τους γιατρούς του στρατοπέδου, τελικά υπέκυψε στο σοβαρό τραύμα του και κατέληξε στις 23 Απριλίου του 1827, ανήμερα της γιορτής του σε ηλικία μόλις 45 ετών.

Διάφορες πηγές υποστηρίζουν ότι ο θάνατος του δεν προήλθε από τούρκικο βόλι, αλλά ήταν μια στημένη δολοφονία από συμπατριώτες, που διαφωνούσαν με τις στρατηγικές του και φθονούσαν τη φήμη του. Αυτές όμως οι εικασίες δεν έχουν καταφέρει να επιβεβαιωθούν.

Η ταφή του Καραϊσκάκη έγινε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Σαλαμίνα, όπως επιθυμούσε ο ίδιος, και ο χαμός του έφερε θρήνο σε όλη την ελληνική επικράτεια.

Το 1835, επί βασιλείας Όθωνα, τα οστά του μεταφέρθηκαν σε νέο μνημείο στον Πειραιά και μαζί του θάφτηκαν και οστά άλλων Ελλήνων και φιλελλήνων, που υπερασπίστηκαν την Ακρόπολη των Αθηνών.

Ο ίδιος ο βασιλιάς Όθωνας τίμησε τον νεκρό ήρωα με το Παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος, ενώ ανέλαβε και την κηδεμονία των δύο ορφανών παιδιών του, Πηνελόπης και Ελένης Καραϊσκάκη.

________________________________________

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε ως ένας απόκληρος, περιθωριοποιημένος από τα δεδομένα της κοινωνίας και ήταν ένας χαρακτήρας ατίθασος και προκλητικός, χαρακτηριστικά αθυρόστομος και βωμολόχος. Υπήρξε όμως επίσης ένας άνθρωπος τίμιος και θαρραλέος, πιστός στη θρησκεία και την πατρίδα του και ένας ατρόμητος πολεμιστής, που ριχνόταν πρώτος σε κάθε μάχη χωρίς δεύτερη σκέψη.

“Ο αληθινός αφέντης είναι εκείνος πούκαμε πρώτα δούλος. Όμως αλί στον αφέντη που δούλος γίνηκε.”

Γεώργιος Καραϊσκάκης

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της εγκληματολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.