Το μουσικό είδος της Όπερας χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και ξεκινώντας από την Ιταλία της Αναγέννησης εξελίχθηκε σε βασικό μέρος της δυτικής κλασσικής μουσικής ιστορίας.

Ως όπερα ορίζεται ο συνδυασμός μουσικής σύνθεσης και σκηνικής, θεατρικής δράσης και προέρχεται από την λατινική λέξη opus, που σημαίνει έργο. Ένα έργο όπερας περιέχει μελωδικούς διαλόγους ή απαγγελίες με συνοδεία μουσικής (recitativo) και άριες, ενώ το κείμενό της (libretto) διακρίνεται σε σοβαρό ή κωμικό (opera seria/opera buffa).

Την περίοδο της Αναγέννησης οι Ιταλοί καλλιτέχνες, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη, έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και το αρχαίο δράμα. Μελετώντας τα πρωτότυπα κείμενα αρχαίων τραγωδιών παρατήρησαν σημάδια πάνω από τις λέξεις θεωρώντας πως ήταν κάτι σαν τις σύγχρονες νότες και θεώρησαν πως τα μέρη της “χορωδίας” των ελληνικών δραμάτων ήταν τραγουδιστά. Ως αναβίωση αυτού εμπνεύστηκαν την δημιουργία μιας ανάλογης μουσικής αφήγησης, όπου οι ηθοποιοί θα τραγουδούσαν τα λόγια τους.

Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα προέκυψε από μια φλωρεντινή ομάδα καλλιτεχνών, των διασημότερων της εποχής τους, γνωστή ως Camerata Florentina ή Camerata de’ Bardi, από τον ποιητή και συνθέτη κόμη Giovanni de’ Bardi, που ήταν ο κύριος οικοδεσπότης των συναντήσεών τους. Η ομάδα αυτή, που έφτασε στο απόγειο της δράσης της από το 1577 ως το 1582 ασχολήθηκε με την μελέτη και τις τάσεις της τέχνης, ιδιαίτερα όσον αφορά την μουσική και το δράμα.

Οι πρώτες όπερες χαρακτηρίστηκαν ως μουσικό δράμα (dramma per musica) και τις περισσότερες φορές η θεματολογία τους βασιζόταν σε ιστορικά γεγονότα ή στην μυθολογία και αργότερα σε λογοτεχνικά έργα.

Η παλαιότερη σύνθεση που θεωρείται όπερα είναι η “Δάφνη” του Jacopo Peri, που γράφτηκε το 1597 και αποτελούσε χαρακτηριστική προσπάθεια αναβίωσης του αρχαιοελληνικού δράματος. Το κείμενό της όμως δεν έχει διασωθεί. Το παλαιότερο έργο όπερας που έχει διασωθεί σε παρτιτούρες είναι επίσης του Jacopo Peri, γραμμένο το 1600, η “Ευριδίκη”

Με σημαντική επιρροή και από τα έργα του Claudio Monteverdi, όπως την πρωτότυπη όπερα “Ορφέας”, η ιταλική όπερα δεν άργησε να επεκταθεί σε όλη την Ιταλία και σύντομα στην υπόλοιπη Ευρώπη κυριαρχώντας στις μουσικές δημιουργίες του 17ου και 18ου αιώνα.

Ο Monteverdi υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του μπαρόκ είδους μεταφέροντας την όπερα από τις αυλές των βασιλιάδων και αριστοκρατών στο κοινό και των πιο λαϊκών στρωμάτων. Ανάμεσα στα σοβαρά, δραματικά θέματα των έργων άρχισαν να παρεμβάλλονται και μικρά κωμικά στοιχεία με σκοπό την χαλάρωση των θεατών και την προσέλκυση και “λιγότερο καλλιεργημένων” θεατών στα δημόσια θέατρα.

Κατά την εκτίμηση πολλών Ιταλών συνθετών η σοβαρή όπερα (seria) θεωρήθηκε αρκετά απόλυτη και δύσκαμπτη, γεγονός που οδήγησε σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων με νέες μορφές άριας, ενίσχυση του ρόλου της ορχήστρας και μεγαλύτερα φωνητικά σύνολα. Χαρακτηριστική εκπρόσωποι της μεταρρύθμισης ήταν οι Niccolò Jommelli και Tommaso Traetta. Οι επιρροές τους από την παρουσία τους στα γαλλικά παλάτια έδωσαν στις όπερές τους έναν πιο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα συνδυάζοντας τα λυρικά στυλ των δύο χωρών.

Στην Γερμανία, το είδος όπερας που αναπτύχθηκε περισσότερο είχε κυρίως κωμικό χαρακτήρα αποσκοπώντας και στην απήχησή του στο ευρύτερο γερμανικό λαϊκό κοινό (singspiel). Χαρακτηριστικό δείγμα τα έργα του Μότσαρτ, όπως ο Μαγικός Αυλός (1791). Η κωμική όπερα βέβαια βρήκε συνεχιστές σε όλη την Ευρώπη με κύρια στοιχεία της το γεγονός ότι ήταν γραμμένη πάντα στην γλώσσα της εκάστοτε χώρας -γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά κτλ- και τα θέματά της δεν ήταν ιστορικά, αλλά εμπνευσμένα από την καθημερινότητα της εποχής.

Μέσα στο κλίμα της Γαλλικής Επανάστασης, η δημοφιλής όπερα Fidelio (1805) του Beethoven έφερε μια νέα εποχή στην λυρική τέχνη σημαίνοντας και την μετάβαση στην ρομαντική περίοδο. Με βασικό στοιχείο την έκφραση έντονων συναισθημάτων ο Ρομαντισμός κυριάρχησε και στους Ιταλούς συνθέτες Rossini, Bellini, Donizetti, Pacini και Mercadante μεταξύ άλλων.

Πιο φημισμένος Ιταλός συνθέτης εκείνης της περιόδου υπήρξε ο Giuseppe Verdi. Οι όπερές του αντήχησαν στο αναπτυσσόμενο τότε πνεύμα του ιταλικού εθνικισμού της μετά-Ναπολέοντα εποχής και δεν άργησαν να γίνουν σύμβολο του πατριωτικού κινήματος.

Στην Γερμανία από την άλλη, ξεχώρισε τότε το μεγαλειώδες έργο του Richard Wagner. Ο Wagner έστρεψε ξανά την έμπνευση στα ιδεώδη της Αρχαίας Ελλάδας και στα πρότυπα του αρχαίου θεάτρου θεωρώντας πως η όπερα θα έπρεπε να έχει διαπαιδαγωγικό χαρακτήρα πέρα από ψυχαγωγικό.

Η όπερα στην Ελλάδα

Συνθέτες όπερας είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους και στην Ελλάδα από τον 19ο αιώνα με κορυφαίους εκπροσώπους του είδους του Επτανήσιους και πιο συγκεκριμένα τον Ζακυνθινό Παύλο Καρρέρ. Οι όπερες του Καρρέρ ήταν εμπνευσμένες από την Ελληνική Επανάσταση (“Μάρκος Μπότσαρης”, “Κυρά Φροσύνη” και “Δέσπω” κτλ) και συνδύαζαν την ελληνική τέχνη και παράδοση με τις ευρωπαϊκές λυρικές επιρροές της εποχής.

Τα έργα του έπαιξαν σε σκηνές κάθε ελληνικής παροικίας, όπως αντίστοιχα και του Κερκυραίου Σπυρίδωνα Σαμαρά, που έφτασαν μέχρι την Σκάλα του Μιλάνο. Δημοφιλέστερος Έλληνας συνθέτης του 20ου αιώνα είναι ο Μανώλης Καλομοίρης.

Η πρώτη σωζόμενη ελληνική όπερα ανήκει στον Νικόλαο Μάντζαρο, τον Κερκυραίο μελοποιό του Εθνικού Ύμνου, και ονομάζεται “Don Crepuscolo” (1815).

__________________________________

Από την εποχή της Αναγέννησης και 400 χρόνια μέχρι σήμερα το είδος της όπερας διαμόρφωσε τον μουσικό πολιτισμό της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου, έχοντας πλαισιωθεί και από τα κοινωνικά γεγονότα που μεσολάβησαν. Από το ανθρωπιστικό πνεύμα της Αναγέννησης και τις θεωρίες του Διαφωτισμού, στις ανατροπές της Γαλλικής Επανάστασης και την άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων του Ρομαντισμού μέχρι τις κατακτήσεις του 20ου αιώνα.

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.