Ποιά Βουγιουκλάκη και ποιά Καρέζη; Στον αντίποδα των κινηματογραφικών σταρ που γοήτευαν με τα νάζια ή την χειμαρρώδη προσωπικότητα τους, βρίσκεται η Έλενα Ναθαναήλ.

Η γνήσια ελληνική ομορφιά της, η σοβαρότητα, ο επαγγελματισμός και το ταλέντο της την καθιέρωσαν ως μια από τις πιο αγαπητές και ξεχωριστές ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου.

Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1947 σε μια εύπορη και γνωστή οικογένεια της Αττικής. Το επίθετο του πατέρα της ήταν Δεληβασίλης και ήταν έμπορος υφασμάτων με καταγωγή από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Το επίθετο της μητέρας της (και αυτό που επέλεξε να κρατήσει καλλιτεχνικά η ηθοποιός) ήταν Ναθαναήλ και εκείνη είχε καταγωγή από τη Μάνη.

Οι γονείς της χώρισαν όταν η Έλενα ήταν 7 ετών και μεγάλωσε μόνο με τη μητέρα της Λίνα και τη μικρότερη αδερφή της, Νάνσυ.

Το πρώτο παιδικό της όνειρο ήταν να γίνει αρχαιολόγος. Σύντομα όμως άρχισε να ανακαλύπτει την κλίση της στην ζωγραφική και 14 χρονών φεύγει για σπουδές στην Ιταλία. Εκεί έμεινε δύο χρόνια και σπούδασε ζωγραφική και διακόσμηση στο Λύκειο των Τεχνών.

Από τον χώρο της μόδας στον κινηματογράφο

Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, το όνειρό της πλέον ήταν να ανοίξει ένα μαγαζί με ρούχα και να γίνει μοντέλο. Με αυτή την επιδίωξη τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα ήταν ως μοντέλο για γνωστούς οίκους μόδας εντυπωσιάζοντας με την αριστοκρατική ομορφιά και τη φινέτσα της.

Μια μέρα βρέθηκε στα γυρίσματα της ταινίας «Ψεύτρα», που πρωταγωνιστούσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, και εκεί την πρόσεξε ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης. Της πρότεινε αμέσως συνεργασία με την Φίνος Φιλμς και έτσι, σε ηλικία μόλις 16 ετών, η Έλενα Ναθαναήλ έπαιξε στην πρώτη της ταινία, το περίφημο μιούζικαλ «Κάτι να καίει» του 1964. Έκανε το ντεμπούτο της δίπλα σε κάποια από τα τεράστια ονόματα της εποχής, όπως τον Βουτσά, τη Βλαχοπούλου, τον Ηλιόπουλο, την Καραγιάννη και τον Βοσκόπουλο.

Η επόμενη πρόταση ήρθε γρήγορα και μάλιστα από τη Γερμανία. Ο Γερμανός σκηνοθέτης Ραλφ Τίλερ, γοητευμένος από μια φωτογραφία της που είδε σε περιοδικό, της πρότεινε να παίξει στην ταινία του «Wälsungenblut» Αίμα των Βελσβούγκεν») του 1965. Με τον ρόλο της σε αυτή την ταινία η ταλαντούχα έφηβη ακόμα «Belle Helene» βρέθηκε για πρώτη φορά υποψήφια για όσκαρ ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1966 άρχισε να συμμετέχει σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις, κυρίως κωμωδίες και επιθεωρήσεις, στο πλευρό σπουδαίων ηθοποιών του είδους, όπως ο Θανάσης Βέγγος, ο Κώστας Βουτσάς, ο Νίκος Ρίζος κ.α. Άρχισε επίσης να παρακολουθεί μαθήματα στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη.

Παράλληλα εμφανιζόταν και στον κινηματογράφο. Από το 1966 μέχρι το 1968 έπαιξε συνολικά σε 7 ταινίες («Έρωτας στην καυτή άμμο», «Ο Φόβος», «Ντάμα Σπαθί», «Ο 13ος», «Επιχείρησις Απόλλων», «Κατάσκοποι στο Σαρωνικό», «Ραντεβού με μια άγνωστη»).

Το 1968 και σε ηλικία μόλις 21 ετών, η ταινία «Ραντεβού με μια άγνωστη» της έδωσε το Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το 1966, η Έλενα Ναθαναήλ, 19 χρονών τότε, επιλέχθηκε από το περιοδικό «Paris March» για μια φωτογραφήση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με θέμα την ανάδειξη της Ελλάδας. Η όμορφη ηθοποιός φόρεσε τα περίτεχνα αρχαιοελληνικά κοσμήματα από την περίφημη συλλογή της συλλέκτριας Ελένης Σταθάτου, τα οποία φορέθηκαν τότε για πρώτη και τελευταία φορά από μοντέλο.  

Η καριέρα της συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με μεγάλη επιτυχία και οι προτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, φωτογραφήσεις, συνεντεύξεις.

Η εντυπωσιακή μεσογειακή ομορφιά της, η ποιότητα του χαρακτήρα της και το ταλέντο που αναδεικνυόταν μέσα από τις δουλειές της καθιέρωσαν την Έλενα Ναθαναήλ μέσα στα πιο δημοφιλή και περιζήτητα ονόματα του ελληνικού καλλιτεχνικού χώρου.

Ακολούθησαν δύο πετυχημένες ταινίες με την Φίνος Φιλμς το 1969 («Λεβεντόπαιδο» και «Ξύπνα Βασίλη»), ενώ ο ρόλος που εκτόξευσε την φήμη της ως ηθοποιό ήταν στην ταινία του 1971 «Εκείνο το καλοκαίρι» με συμπρωταγωνιστή τον Λάκη Κομνηνό.

Κάθε χρόνο μετρούσε τουλάχιστον δύο συμμετοχές σε γνωστές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, μεταξύ των οποίων ήταν οι: «Ένας κοντός θα μας σώσει!», «Αναζήτησις», «Αντάρτες των πόλεων», «Είσαι στην ΕΟΚ μάθε για την ΕΟΚ», «Παγίδα στην Ελλάδα», «Οι Πόντιοι», «Ζήτημα ζωής και θανάτου».

‘Επαιξε συνολικά σε 30 κινηματογραφικές παραγωγές, 4 τηλεοπτικές σειρές και πολλές θεατρικές παραστάσεις. Παρόλο που η υποκριτική δεν ήταν για εκείνη το όνειρό της, αποτέλεσε το σημαντικότερο κομμάτι της επαγγελματικής της πορείας, για την οποία είναι γνωστή μέχρι σήμερα.

«Έκανα μια δουλειά η οποία δεν πέρασε ποτέ αρνητικά από εμένα. Μπορεί να μη μου άρεσε ουσιαστικά, να μην ήταν αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή μου, αλλά μου δόθηκε τόσο απλόχερα και δεν είμαι καθόλου αχάριστη εγώ…»

Και στον χώρο της μόδας όμως, που αποτελούσε προσωπική της προτίμηση, η πορεία της ήταν αρκετά μεγάλη και αξιόλογη. Έκανε φωτογραφήσεις και εξώφυλλα σε πολλά ελληνικά και ξένα περιοδικά, ενώ ήταν και η μόνη Ελληνίδα ηθοποιός που έγινε εξώφυλλο στη Vogue τη δεκαετία του ’70.

Αρχές της δεκαετίας του ’80 η Έλενα Ναθαναήλ άρχισε να αποσύρεται από τον καλλιτεχνικό χώρο, σταμάτησε να παίζει στο θέατρο και έκανε όλο και λιγότερες εμφανίσεις στον κινηματογράφο. Για αρκετά χρόνια πριν τον θάνατό της οι δημόσιες εμφανίσεις της ήταν σπάνιες και επιλεκτικές. Η τελευταία της εμφάνιση ως ηθοποιός μετά από χρόνια ήταν στην τηλεοπτική σειρά «Γοργόνες» του 2007.

Προσωπική ζωή

Μετρημένη και σοβαρή καθώς ήταν ανέκαθεν σαν χαρακτήρας, η Έλενα Ναθαναήλ προσπαθούσε πάντα να κρατήσει την προσωπική της ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Παρ’ όλα αυτά ήταν γνωστή η σχέση της με τον επιχειρηματία Γιώργο Τσαγκάρη, με τον οποίο το 1973 απέκτησε την Ίνκα-Μαρία.

Το γεγονός ότι τασσόταν ανοιχτά κατά του γάμου και απέκτησε παιδί χωρίς να έχει παντρευτεί έγινε αρκετές φορές θέμα στα μέσα της συντηρητικής κοινωνίας της εποχής. Ήταν η πρώτη διάσημη ανύπαντρη Ελληνίδα μητέρα. Η ίδια είχε δηλώσει ότι δεν είναι εναντίον του θεσμού του γάμου γενικά και ότι είχε παντρέψει πολλά ζευγάρια, διατηρούσε όμως για τον εαυτό της μια δική της στάση ζωής.

Το άλογο που υπεραγαπούσε, ο Καλλιστράτης, έπασχε επίσης από καρκίνο και πέθανε μια βδομάδα μετά τον θάνατό της.

Τα τελευταία 29 χρόνια της ζωής της είχε σχέση με τον βετεράνο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Τάσο Μητρόπουλο, με τον οποίο επίσης δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ζούσαν μαζί στο κτήμα τους στην Εύβοια, όπου η Έλενα Ναθαναήλ ασχολούταν πλέον με αγροτικές δραστηριότητες, με την παραγωγή κρασιού και την φροντίδα τραυματισμένων αλόγων που έσωζε από τον ιππόδρομο.

Για ένα διάστημα, μετά την αποχώρησή της από τον καλλιτεχνικό χώρο, πρόσφερε τις υπηρεσίες της σε ιδρύματα με τυφλά παιδιά, τα οποία βοηθούσε να διαβάσουν. Οι εμπειρίες της εκεί την προκάλεσαν να γράψει το βιβλίο της «Πως έμαθα να βλέπω», στο οποίο κατήγγειλε την αναλγησία των υπευθύνων απέναντι σε αυτές τις ομάδες.

Ο ξαφνικός και «αθόρυβος» θάνατος

Αρχές του 2008 η Έλενα Ναθαναήλ διαγνώστηκε με καρκίνο στους πνεύμονες και σε τόσο σοβαρό στάδιο, που οι γιατροί δεν της έδωσαν καμία πιθανότητα να κρατηθεί στη ζωή.

Τους δύο επόμενους μήνες εκείνη προσπάθησε να το παλέψει με ιδιαίτερη θέληση και επιμονή κρατώντας το θέμα μυστικό από τα δημόσια βλέμματα. Κανένας δεν γνώριζε για την δυσάρεστη περιπέτεια της υγείας της, γι’ αυτό και η είδηση του θανάτου της πραγματικά σόκαρε το πανελλήνιο.

Έφυγε από τη ζωή στις 4 Μαρτίου του 2008 έχοντας δίπλα της την οικογένειά της. Έτσι αθόρυβα, όπως πάντα προτιμούσε, έφυγε μια από τις πιο ξεχωριστές και δυναμικές γυναικείες φιγούρες του ελληνικού καλλιτεχνικού χώρου.

Όσοι την γνώριζαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο χαρακτηριστικά ισορροπημένο, ειλικρινή και αξιοπρεπή. Ήταν φιλοσοφημένη για τα πράγματα που αφορούσαν τη ζωή της και τον κόσμο γύρω και σε κάθε περίπτωση διατηρούσε μια απλότητα και ηρεμία, που αντί να την κρατήσουν ίσως στο περιθώριο, την έκαναν να ξεχωρίσει ακόμα περισσότερο.

Η Ελένα Ναθαναήλ ήταν σίγουρα μια πολύ όμορφη γυναίκα, αλλά όπως έλεγε και η ίδια «η ομορφιά έρχεται και παρέρχεται». Αυτό που τελικά την έκανε αξέχαστη στις επόμενες γενιές ήταν το αυθεντικό της στυλ και η μετρημένη και αξιοσέβαστη προσωπικότητά της.