Η Camille Claudel γεννήθηκε στην Fère-en-Tardenois της Γαλλίας, στις 8 Δεκεμβρίου 1864. Ήταν το δεύτερο παιδί των Louis Prosper Claudel και Louise Athanaise Cécile Cerveaux, αλλά το πρώτο που κατάφερε να επιζήσει, αφού το πρώτο τους μωρό έζησε μόλις 16 ημέρες.

Η μητέρα της μετά από αυτή την μεγάλη απώλεια του πρώτου βρέφους, είχε αναπτύξει το φόβο ότι ένας ακόμα θάνατος θα μπορούσε να συμβεί ξανά, γεγονός που την έκανε τελικά να αποστασιοποιηθεί από την μικρή της κόρη σε σημείο που να την αντιμετωπίζει ως ανεπιθύμητη.

Αυτή η προβληματική σχέση εδραιώθηκε και εμποτίστηκε με περισσότερη ένταση καθώς ο πατέρας της έδειχνε να της έχει αδυναμία. Οι ανελέητοι χειρισμοί της και η καταδίωξή της από εκείνη ήταν δεδομένα για όλους τους τομείς και σε όλη την διάρκεια της ζωή της. Η ίδια δήλωνε συνεχώς ότι ντρέπεται για την Camille, δεν της άρεσε τίποτα σε εκείνη, αφού δεν είχε σωστές κοριτσίστικες ασχολίες και θεωρούσε πως είναι απίστευτα ανάγωγη.

Η Camille έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη γλυπτική από πολύ μικρή ηλικία, εκφράζοντας όσα ένιωθε δημιουργώντας από το 1876 μικρές φιγούρες, που θεωρούνται και τα πρώτα της έργα. Δύο χρόνια μετά γνωρίζει τον γλύπτη Alfred Boucher, ο οποίος αναγνώρισε το ταλέντο της και κατάφερε να πείσει την οικογένεια της (ή καλύτερα τον πατέρα της) να ακολουθήσει μια ακαδημαϊκή εκπαίδευση.

Έτσι, σε συνδυασμό με τις εξίσου δυνατές καλλιτεχνικές τάσεις των αδελφών της, αποφασίστηκε η μετακόμιση της οικογένειας το 1881 στο Παρίσι. Εκεί, ξεκίνησε τις σπουδές της στο σχέδιο και την ανατομία στην ιδιωτική Ακαδημία Colarossi, που ήταν μία από τις λιγοστές σχολές που μπορούσε να δεχτεί γυναίκες ως σπουδάστριες.

Ήταν αφοσιωμένη φοιτήτρια, εργαζόταν σκληρά και αδιάκοπα για την εξέλιξή της. Κατά την διάρκεια των σπουδών της εστιάζει στην δημιουργία πορτρέτων. Επέλεγε τα δυσκολότερα υλικά και τα θέματά της δεν άρμοζαν σε μια “καθώς πρέπει” κοπέλα της εποχής.

Ένα χρόνο μετά νοικιάζει ένα εργαστήριο, γνωρίζει μέσω του δασκάλου της τον διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών, Paul Dubois, και συμμετέχει στο Société des Artistes français, στο Παρίσι, όπου παρουσίασε ένα γύψινο μπούστο ηλικιωμένης γυναίκας.

Το έργο της χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο ως ένα σοβαρό και προσεκτικά μελετημένο δημιούργημα, κάνοντας ευρέως γνωστό το πρόσωπό της και τα έργα της ως γλύπτρια.

Το 1883, τον Boucher αντικαθιστά ο Auguste Rodin, ένας δάσκαλος ο οποίος μετέδωσε στην νεαρή φοιτήτρια εκτός από την φλόγα της τέχνης κι εκείνη του έρωτα. Οι επιστολές που αντάλλασσαν αποκαλύπτουν την στενή σχέση που είχαν δημιουργήσει.

Ο ίδιος μαγεύτηκε από την ομορφιά και τον δυναμισμό της 20χρονης τότε κοπέλας κι εκείνη από την τόλμη και το ταλέντο του. Έτσι, εκτός από μαθήτριά του, υπήρξε μοντέλο και βοηθός του μέχρι το 1885, που ξεκίνησε επίσημα η συνεργασία τους ως “ισότιμοι” γλύπτες.

Ο Rodin ήταν πραγματικά παράτολμος για την εποχή του αφού επέτρεψε, βασικά ζήτησε, από μια γυναίκα να συμμετέχει ως συνδημιουργός σε δύο πολύ σημαντικές έργα που είχε αναλάβει να εκτελέσει: τις «Πύλες της Κολάσεως» και τους «Αστούς του Καλαί». Η πρώτη τους συμφωνία όριζε πως εκείνη θα μπορούσε να φτιάξει τα χέρια και τα πόδια.

Σε μια ανδροκρατούμενη και βαθιά ριζωμένη αντίληψη για τα μηδαμινά ενδεχόμενα της γυναικείας συμβολής στην τέχνη, ο Rodin αποδεικνύεται διπλά ρομαντικός.

Αν και εκείνος είχε ήδη μια μακροχρόνια και επίσημη σχέση με την Rose Beuret, δεν αντιστάθηκε στην έλξη που ένιωσε με την Camille και ανέπτυξε μαζί της μια παράλληλη, δυνατή και έντονη ερωτική σχέση που διήρκεσε 9 χρόνια, από το 1884 μέχρι το 1893. Αυτή η μεγάλη περίοδος αποτέλεσε σημαντική πηγή έμπνευσης για εκείνον ενώ έδωσε στην Camille την δυνατότητα να δικτυωθεί στον χώρο της γλυπτικής.

Πορτραίτο του Rodin – Camille Claudel

Η παράνομη σχέση τους ήταν ακόμα μια αφορμή για να ενταθούν οι σχέσεις της με την μητέρα της.

Ελλείψει μητρικής αγάπης από παιδί, η ολοκληρωτική απόρριψη της μητέρας της την πλήγωσε, γεγονός που δημιουργούσε την επιθυμία στην Camille να προσπαθήσει να αποκτήσει και πάλι την εκτίμησή της.

Αυτό οδήγησε σε διάφορες προστριβές στην σχέση της με τον Rodin, ο οποίος δεν σκόπευε να χωρίσει για να την παντρευτεί, με αποτέλεσμα να φτάσει στο σημείο να ορίσει το τέλος αυτής της φλογερής σχέσης.

Έτσι ξεκίνησε, ανεξάρτητη πια, την δική καλλιτεχνική πορεία με μια σειρά από σπουδαία έργα και διακρίσεις. Ήθελε να ξεφύγει από τις κριτικές, η οποίες είχαν την τάση να καλύπτουν τις δυνατότητές της αναφερόμενες πάντα στις διδαχές του δασκάλου της.

Η ίδια πίστευε ότι πολλές φορές ίσχυε το αντίθετο, ότι εκείνος είχε εμπνευστεί από εκείνη και τις ιδέες της…

Από το 1898 μέχρι το 1908, κατάφερε να διαγράψει μια πολύ αξιόλογη πορεία, με τακτικές εκθέσεις στα Σαλόνια Γλυπτικής και δύο ατομικές εκθέσεις σε γκαλερί. Μάλιστα, η ευρεία αναγνώρισή της ως γλύπτρια, έκανε την εφημερίδα La Fronde να της πάρει συνέντευξη τον Οκτώβριο του 1907.

Παρόλα αυτά, η ψυχική της υγεία όλα αυτά τα χρόνια, από τον χωρισμό της και μετά, ήταν αρκετά άστατη. Σύμφωνα με τα ημερολόγια του αδελφού της ήταν διαταραγμένη, άρχισε σταδιακά να απομονώνεται, να αποδιοργανώνεται και να εμφανίζει σημάδια φόβου καταδίωξης και συνωμοσίας. Άρχισε να συμπεριφέρεται αλλόκοτα και να τρώει από τα σκουπίδια για να μην την δηλητηριάσουν…

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στην ζωή της όταν έχασε τον μοναδικό άνθρωπο που απέδειξε πως θα την αγαπά για πάντα, τον πατέρα της.

Αν και δεν έμαθε για τον θάνατό του, η απώλειά του επέτρεψε στην οικογένεια να πάρει την πρωτοβουλία να βάλει την Camille στην ψυχιατρική κλινική MaisondeSanté, όπου και την κράτησαν ως σχιζοφρενή.

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΠΗΡΕ ΜΕΓΑΛΗ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΡΙΞΑΝ ΔΡΙΜΥ ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ.

Στα επόμενα χρόνια, η Camille μεταφέρθηκε σε διάφορα ιδρύματα και άσυλα, στα οποία την επισκεπτόταν μόνο ο αδελφός της. Ο Rodin της στάθηκε έστω κι από απόσταση, συμβάλλοντας στην κάλυψη των εξόδων της ενώ ανέλαβε να μεταφέρει όσα έργα της είχαν διασωθεί σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Biron για να τα προστατεύσει.

Το 1915, με επιστολή της προς τον διευθυντή της κλινικής που νοσηλευόταν η Camille, η μητέρα της δήλωσε πως έχει προκαλέσει πολύ κακό στην οικογένεια, γι’αυτό δεν θα την επισκεφτεί κανείς ξανά. Μερικά χρόνια μετά ο γιατρός της, με επιστολή του προς τη μητέρα της, ζήτησε την συμβολή της οικογένειας στην σταδιακή επανένταξη της Camille στο κοινωνικό περιβάλλον όμως εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά.

Αυτό ήταν το τελευταίο κεφάλαιο της τραγικής της ζωής που κράτησε μέχρι την 19η Οκτωβρίου του 1943, όπου γράφτηκε ο επίλογος της ζωής της μετά από 30 χρόνια εγκλεισμού.

Η κηδεία της έγινε στο κοιμητήριο της Monfavet και δεν παρέστη κανείς.

H Camille βίωσε στην ζωή της έντονα συναισθήματα με μεγαλύτερο εκείνο της απόρριψης. Απόρριψη από την θαλπωρή της μάνας, απόρριψη από την κοινωνία (ως άγαμη γυναίκα αλλά και ερωμένη δεσμευμένου άνδρα), απόρριψη από τον κύκλο των μεγάλων γλυπτών της εποχής (απλά και μόνο επειδή ήταν γυναίκα), απόρριψη από τον Rodin (που δεν την ήθελε δίπλα του ως σύζυγο)…

Πάντα είχε κάτι να αποδείξει σε όλους: ότι αξίζει να γίνει αποδεκτή.

Τα περισσότερα γλυπτά της είχαν καταστραφεί από την ίδια κατά την διάρκεια των κρίσεων που είχε. Ωστόσο, με την συμβολή του Rodin υπάρχουν σήμερα κάπου στα 90 γλυπτά και σχέδια. 

Η πραγματική αναγνώρισή της άργησε να έρθει. Χρειάστηκε να περάσουν 30 χρόνια για να αρχίσουν να μελετούν τα έργα της και η δημοτικότητά της να ανέβει στα ύψη. Ο κόσμος ήθελε να μάθει περισσότερα για το ταλέντο που καταπνίγηκε στα στερεότυπα, την παραμέληση και την καταφρόνια των περιστάσεων…

Έτσι το ενδιαφέρον αυτό οδήγησε το 1988 στην πρώτη ολοκληρωμένη ταινία που για την ζωή της και κυρίως για την σχέση της με τον Rodin. Η ταινία βασίστηκε στο μυθιστόρημα της εγγονής του αδερφού της Reine-Marie Paris και είχε πρωταγωνιστές την Isabelle Adjani και τον Gérard Depardieu.

Η Camille ωστόσο υπήρξε κεντρικό θέμα σε ακόμα μια ταινία, με τίτλο CAMILLE CLAUDEL 1915 και έτος κυκλοφορίας το 2013. Αυτή τη φορά το κύριο θέμα ήταν ο εγκλεισμός της. Πρόκειται για μια συγκλονιστική μεταφορά τους δράματος της Camille στην μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνίστρια την Juliette Binoche η οποία απέσπασε βραβεία για αυτή την μαγευτική ερμηνεία της.

Παράλληλα με την προετοιμασία της ταινίας, η τοπική κοινωνία της Nogent-sur-Seine, μέρος όπου έζησε για ένα διάστημα η Camille, συζητούσε ήδη για ένα έργο προς τιμήν της. Από το 2008 υπήρξαν διάφορες ιδέες που κατέληξαν το 2017 στην έναρξη της λειτουργίας του Musée Camille Claudel.

Στο μουσείο αυτό φιλοξενούνται μεταξύ άλλων έργα του δασκάλου της Boucher αλλά και του Rodin.

Η Camille αποτελεί ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς της γαλλικής τέχνης και εξακολουθεί να εμπνέει με τα έργα και τον βίο της, χιλιάδες κόσμου.