Μια από τις δημοφιλέστερες παρουσίες της “Χρυσής Εποχής” του ελληνικού κινηματογράφου, η “εθνική σταρ” Αλίκη Βουγιουκλάκη, αγαπήθηκε από εκατομμύρια Ελλήνων και όχι μόνο και οι ταινίες της γνωρίζουν μέχρι σήμερα τεράστια απήχηση και επιτυχία.

Τα πρώτα χρόνια

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη γεννήθηκε στο Μαρούσι της Αττικής στις 20 Ιουλίου του 1934 και η οικογένειά της είχε καταγωγή από την Μάνη. Πατέρας της ήταν ο δικηγόρος και πρώην νομάρχης Αρκαδίας, Ιωάννης Βουγιουκλάκης, και μητέρα της η Αιμιλία Βουγιουκλάκη. Είχε επίσης και δύο ακόμα αδερφούς, τον Αντώνη και τον Τάκη.

Λίγο αφότου ήρθε στη ζωή, η νεογέννητη Αλίκη αρρώστησε βαριά από πνευμονία δημιουργώντας στην οικογένειά της τον φόβο ότι δεν θα την είχαν κοντά τους για πολύ. Έτσι έσπευσαν να τη βαπτίσουν γρήγορα στο σπίτι δίνοντάς της το όνομα Αλίκη-Σταματίνα.

Από τα 6 της χρόνια η παιδική της ηλικία στιγματίστηκε λόγω της τραγικής απώλειας του πατέρα της. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1943, ο Ιωάννης Βουγιουκλάκης, νομάρχης τότε της Τρίπολης, δολοφονήθηκε από δυνάμεις της ΕΛΑΣ. Το πλήγμα για την μικρή Αλίκη, αλλά και όλη της την οικογένεια ήταν μεγάλο. Η χήρα μητέρα της μεγάλωνε πλέον μόνη τα τρία της παιδιά σε μια αρκετά δυσάρεστη οικονομική κατάσταση.

“Ποτέ δεν υπήρξα το ξένοιαστο κορίτσι. Ήμουν το κορίτσι που στα 6 του χρόνια του έβαλαν μαύρες κορδέλες, γιατί του σκότωσαν τον πατέρα. Ύστερα πέρασα μια ζωή μελαγχολική και στερημένη συναισθηματικά. Και οικονομικά ακόμα. Η μοναδική μου χαρά εκείνα τα χρόνια ήταν τα παιχνίδια μου με τα αδέλφια μου, Τάκη και Αντώνη, τα καλοκαίρια που παίζαμε θέατρο με τα σεντόνια του σπιτιού με έργα δικά μου ή από τις ιστορίες του Ταρζάν. Εγώ έκανα την Τσίτα”.

Η καλλιτεχνική φύση της Αλίκης δεν άργησε να γίνει εμφανής από τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Ινδάλματά της ήταν οι δημοφιλείς χολιγουντιανές ηθοποιοί Greta Garbo και Mary Pickford. Συχνά έστηνε αυτοσχέδια θεατρικά παίζοντας με τα αδέρφια της, ενώ συμμετείχε ενεργά και με μεγάλη επιτυχία στις θεατρικές παραστάσεις του σχολείου της.

Η Αλίκη στη Δραματική Σχολή

Κάπως έτσι το 1952, η 18χρονη Αλίκη έδωσε κρυφά από την οικογένειά της εξετάσεις και πέρασε στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Οι αντιδράσεις της οικογένειάς της αρχικά ήταν έντονες, καθώς δεν ήθελαν να τη δουν “θεατρίνα”, όμως το πάθος και οι επιδόσεις της Αλίκης τους έκαναν σύντομα να αποδεχτούν την επιλογή της.

Το παιδικό της όνειρο να παίξει σε μια πραγματική θεατρική σκηνή πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά έναν χρόνο αργότερα, το 1953, όταν συμμετείχε στο έργο “Κατά Φαντασίαν Ασθενής” του Μολιέρου.
Το 1954 έκανε το ντεμπούτο της και στον κινηματογράφο, στην ταινία “Ποντικάκι”, που θεωρείται επίσημα και η πρώτη αστυνομική ταινία στην Ελλάδα.

Το καλοκαίρι του 1954 δέχθηκε πρόταση από τον Νίκο Χατζίσκο να αντικαταστήσει την Άννα Συνοδινού στο έργο “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” στο θέατρο του Εθνικού Κήπου. Η ερμηνεία της εκεί ήταν ικανοποιητική, όμως αντιμετώπισε προβλήματα με τον Σύλλογο Καθηγητών της Σχολής της, αφού δεν είχε πάρει άδεια για τη συμμετοχή της, όπως έπρεπε.

Ως φοιτήτρια η Αλίκη ήταν αρκετά συνεπής και μελετηρή καταφέρνοντας να κερδίζει τις καλές εντυπώσεις των καθηγητών και συμμαθητών της. Μετά όμως και την “λαθραία” συμμετοχή της στο “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” κάποιοι συμμαθητές της άρχισαν να δείχνουν την ενόχλησή τους μαζί της, καθώς θεωρούσαν ότι προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να τραβάει όλη την προσοχή πάνω της.

Ήταν επίσης γνωστό ότι τύγχανε ιδιαίτερης μεταχείρησης από κάποιους καθηγητές της, οι οποίοι φαίνεται πως αδικούσαν άλλους ταλαντούχους της σχολής προωθώντας περισσότερο εκείνη.

Αυτό το γεγονός είχε προκαλέσει την αντίδραση και του γνωστού ηθοποιού Δημήτρη Χορν, ο οποίος την μηδένισε στις τελικές της εξετάσεις όντας μέλος της επιτροπής της Σχολής. Υπήρξε αυστηρά επικριτικός απέναντί της δηλώνοντας πως αν εκείνη έπαιρνε με άριστα το πτυχίο του ηθοποιού, εκείνος θα παρατούσε το θέατρο.

Το πτυχίο της Αλίκης, λόγω της βαθμολογίας του Χορν, έγραφε τελικά “Λίαν Καλώς”, γεγονός που δυσαρέστησε πολύ την Αλίκη. Μάλιστα τότε έκανε και ένα ξέσπασμα ανακοινώνοντας στην οικογένειά της, αλλά και στον τύπο ότι αποσύρεται από το θέατρο. Αυτό, όπως γνωρίζουμε όλοι, δεν έγινε ποτέ.

Η Αλίκη στον χώρο του θεάματος

Τα πρώτα χρόνια την καλλιτεχνικών της βημάτων μετά την αποφοίτησή της από την Δραματική Σχολή υπήρξαν διάφορα κουτσομπολιά και φήμες γύρω από το πρόσωπο της Αλίκης. Ιδιαίτερα στις θεατρικές της συμμετοχές κάποιοι θίασοι δεν της είχαν πολλή εμπιστοσύνη και την χαρακτήριζαν ως “βεντέτα”, καθώς λεγόταν ότι μπορούσε να αποχωρήσει από μια παραγωγή επειδή κάτι δεν ήταν όπως το ήθελε και επειδή κύριος στόχος της ήταν η πρωταγωνιστική θέση. Στον κινηματογράφο πάντως τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά και πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Η Αλίκη άλλωστε αγαπούσε τον χώρο του καλλιτεχνικού θεάματος και προσπαθούσε με πείσμα για όσα ήθελε να πετύχει.

Τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο συνόδεψε και η πρώτη της συμμετοχή σε διαφήμιση, ένας τομέας στον οποίο η Αλίκη υπήρξε αρκετά επιλεκτική. Με καστανά μαλλιά ακόμα τότε, έγινε το πρόσωπο της μπύρας Φιξ λέγοντας το γνωστό σλόγκαν “Πίνε Φιξ, κάνει καλό”.

Ήταν τέτοια η θετική της απήχηση στον κόσμο, που η Αλίκη θα μπορούσε να “πουλήσει” και να κάνει της μόδας οτιδήποτε.

Και αυτό το γνώριζαν οι διαφημιστές. Εκείνη όμως έκανε αρκετά χρόνια να δεχθεί ξανά να γίνει το κεντρικό πρόσωπο για ένα προϊόν διαφήμισης.

Γνωστές διαφημίσεις της, που πολλοί σίγουρα θυμούνται ακόμα, ήταν αυτή για τον καφέ “Filcafe Continental” το 1987, για την Express Service το 1989 με το γνωστό σλόγκαν “Εγώ ψηφίζω 154” και για τα κλιματιστικά Samsung το 1995.

Οι ρόλοι της σε γνωστές ταινίες άρχισαν να διαδέχονται ο ένας τον άλλο και μέχρι την δεκαετία του ’60 η Αλίκη κατάφερε να κερδίσει τεράστια αναγνώριση και αγάπη από το κοινό.

Το 1960 μάλιστα κέρδισε το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο 1ο Φεστιβάλ Θεσσαλονικής για την ερμηνεία της στην ταινία “Μανταλένα”. Το 1961 η Αλίκη έφταιξε τον δικό της θίασο ανεβάζοντας αξιοσημείωτα έργα, όπως τα “Χτυποκάρδια στο θρανίο”, “Ο πρίγκιψ και η χορεύτρια”, “Οδός Ονείρων” κ.α. Εκείνη την περίοδο γνωρίστηκε και με τον Φιλοποίμενα Φίνο και δεν άργησε να ξεκινήσει η συνεργασία της με την Finos Films, που έμελλε να γνωρίσει διαχρονική επιτυχία.

Μαζί με τον Φίνο έκανε κάποιες από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές -και όχι μόνο- επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου γνωρίζοντας η ίδια μεγάλη αποδοχή και αναγνωρισιμότητα. Ο Φίνος ήταν και εκείνος που πρώτος την αποκάλεσε “Εθνική σταρ”.

Τα έργα “Η κόρη μου, η σοσιαλίστρια”, “Αχ αυτή η γυναίκα μου” και “Χτυποκάρδια στο θρανίο” παίχτηκαν πρώτα στο θέατρο και μετά την τεράστια επιτυχία τους, γυρίστηκαν και σε ταινίες.

Είτε έπαιζε κάποιο πλουσιοκόριτσο που επαναστατώντας έψαχνε να ζήσει κάτι συναρπαστικό, είτε ήταν μια φτωχή κοπέλα που με την ομορφιά και το ταλέντο της κατάφερνει να ανεβεί κοινωνικά και να αγαπηθεί, κάθε ρόλος της περιείχε και το χαρακτηριστικό της νάζι. Αυτό το νάζι που άλλοι αγάπησαν και άλλοι “μίσησαν”, αλλά που έγινε το σήμα κατατεθέν τόσο της ίδιας ως ηθοποιού, αλλά και των πετυχημένων της ρόλων.

“Αστέρω”“Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο”“Το δόλωμα”“Η αρχόντισσα και ο αλήτης”“Η Αλίκη στο ναυτικό”“Η Λίζα και η άλλη” είναι μερικές από τις πετυχημένες ταινίες της Αλίκης σε συνεργασία με την Finos Films. Επίσης η ταινία της “Υπολοχαγός Νατάσα” παρέμεινε για 30 ολόκληρα χρόνια η πρώτη σε εισπράξεις παραγωγή του ελληνικού κινηματογράφου.

Η τελευταία της κινηματογραφική συνεργασία με την Finos Films ήταν στην ταινία “Η Μαρία της Σιωπής” το 1972, όπου υποδήθηκε μια κωφάλαλη και σημείωσε τεράστια επιτυχία. Το 1981 ήταν η τελευταία της εμφάνιση γενικότερα στον κινηματογράφο, στην ταινία “Κατάσκοπος Νέλλυ”, με την οποία έκλεισε τα 28 χρόνια της λαμπερής κινηματογραφικής της πορείας.

Την δεκαετία του ’70 και λόγω και μιας εμπορικής πτώσης του κινηματογράφου η Αλίκη ασχολήθηκε περισσότερο από ποτέ με το θέατρο. Ανέβασε πάνω από 50 θεατρικές παραστάσεις, ενώ το 1975 έφερε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τα μιούζικαλ-υπερπαραγωγή ανεβάζοντας το έργο “Καμπίρια”. Το τελευταίο μιούζικαλ που ανέβασε με εξαιρετική επιτυχία ήταν η περίφημη “Μελωδία της Ευτυχίας” από το 1994 ως το 1996. Το ντεμπούτο της Αλίκης στην τηλεόραση έγινε την Άνοιξη του 1975 συμμετέχοντας ως πρωταγωνίστρια στο σίριαλ “Βασίλισσα Αμαλία”. Αργότερα έπαιξε επίσης στις σειρές “Η Θεατρίνα” και “Η εύθυμη χήρα”, ενώ έκανε guest εμφανίσεις σε επεισόδια άλλων έργων, όπως οι “Δέκα Μικροί Μήτσοι”.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν επίσης η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που έγινε κούκλα! Μετά από πρόταση του ζεύγους Βακάκη, ιδιοκτήτες του εργοστασίου Ελ Γκρέκο, η κούκλα Αλίκη κυκλοφόρησε στην αγορά το 1967 ανεβάζοντας και τις πωλήσεις της επιχείρησης στα ύψη.

Η Αλίκη και ο έρωτας

Το μεγαλύτερο ίσως κεφάλαιο της προσωπικής της ζωής ήταν ο συμπρωταγωνιστής της Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Οι δυό τους γνωρίστηκαν ως συμφοιτητές στην Δραματική Σχολή και έπαιξαν πρώτη φορά μαζί στην ταινία “Αστέρω” του 1959.

Ο έρωτάς τους άφησε εποχή απασχολώντας συχνά τον τύπο, αλλά και την μεγάλη οθόνη, αφού πρωταγωνίστησαν ως ζευγάρι σε πολλές από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές τους επιτυχίες. Ο γάμος τους έγινε στις 18 Ιανουαρίου του 1965, ενώ στις 4 Ιουνίου του 1969 απέκτησαν τον γιό τους Γιάννη.

Το γεγονός της εγκυμοσύνης της έγινε γνωστό στα γυρίσματα της ταινίας “Η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά” στη Μακρυνίτσα, όταν η Αλίκη άρχισε να έχει έντονες αδιαθεσίες και αιμορραγία. Λόγω του κινδύνου να αποβάλει (ξανά) τα γυρίσματα διακόπηκαν μέχρι να γεννήσει και συνεχίστηκαν το 1969.

Τόσο σε αυτή την ταινία όσο και στην “Η Νεράιδα και το παλικάρι”, που γυριζόταν εκείνη την περίοδο στην Κρήτη, είχανε βρει μια σωσία της Αλίκης να την ντουμπλάρει στα δύσκολα πλάνα. Αυτή η σωσίας ήταν η Μίτση Καρρά ή αλλιώς Δήμητρα Καπετανοπούλου, με την οποία εκτός από εκπληκτική ομοιότητα, είχαν και μια πολύ ευχάριστη συνεργασία.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν η πρώτη ηθοποιός στην Ελλάδα που χρησιμοποίησε σωσία για της ανάγκες των γυρισμάτων.

Παρόλο που στις ταινίες τους η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ ήταν πάντα το ζευγάρι που ξεπερνούσε κάθε δυσκολία με την δύναμη της αγάπης, στην πραγματική τους ζωή η σχέση τους γνώρισε μεγάλες εντάσεις. Πηγές αναφέρονται σε ομηρικούς καβγάδες και ξυλοδαρμούς, στους οποίους αποδίδονται και οι αποβολές που είχε η Αλίκη πριν καταφέρει να αποκτήσει τον γιό της.

Τελικά οι δυό τους πήραν διαζύγιο στις 5 Ιουλίου του 1975 λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Η τελευταία ταινία στην οποία έπαιξαν μαζί ήταν η “Υπολοχαγός Νατάσα” το 1970, ενώ κάποια χρόνια αργότερα, το 1984, επανενώθηκαν καλλιτεχνικά στο θεατρικό έργο “Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα”.

“Παντρεύτηκα τον Δημήτρη Παπα­μιχαήλ γιατί τον θαύμαζα. Γοητεύτηκα από το ταλέντο του στη σχολή και, όταν μου πρότεινε να παντρευτούμε, δέχτηκα αμέσως. Με χωρίζουν με τον άντρα μου εκατοντάδες πράγματα, από την καθη­μερινή μας ζωή μέχρι το καλλιτεχνικό μας σμίξιμο. Έχουμε διαπράξει πολλά λάθη και οι δύο. Εγώ νιώθω τύψεις, αλλά ποτέ ενοχή. Η ζωή των ανθρώπων είναι μια παράξενη αλχημεία, όπου τα πολύτιμα μέταλλα, η αγάπη, ο έρωτας, το πάθος, η ειλικρίνεια, φθείρονται. Μην ψάχνετε να βρείτε ποιος φταίει”.

Τον Ιανουάριο του 1982 η Αλίκη παντρεύτηκε με πλήρη μυστικότητα τον επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη, με τον οποίο δεν έμειναν μαζί για πολύ. Από το 1982 και για περίπου πέντε χρόνια ήταν σε σχέση με τον ηθοποιό και παρουσιαστή Βλάσση Μπονάτσο. Τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής της είχε σχέση με τον ηθοποιό Κώστα Σπυρόπουλο.

Το τέλος της Εθνικής Σταρ

Αρχές του 1996 και η Αλίκη βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη για τις παραστάσεις του έργου “Μελωδία της Ευτυχίας” όταν έντονες ενοχλήσεις στο στομάχι της την οδήγησαν στο νοσοκομείο. Εκεί διαγνώστηκε με κακοηθή όγκο στο ήπαρ.

Μια εβδομάδα αργότερα, στις 29 Απριλίου, δίνεται νωρίτερα η τελευταία παράσταση του έργου, ώστε η Αλίκη να μπορέσει να φύγει στο εξωτερικό για εξετάσεις. Μέλη του θιάσου και κοινό την αποχαιρέτησαν μέσα σε ένα έντονα συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα και εκείνη τους υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψει σύντομα.

Στο Μόναχο και την Βοστώνη οι γιατροί βρήκαν την κατάστασή της σημαντικά κρίσιμη και της έδιναν περίπου 15 μέρες ζωής, κάτι που εκείνη δεν έμαθε ποτέ. Επέστρεψε στην Ελλάδα και με δική της πρωτοβουλία εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών στις 22 Μαΐου. Η άνιση μάχη της με την επάρατη νόσο κράτησε τελικά δύο μήνες. Ήταν σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση όταν την επισκέπτηκε τελευταία φορά ο πρώην άντρας της Δημήτρης Παπαμιχαήλ και συγκινημένος της είπε “Σήκω ρε Πίπη να φύγουμε, ο Δημήτρης είμαι”.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη άφησε την τελευταία της πνοή στις 23 Ιουλίου του 1996 σε ηλικία 63 ετών, τρεις μέρες μετά τα γενέθλιά της.

Η είδηση του θανάτου της σκόρπισε τη θλίψη και θεωρήθηκε εθνικό πένθος. Πλήθος συνεργατών και θαυμαστών της από όλη τη χώρα έσπευσαν να της πουν το τελευταίο αντίο στο διήμερο λαϊκό προσκήνυμα της σορού της στην Αθήνα. Η κηδεία της έγινε δημοσία δαπάνη στις 25 Ιουλίου και θάφτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη κατέκτησε μια για πάντα τις καρδιές των Ελλήνων, των παλιότερων και των νεότερων, αποτελώντας μια από τις δημοφιλέστερες ηθοποιούς της χώρας, που δύσκολα θα μπορούσε κάποια άλλη πλέον να φτάσει.

Συνεργάστηκε με σημαντικά ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου και συνέδεσε καταλυτικά το όνομά της με την “χρυσή εποχή” του ελληνικού θεάματος. Τιμήθηκε για την καλλιτεχνική της προσφορά με το Αριστείο Κινηματογραφικής Αξίας, καθώς και το έπαθλο “Κοτοπούλη”.

Προηγούμενο άρθρο10 στα 10 με την Ελίνα Κέφη
Επόμενο άρθροΙστορίες για αγρίους: Ο Δολοφόνος της Σκακιέρας
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here