Η ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου περιλαμβάνει πολλές και ποικίλες μελανές σελίδες έχοντας ανοίξει νέα μεγάλα κεφάλαια στα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε αυτά που παγκοσμίως αναγνωρίζονται πλέον ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Μια από τις περιπτώσεις, που χαρακτηρίστηκε ως μια από τις μεγαλύτερες υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων του 20ου αιώνα, είναι η -άγνωστη για πολλούς- συγκλονιστική ιστορία των “γυναικών ανακούφισης” ή αλλιώς των σκλάβων του σεξ, που χρησιμοποιήθηκαν από τον αυτοκρατορικό ιαπωνικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι συγκεκριμένες γυναίκες έμειναν στην ιστορία ως comfort women” (“γυναίκες ανακούφισης/παρηγοριάς” σε απλή μετάφραση), χαρακτηρισμός που προέκυψε από την ονομασία τους στα ιαπωνικά: Ianfu = γυναίκες που χρησιμοποιήθηκαν με τη βία ως πόρνες από τον στρατό την περίοδο του πολέμου.

Όλα ξεκίνησαν το 1932, όταν αρχικά ακολούθησαν εθελοντικά τους Ιάπωνες στρατιώτες γυναίκες, που εργάζονταν ως εταίρες και τοποθετήθηκαν στο πρώτο “στρατιωτικό πορνείο” στη Σανγκάη. Το πλήθος όμως των στρατιωτών δεν ήταν δυνατό να καλυφθεί από τις λίγες εθελόντριες Γιαπωνέζες και σύντομα άρχισαν να επιστρατεύονται νέες τεχνικές για να φέρουν περισσότερες γυναίκες στα στρατόπεδα.

Διάφορα καλέσματα ζητούσαν γυναίκες να ακολουθήσουν τον στρατό με την υπόσχεση να εργαστούν ως νοσοκόμες ή εργάτριες, ενώ όταν τελικά έφθαναν εκεί, οδηγούνταν κατευθείαν στα πορνεία χωρίς τη θέλησή τους. Αποφασίστηκε μάλιστα να μην χρησιμοποιούνται πλέον Γιαπωνέζες, ώστε να μην αλλοιωθεί η αίγλη της αυτοκρατορίας. Η “επιχείρηση” λοιπόν στράφηκε προς γυναίκες από τις χώρες που ήταν υπό κατοχή της Ιαπωνίας, όπως η Κορέα, η Κίνα και οι Φιλιππίνες.

File:Chinese girl from one of the Japanese Army's 'comfort battalions'.jpgΌσο περνούσε ο καιρός ο τρόπος μεταφοράς των γυναικών στα στρατόπεδα γινόταν όλο και πιο βίαιος. Κάποιες τις εξαπατούσαν με ψεύτικες υποσχέσεις, άλλες τις αγόραζαν από τις άπορες οικογένειές τους, ενώ άλλες τις απήγαγαν βίαια και απροκάλυπτα από τα διάφορα χωριά που περνούσαν.

Από το 1932 ως και το 1945 χιλιάδες νεαρές γυναίκες και κορίτσια -μεταξύ τους και πολλά ανήλικα- κρατήθηκαν αιχμάλωτες στα στρατιωτικά πορνεία για μήνες ή και χρόνια.

Ο ακριβής αριθμός αυτών των γυναικών δεν έχει καταφέρει να εξακριβωθεί, αλλά σύμφωνα με την πλειοψηφία των ιστορικών υπολογίζεται ως και στις 200.000 γυναίκες νεαρής ηλικίας. Οι περισσότερες ήταν από την Κορέα και την Κίνα και μετά από τις Φιλιππίνες, την Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ, τη Μαλαισία και την Ινδονησία, ενώ μερικές εκατοντάδες από αυτές ήταν και από Ολλανδία και Αυστραλία.

Η αρχική λογική πίσω από τις “γυναίκες ανακούφισης” και τα στρατιωτικά πορνεία ήταν για να χαλαρώνουν οι ταλαιπωρημένοι στρατιώτες και να αποφευχθούν οι πολλοί βιασμοί, που θα συνέβαλαν στην επικράτηση ενός αντι-ιαπωνικού αισθήματος στα κατεχόμενα εδάφη. Τελικά όμως έγινε ακριβώς αυτό.

Οι μαρτυρίες κάποιων από τις ίδιες τις γυναίκες που επέζησαν, καθώς και Ιαπώνων στρατιωτών, αποκαλύπτουν τη σκληρή και απάνθρωπη πραγματικότητα που επικρατούσε στα στρατιωτικά πορνεία. Η κακοποίηση και οι βιασμοί ξεπερνούσαν κάθε όριο και οι κοπέλες χρησιμοποιούταν σαν πραγματικά αντικείμενα για την σεξουαλική ικανοποίηση, αλλά και το ξέσπασμα των στρατιωτών.

Για την θλιβερή πλειοψηφία των κοριτσιών αυτών ο βιασμός ήταν και η πρώτη τους σεξουαλική επαφή, πολλές φορές και ομαδικός ή ακόμα και από τους γιατρούς που αναλάμβαναν τη φροντίδα τους μετά την κακοποίηση. Όσες προσπαθούσαν να αντισταθούν, ξυλοκοπούνταν άγρια, ενώ όταν μοιραία έμεναν έγκυες, τις επέβαλλαν σε αναγκαστικές εκτρώσεις.

Ακόμα και όταν κολλούσαν σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα ήταν αναγκασμένες να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τους στρατιώτες δεκάδες φορές τη μέρα. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν αναγκασμένες και να δίνουν αίμα για να θεραπευτούν τραυματίες. Ο στρατιωτικός γιατρός Asō Tetsuo τις είχε χαρακτηρίσει ως “γυναίκες πολεμοφόδια” και “δημόσιες τουαλέτες”, στην κυριολεξία δηλαδή ως αντικείμενα για κάθε χρήση, για τα οποία κάθε ανθρώπινη υπόσταση είχε εξαφανιστεί.

Είναι επίσης γνωστό ότι για την αποφυγή μετάδοσης σεξουαλικών νοσημάτων τους χορηγούνταν συχνά ενέσεις αρσεφαναμίνης (γνωστή ως Salvarsan, διαδεδομένο τότε φάρμακο για τη θεραπεία της σύφιλης), οι οποίες σε συνδυασμό με τις κακώσεις στον κόλπο από τους άγριους βιασμούς προκαλούσαν στείρωση σε ασυνήθιστα μεγάλα ποσοστά. Όσο μάλιστα η ιαπωνική πλευρά έχανε πλέον τον πόλεμο και τα εφόδια του στρατού είχαν ελλείψεις, οι “γυναίκες ανακούφισης” στερήθηκαν κάθε ιατρικής περίθαλψης και όσες αρρώσταιναν, αφήνονταν απλά να πεθάνουν μόνες τους.

Πηγές αναφέρουν ότι ίσως και τα 3/4 των γυναικών σκλάβων του σεξ έχασαν τη ζωή τους μέχρι το τέλος του πολέμου από τις ασθένειες και την απάνθρωπη κακοποίηση, ενώ οι περισσότερες από αυτές που επέζησαν είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας, σωματικά και ψυχικά.

File:Entrance of a comfort station.png

Τα τελευταία στρατιωτικά πορνεία έκλεισαν γύρω στο 1953 μετά τον πόλεμο της Κορέας και ως τότε η πραγματικότητα των “γυναικών ανακούφισης” είχε μείνει κατά κύριο λόγο ένα θλιβερό και ένοχο μυστικό.

Όσες γυναίκες κατάφερναν να επιστρέψουν στα σπίτια τους είχαν δεχθεί απειλές από τους Ιάπωνες αξιωματικούς ότι αν τολμούσαν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους, θα εκτελούνταν και εκείνες και οι οικογένειές τους.

Παράλληλα, οι επίσημες αναφορές Ιαπώνων και Αμερικανών τότε περιέγραφαν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Υποστήριζαν πως οι γυναίκες στα στρατόπεδα ουσιαστικά είχαν μια προνομιακή μεταχείριση με αρκετό φαγητό, χρήματα για ρούχα και καλλυντικά, ενώ συνόδευαν και τους στρατιώτες σε διάφορες δραστηριότητες διασκέδασης…

Ένα από τα πιο φρικαλέα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που διαπράχθηκε συνειδητά από τον αυτοκρατορικό ιαπωνικό στρατό και την κυβέρνηση, παρέμεινε σκόπιμα στο σκοτάδι για τουλάχιστον 40 χρόνια, ώσπου τελικά να αποκαλυφθεί.

Οι πρώτες αναφορές για τις “γυναίκες ανακούφισης” άρχισαν να βγαίνουν στο φως όταν άρχισαν να βελτιώνονται και οι σχέσεις μεταξύ Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας μετά το 1960, αλλά οι πιο αποφασιστικές κινήσεις άργησαν μερικά χρόνια ακόμα.

Η Κορεάτισσα Kim Hak-sun ήταν από τις πρώτες που αποφάσισαν να μιλήσουν δημόσια για όσα πέρασαν ως σκλάβες του σεξ στα στρατιωτικά πορνεία.

“Όταν ήμουν 17 ετών, οι Ιάπωνες στρατιώτες ήρθαν με ένα φορτηγό, μας χτύπησαν και μετά μας έσυραν μέσα. Μου είπαν ότι αν στρατολογηθώ, θα κέρδιζα πολλά χρήματα σε ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. Την πρώτη μέρα με βίασαν και οι βιασμοί δεν σταμάτησαν ποτέ. Γεννήθηκα γυναίκα, αλλά ποτέ δεν έζησα ως γυναίκα. Νιώθω σαν άρρωστη όταν πλησιάζω έναν άντρα. Όχι μόνο Ιάπωνες άντρες, αλλά όλους τους άντρες-ακόμα και τον ίδιο μου τον άντρα που με έσωσε από το πορνείο. Ανατριχιάζω κάθε φορά που βλέπω ιαπωνική σημαία…”

Οι ανυπόφορες και τραγικές στιγμές της που περιέγραψε ξύπνησαν μνήμες και κάποιες ακόμα γυναίκες από την Κίνα, τις Φιλιππίνες, το Βιετνάμ και αλλού, που είχαν επιζήσει από τα στρατιωτικά πορνεία, μοιράστηκαν επίσης τις δικές τους σκληρές αναμνήσεις.

Με τη βοήθεια των υποστηρικτών τους ξεκίνησαν ένα διεθνές κίνημα, μέσω του οποίου ζητούσαν να αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη και η κυβέρνηση της Ιαπωνίας να τους ζητήσει μια συγγνώμη για τα εγκλήματα που είχαν διεξαχθεί. Οι συστημικές αρχές της χώρας προσπάθησαν αρχικά να διαψεύσουν τις μαρτυρίες τους, όμως οι ιστορικοί είχαν αρχίσει ήδη να ερευνούν το ζήτημα και τα στοιχεία που έβγαιναν στην επιφάνεια δεν μπορούσαν πλέον να καλυφθούν.

File:Captured comfort women in Myitkyina on August 14 in 1944.jpg

Στις 14 Ιανουαρίου του 1992, η τότε ιαπωνική κυβέρνηση υπό τον αυτοκράτορα Akihito προέβη σε δημόσια απολογία για την απαγωγή και τον εξαναγκασμό των γυναικών της Κορέας σε σεξουαλική δουλεία κατά την περίοδο του πολέμου.

“Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο πρώην Ιαπωνικός στρατός έπαιξε ρόλο στην απαγωγή και κράτηση των “γυναικών ανακούφισης” και θα θέλαμε να εκφράσουμε τη συγγνώμη και την αντίθεσή μας σε αυτό.”

Υπογεγραμμένη συγγνώμη έλαβαν και περίπου 400 πρώην “γυναίκες ανακούφισης” από την Κορέα, την Ταϊβάν, τις Φιλιππίνες και την Ολλανδία το 1994 από τον πρωθυπουργό Tomiichi Murayama. Κάποιες από τις γυναίκες που επέζησαν δέχτηκαν και ένα ποσό για αποζημίωση μέσα στα επόμενα χρόνια.

Το ζήτημα προκάλεσε μια νέα ρήξη μεταξύ Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας το 2007, όταν ο πρωθυπουργός Shinzō Abe δήλωσε πως δεν υπήρχαν αποδείξεις για σκλάβες του σεξ, παρά την παραδοχή που είχε προηγηθεί από την παλιότερη κυβέρνηση. Το Ιαπωνικό Κοινοβούλιο αναγκάστηκε σύντομα να προβεί σε νέα απολογία για τα λεγόμενά του, ενώ μόλις τον Δεκέμβριο του 2015 ο Abe εξέφρασε τελικά την αποδοχή του για το γεγονός.

Μέχρι και σήμερα πάντως, που η φρικτή πραγματικότητα των “γυναικών ανακούφισης” έχει γίνει ευρέως γνωστή, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ προσώπων της κυβέρνησης επί τους θέματος συνεχίζονται. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η Ιαπωνική κυβέρνηση δεν ζητάει έντιμα και ειλικρινά συγγνώμη και ότι κρατάει γενικότερα μια στάση υποστήριξης προς τους συντηρητικούς της χώρας, που θεωρούν πως εκείνες οι γυναίκες ήταν πόρνες επί πληρωμή, που υπηρέτησαν έναν αναγκαίο για τις τότε συνθήκες σκοπό και δεν υπήρξαν θύματα μιας κυβερνητικής πολιτικής.

Αυτό υποστηρίζουν γενικότερα και οι περισσότερες από τις τελευταίες “γυναίκες ανακούφισης” που ζουν μέχρι σήμερα (ηλικίας 80-90 ετών) και οι υποστηρικτές τους θεωρώντας πως ακόμα δεν έχουν πάρει πραγματική δικαίωση για τη φρικαλεότητα που βίωσαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Στον τομέα της αρθρογραφίας έχω ασχοληθεί τόσο με γενική ειδησεογραφία, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, όσο και με φωτορεπορτάζ, στήλες πολιτισμού, κριτικές δίσκων, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Λάτρης της ανεξάρτητης και ερευνητικής δημοσιογραφίας με έμφαση στην ιστορία, την ψυχολογία, την εγκληματολογία και την κοινωνιολογία. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.