Την ημέρα που τιμάται παγκοσμίως το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθεροτυπίας, η Ελλάδα δυστυχώς συνεχίζει να σπάει τα αρνητικά της ρεκόρ και να κατατάσσεται χαμηλά στις διεθνείς λίστες για όλους τους λάθος και μη δημοκρατικούς λόγους.

Από το χειρότερο lockdown της Ευρώπης, στη συγκάλυψη και απομάκρυνση από τη δημοσιότητα ποικίλων σκανδάλων με εμπλεκόμενους κυβερνητικούς παράγοντες, ως και το αντισυνταγματικό ακαταδίωκτο συνεργατών της που ευθύνονται για την κοινωνική πτώση του τελευταίου έτους, η Ελλάδα δέχεται άλλο ένα ηχηρό ράπισμα από τα διεθνή στατιστικά που την κατατάσσουν στις τελευταίες χώρες της Ευρώπης αναφορικά με την ελεύθερη δημοσιογραφία και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

_____________________________________

Η 3η Μαΐου έχει καθιερωθεί από το 1993 ως η Παγκόσμια Ημέρα Ελευθερίας του Τύπου με πρωτοβουλία της Παγκόσμιας Ένωσης Εφημερίδων (WAN-IFRA). Αφορμή για την καθιέρωση της επετείου αποτέλεσε η Διακήρυξη του Βίντχουκ, που υπογράφηκε από Αφρικανούς δημοσιογράφους τον Μάρτιο του 1991 με αίτημα μια ελεύθερη, ανεξάρτητη και πλουραλιστική δημοσιογραφία και μέσα ενημέρωσης.

Η ελευθερία του τύπου και της έκφρασης αποτελεί καθοριστικής σημασίας οργανικό στοιχείο ενός δημοκρατικού συστήματος και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, όπως ορίζεται τόσο από το Σύνταγμα, όσο και από την Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας γνώμης και έκφρασης, το δικαίωμα να διατηρεί τις απόψεις του χωρίς παρεμβάσεις και το δικαίωμα να αναζητά, να λαμβάνει και να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες με οποιοδήποτε μέσο έκφρασης και ανεξαρτήτως συνόρων.

 

Everyone has the right to freedom of opinion and expression; this right includes freedom to hold opinions without interference and to seek, receive and impart information and ideas through any media and regardless of frontiers.

(Άρθρο 19, Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρώπινων Δικαιωμάτων)

Καθήκον της δημοσιογραφίας είναι να προασπίζεται την άποψη και τα δικαιώματα κάθε πολίτη και να υπηρετεί την ηθική και νόμιμη λειτουργία της κοινωνίας μέσω της έγκυρης και ανεξάρτητης πληροφόρησης και χωρίς να επιδέχεται περιορισμούς ή εκφοβισμό.

Μια στρατευμένη, μεροληπτική δημοσιογραφία καταπατά το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας και φυσικά την έννοια της δημοκρατίας, ενώ αποτελεί βασικό εργαλείο νομιμοποίησης και προπαγάνδας των κάθε μορφής απολυταρχικών καθεστώτων.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια γενικότερη επιδείνωση της ελευθερίας των Μέσων Ενημέρωσης στον παγκόσμιο και ευρωπαϊκό χάρτη, ενώ στην Ελλάδα συγκεκριμένα η κατάσταση εμφανίζεται κάθε χρόνο και χειρότερη.

Η τρέχουσα μάλιστα κρίση της επιδημίας του κορονοϊού φαίνεται πως αποτέλεσε πρόφαση για διάφορες χώρες να χάσουν ακόμα περισσότερο τον σεβασμό τους προς την ελευθεροτυπία. Η γενική γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Μαρίγια Πεϊτσίνοβιτς Μπούριτς, σε σχετική της ανακοίνωση κατήγγειλε τη λογοκρισία και τις κάθε είδους επιθέσεις κατά δημοσιογράφων που εκφράζουν αμφιβολίες για την πολιτική των κυβερνήσεων στο πλαίσιο της κρίσης του Covid-19.

Η έκθεση-καταπέλτης περί δημοσιογραφικής λογοκρισίας στην Ελλάδα

Οι Έλληνες πολίτες βλέπουν ξεκάθαρα την ύπαρξη μιας χειραγωγούμενης και “χρωματισμένης” πολιτικά δημοσιογραφίας, που λειτουργεί ως εντολοδόχος κυβερνητικής προπαγάνδας, κάνει διακρίσεις και προάγει κοινωνικό διχασμό. Δεν προσφέρει σφαιρική, ολοκληρωμένη πληροφόρηση και πολυφωνία και έχει φτάσει σε σημείο να καταπατά θεμελιώδη δικαιώματα και κανόνες δεοντολογίας εις βάρος των πολιτών.

Αυτή η εικόνα της κοινής γνώμης επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά και από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία διεθνών ερευνητικών μέσων, όπως ο δείκτης του οργανισμού RSF, Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα.

Σύμφωνα λοιπόν με την ετήσια έκθεση του RSF για το 2020, η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες χώρες της Ευρώπης όσον αφορά την ελευθερία του τύπου και συγκεκριμένα κατατάσσεται 24η στις 27 με βαθμολογία 28,80 και στην κατηγορία “προβληματική”.

Για την ακρίβεια, η έκθεση είναι άκρως ντροπιαστική για την χώρα μας, την άλλοτε “χώρα της δημοκρατίας”, φέροντας μάλιστα τον τίτλο “Επικίνδυνο κοκτέιλ για την ελευθερία του τύπου”.

Αναλυτικά αναφέρεται:

Η ελευθερία του τύπου υποφέρει στην Ελλάδα του 2020. Η συντηρητική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη χορήγησε γενναιόδωρες φορολογικές εκπτώσεις για διαφήμιση στα μέσα ενημέρωσης, αλλά επιδίωξε, άμεσα ή έμμεσα, να ελέγξει στενά τη ροή των πληροφοριών ως μέρος της προσπάθειάς της να διαχειριστεί την πανδημία του κορωνοϊού και την προσφυγική κρίση.

Ερευνητικά μέσα και μέσα που επικρίνουν την κυβέρνηση παραλήφθηκαν ή έλαβαν δυσανάλογα μικρό μερίδιο των διαφημίσεων από μια αμφιλεγόμενη εκστρατεία δημόσιας ενημέρωσης σχετικά με τη νόσο ύψους 20 εκατομμυρίων ευρώ (λίστα Πέτσα).

Οι δημοσιογράφοι έπρεπε να πάρουν την άδεια της κυβέρνησης για να κάνουν ρεπορτάζ στα νοσοκομεία, ενώ το Υπουργείο Υγείας απαγόρευσε στο ιατρικό προσωπικό να μιλά στα μέσα ενημέρωσης.
Τον Φεβρουάριο του 2021, δόθηκε εντολή σε κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης να μην προβάλλουν βίντεο, που κυκλοφορούσαν στα social media και έδειχναν τον πρωθυπουργό να παραβιάζει κανόνες του lockdown.

Η αστυνομία κατέφυγε σε βία και αυθαίρετες απαγορεύσεις για να εμποδίσει την κάλυψη της προσφυγικής κρίσης στα νησιά. Στη Λέσβο, απαγορεύτηκε σε δημοσιογράφους να καλύψουν τις συνέπειες της πυρκαγιάς στον προσφυγικό καταυλισμό στη Μόρια, ενώ μια ομάδα ανεξάρτητων Γερμανών δημοσιογράφων συνελήφθησαν καθώς προσπαθούσαν να καλύψουν την άφιξη νέων μεταναστών. Στη Σάμο, μια γερμανική ομάδα παραγωγής ντοκιμαντέρ συνελήφθη επίσης χωρίς κατηγορία και δέχτηκε κακομεταχείριση από την αστυνομία.

Το δημόσιο ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι, το οποίο ελεγχόταν άμεσα από τον πρωθυπουργό παρόλο που αυτό έχει κριθεί αντισυνταγματικό από το ανώτατο δικαστήριο, λογόκρινε τα ρεπορτάζ σχετικά με τις νέες δομές μεταναστών. 

Στην Αθήνα, η αστυνομία εμπόδισε φωτοδημοσιογράφους να καλύψουν εκδήλωση μνήμης στα τέλη του 2020 και χτύπησαν έναν ρεπόρτερ για υποτιθέμενη παραβίαση των μέτρων κατά του ιού και τον συνέλαβαν προσωρινά. Υπάρχει ανησυχία για τους νέους κανόνες αστυνόμευσης σχετικά με τις διαδηλώσεις, καθώς περιορίζουν περιοχές του τύπου.

Τον Απρίλιο του 2021, η ελληνική δημοσιογραφική κοινότητα κλονίστηκε περαιτέρω από τη δολοφονία του δημοσιογράφου που ειδικευόταν σε θέματα εγκλήματος, Γιώργου Καραϊβάζ.”

Μια σχεδόν συνοπτική αναφορά σε κάποια γεγονότα που όλοι βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας καθ’ όλη τη διάρκεια του 2020 και μέχρι σήμερα, στα οποία θα μπορούσαμε να προσθέσουμε δυστυχώς και πολλά ακόμα.

Αποκορύφωμα όλων η πολυσήμαντη εκτέλεση του Γιώργου Καραϊβάζ, καθώς και η απειλή συμβολαίων θανάτου για άλλους δύο (μη-κυβερνητικούς) δημοσιογράφους, ένας εκ των οποίων, ο Στέφανος Χίος, δέχτηκε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του τον Ιούλιο του 2020 και σήμερα βρίσκεται εκτός Ελλάδος επικαλούμενος νέα απειλή κατά της ζωής του. Ο τρίτος δημοσιογράφος στο στόχαστρο επικείμενης δολοφονίας είναι ο Κώστας Βαξεβάνης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της RSF, το 2020 δολοφονήθηκαν παγκοσμίως 50 δημοσιογράφοι, οι περισσότεροι εκ των οποίων σε χώρες που έχουν ειρήνη και όχι εμπόλεμες ζώνες. Το 84% αυτών έγινε στόχος και εκτελέστηκε σκόπιμα για λόγους που αφορούν τη δημοσιογραφική τους δράση, με αρκετούς από αυτούς να ασχολούνται με υποθέσεις διαφθοράς στις χώρες τους, πολιτικά σκάνδαλα, οργανωμένο έγκλημα και άλλους παρακρατικούς παράγοντες.

Η ιστορία έχει δυστυχώς δείξει πως οι στοχευμένες δολοφονίες δημοσιογράφων, που δρομολογούνται από κυβερνητικούς και παρακρατικούς παράγοντες, παραμένουν “ανεξιχνίαστες” υποθέσεις για το ευρύ κοινό (βλέπε δολοφονία Σωκράτη Γκιόλια). Η βαθύτερη όμως ουσία τέτοιων δολοφονιών είναι κυρίως ένα καθοριστικό πλήγμα στον θεσμό της δημοκρατίας και τα κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αναξιόπιστα για τους πολίτες τα ελληνικά ΜΜΕ

Και παρά τις εμμονικές προσπάθειες κυβέρνησης και μέσων ενημέρωσης να δείξουν ότι όλα βαίνουν περίφημα, η εικόνα του πραγματικού κόσμου συνεχίζει την απελπιστική της πορεία και όλο και μεγαλύτερο μέρος των πολιτών εκφράζει τη δυσαρέσκεια και εναντίωσή του στο τρέχων καθεστώς.

Όλες οι σχετικές έρευνες των τελευταίων χρόνων δείχνουν με χαρακτηριστικά νούμερα ότι η εμπιστοσύνη των Ελλήνων πολιτών απέναντι στα μέσα ενημέρωσης μειώνεται συνεχώς όλο και περισσότερο.

Σύμφωνα με τις τελευταίες σχετικές ευρωπαϊκές αναφορές (Reuteurs, Ευρωβαρόμετρο κτλ), μόλις ένα 28% των πολιτών εμπιστεύεται τα επικρατέστερα μέσα ενημέρωσης (τηλεόραση, τύπος), ενώ αυτά τα μέσα κατέχουν τις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης στις κατηγορίες της έρευνας (αμεροληψία, ειδήσεις για κυβερνητικούς αξιωματούχους, ακρίβεια και κάλυψη σημαντικών γεγονότων).

Η ντροπιαστική αυτή αλήθεια που καταρρίπτει την ιστορική ελληνική δημοκρατία γίνεται πολύ συχνά θέμα σε ξένα ενημέρωσης, ακόμα και γερμανικά. Τα προβλήματα ελευθεροτυπίας, αλλά και συγκεκριμένα η πρόσφατη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ έχουν δεχτεί κριτική από μεγάλες εφημερίδες, όπως η Bild, η Spiegel, η Welt, ενώ και η Handelsblatt εκτιμά για την γενικότερη κατάσταση στη χώρα μας πως “οι Έλληνες αρχίζουν να χάνουν την υπομονή τους”.

Δείτε επίσης: “Ελλάδα 2020: Από τις χειρότερες χώρες να ζει κανείς στην πανδημία με το σκληρότερο lockdown”

Κοινοποιήστε
Πτυχιούχος Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με έφεση στην έκφραση μέσω του γραπτού λόγου. Έχει αρθρογραφήσει για ειδησεογραφικά, αλλά και πιο ψυχαγωγικά μέσα και για ποικιλία θεμάτων, από μουσική μέχρι πολιτική και πολιτισμό. Κατά καιρούς ασχολήθηκε με κριτικές δίσκων, συνεντεύξεις και αφιερώματα, ρεπορτάζ, αλλά και με το ραδιόφωνο. Λάτρης της ιστορίας, της ψυχολογίας, της εγκληματολογίας, της hard rock μουσικής και μητέρα δύο παιδιών. Παράλληλη και αγαπημένη απασχόληση η τέχνη της φωτογραφίας.