Ο πρώτος επίσημος εορτασμός της εθνικής εορτής που είναι αφιερωμένη στην Επανάσταση του 1821, καθιερώθηκε μετά από βασιλικό διάταγμα του Όθωνα, το οποίο εκδόθηκε στις 15 Μαρτίου 1838.

Όλα έγιναν με αρκετά συνοπτικές διαδικασίες αφού μόλις δύο μέρες μετά την δημοσίευση του διατάγματος, κοινοποιήθηκε από την Γραμματεία της Επικρατείας εγκύκλιος που έδινε οδηγίες για την διεξαγωγή των εκδηλώσεων της γιορτής.

Δείτε επίσης » 15 Μαρτίου 1838, Καθιερώνεται επίσημα η εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου

Τη γενική επιμέλεια του εορτασμού είχε αναλάβει ο τότε διοικητής της Αττικής Κωνσταντίνος Αξιώτης, ο οποίος την ολοκλήρωσε με επιτυχία και επαινέθηκε δημόσια.

Από την άλλη, ο δήμαρχος της πόλης, Δημήτριος Καλλιφρονάς, ήρθε αρχικά σε σύγκρουση και εντέλει σε ρήξη με το Υπουργείο των Εσωτερικών γιατί δεν ήταν διατεθειμένο να συμβάλλει στα έξοδα, τη στιγμή που υπήρχαν αγωνιστές οι οποίοι δεν είχαν ακόμα αποκατασταθεί με αποτέλεσμα να ζουν στην εξαθλίωση.

Η Αθήνα παρότι είχε αναβαθμιστεί τυπικά ως αστικό κέντρο από το 1835, όταν οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του νεοσύστατου κράτους μετεγκαταστάθηκαν από το Ναύπλιο σε αυτή, ήταν ακόμα μικρή σαν πόλη, η οποία είχε ανεπαρκείς υποδομές και αντιμετώπιζε γενικά δυσκολίες.

Ο δήμαρχος όμως, ενθουσιασμένος από την ιστορική αυτή στιγμή, προσπέρασε τα κρατικά εμπόδια και αποφάσισε να οργανώσει μόνος του τον εορτασμό, σημαιοστολίζοντας την πόλη και καθαρίζοντας τις πλατείες. Εκ του αποτελέσματος κρίθηκε ικανότατος στην διαχείριση της κατάστασης αφού κατόρθωσε να δώσει την πρέπουσα πανηγυρική ατμόσφαιρα για τους 17.000 πολίτες της Αθήνας.

Τις ενέργειες του δημάρχου συνόδευσαν η γκρίνια, οι διαφωνίες και οι κατηγορίες, διότι κρίθηκε πως προέβη σε πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας και σύμφωνα με φήμες που κυκλοφόρησαν για την εκπόνηση του εορταστικού προγράμματος δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, τα οποία είχαν προϋπολογιστεί για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.

Η μεγάλη ημέρα

Το πρόγραμμα της πρώτης γιορτής ξεκίνησε από την παραμονή, κατά το βράδυ της οποίας έριξαν 21 συμβολικούς κανονιοβολισμούς, οι οποίοι επαναλήφθηκαν και το πρωί της επομένης, συνοδεία πανηγυρικών καμπανοκρουσιών.

Μετά το πολύκροτο ξύπνημα, ακολούθησε παρέλαση στρατιωτικών μουσικών οι οποίοι πέρασαν από όλους τους δρόμους της πόλης παίζοντας τον εωθινό, δίνοντας το έναυσμα για την συγκέντρωση του πλήθους στην Αγία Ειρήνη για την πανηγυρική δοξολογία.

Όλοι οι κάτοικοι της πόλης, καθώς επίσης και χιλιάδες χωρικών που κατέβηκαν στο αστικό κέντρο λόγω ημέρας, έδωσαν το παρών φορώντας τα καλά τους, ενδεδυμένοι με κατάλευκες φουστανέλες, ασημένιες φέρμελες και σελάχια με καλογυαλισμένες πιστόλες, ενώ στα χέρια τους κρατούσαν μικρές σημαίες, ανθη και κλωνάρια δάφνης.

Στο σημείο καταφτάνουν οι αρχές της πόλης, εκπρόσωποι των συντεχνιών και μέλη του διπλωματικού σώματος, ενώ στις 9 ακριβώς ξεπρόβαλλε η βασιλική άμαξα, από την οποία κατέβηκαν ο Όθωνας και η Αμαλία. Το χαρούμενο πλήθος επευφημούσε και έραινε με άνθη το βασιλικό ζεύγος που επέλεξε να φορέσει παραδοσιακές ενδυμασίες για την συγκεκριμένη ημέρα.

Παρακολούθησαν όλοι μαζί τη δοξολογία όπου χοροστάτησε ο Μητροπολίτης πρώην Ταλαντίου, Νεόφυτος Μεταξάς, επίσκοπος Αττικής, ο οποίος είχε πάρει μέρος στον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, και αφότου τελείωσε, το βασιλικό ζεύγος αναχώρησε για το παλάτι (σημερινό Μουσείο Πόλεως των Αθηνών/Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία) υπό τους ήχους ακόμα 21 κανονιοβολισμών που σήμαναν την έναρξη της μεγάλης γιορτής!

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει στην Πλατεία του Παλατιού εορταστική αψίδα κάτω από την οποία έλαβε χώρα ένα τρικούβερτο γλέντι κι ένα γενναιόδωρο φαγοπότι. Η συμμετοχή του λαού στην εθνική εορτή ήταν πρωτοφανής. Οι χωρικοί ξεχύθηκαν στους δρόμους παίζοντας λαϊκά μουσικά όργανα και πυροβολώντας στον αέρα με τα όπλα τους.

Η μεγάλη δεντροφυτεμένη πλατεία του Παλατιού (σημερινή Πλατεία Κλαυθμώνος), μετονομάστηκε για κάποια περίοδο Πλατεία 25ης Μαρτίου, επειδή εκεί διοργανώθηκε η πρώτη επίσημη εορτή για την επανάσταση.

Έξω από το παλάτι ο λαός έκανε κυριολεκτικά μια μεγαλειώδη παρέλαση, ενώ οι μουσικοί έπαιζαν πολεμικά άσματα και θούρια. Οι χοροί και τα τραγούδια ξεκίνησαν αμέσως και το βασιλικό ζεύγος κάθε τόσο έβγαινε στο μπαλκόνι, χειροκροτούσε τον κόσμο κι έμπαινε πάλι μέσα.

Λαός, βασιλείς, στρατός, ξένοι πρέσβεις, μέχρι και κάποιοι από τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης, είχαν γίνει μια παρέα που διασκέδαζε επί ώρες.

Το πανηγυρικό δρώμενο που δεν έλεγε να κοπάσει με τίποτα, τελικά διεκόπη από τα καιρικά φαινόμενα. Το μεσημέρι της 25ης Μαρτίου 1838 ξέσπασε μια βροχή που χάλασε το πρόγραμμα των εορτασμών της πρώτης επετείου. Παρόλα αυτά, το βράδυ που καθάρισε ο ουρανός, μπόρεσε να πραγματοποιηθεί το -προβλεπόμενο από το πρόγραμμα- κλείσιμο της επετείου με την φωταφώγηση της Ακρόπολης και του Λυκαβηττού.

Πάνω στον λόφο, αρκετά κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, άναψαν μεγάλες φωτιές σε σχήμα σταυρού, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό θέαμα που εξέπληξε όλους τους Αθηναίους. Ωστόσο, οι ίδιοι οι κάτοικοι πήραν πρωτοβουλία να φωτίσουν ολόκληρη την πόλη, βάζοντας στα σοκάκια και τα σπίτια τους λαδοφάναρα, μια εικόνα που συγκίνησε μέχρι και το βασιλικό ζεύγος που βγήκε για περίπατο στους δρόμους της πόλης εκείνο το βράδυ.

Με αυτή την ρομαντικά ενθουσιώδη αίσθηση ολοκληρώθηκε η πρώτη επίσημη εθνική εορτή της νεοσύστατης Ελλάδος. Μια γιορτή η οποία μπορεί να έγινε με πενιχρά και πρωτόγονα μέσα αλλά είχε μεγαλειώδη απήχηση.

Παρομοίως εξελίχθηκαν οι εκδηλώσεις και στις υπόλοιπες περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας.

Το σκηνικό που συγκίνησε 

Εκείνη την μέρα η χαρά και ο ενθουσιασμός επικρατούσε σε όλη την χώρα, όμως ένα ήταν το σκηνικό που αποτύπωσε όλη την συγκίνηση της γιορτής μαζεμένη.

Την ώρα που έσερναν το χορό παλικάρια, μια ηλικιωμένη γυναίκα έσπασε τον κύκλο και απευθύνθηκε στους χορευτές. Τους ζήτησε να σταματήσουν ώστε να αρχίσει εκείνη να χορεύει στην τιμή των δυο αδελφών της, Μήτρο και Αναστάση, και του μονάκριβου γιου της, Γιώργο, που έχασε στον Αγώνα.

Αυτή η γυναίκα λεγόταν Δέσποινα Λέκκα και ήταν γνωστή ως Λέκκαινα. 

Όπως ήταν φυσικό, της δόθηκε το ελεύθερο να πραγματοποιήσει το αίτημά της, παραβαίνοντας τις συνήθειες της εποχής που ήθελαν μόνο τα παλικάρια να μπαίνουν μπροστά. Η γυναίκα εκείνη, έσυρε πρώτη το χορό με δάκρυα χαράς και περηφάνειας στα μάτια.

Η σκηνή διεσώθη από τις επιστολές της Julia Von Nordenflycht, η οποία ήταν παιδαγωγός της βασίλισσας Αμαλίας και κυρία επί των τιμών.

Μετά την επίσημη πρώτη

Από την επόμενη κιόλας χρονιά η μέρα της εθνικής επετείου ήταν τελείως διαφορετική, σε σημείο να χαρακτηριστεί ακόμα και σκυθρωπή. Το αναβράζον πολιτικό σκηνικό της Ελλάδος δεν επέτρεψε την ίδια μεγαλοπρεπή και ενθουσιώδη έκφραση με αποτέλεσμα να μην εορταστεί.

Παρότι η επιλογή της ημερομηνίας είχε αρχικά την κοινωνική συναίνεση, για τον εορτασμό της δεν ίσχυε το ίδιο. Από τη στιγμή που καθιερώθηκε αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και παρερμηνειών ως προς τον σκοπό της επετείου και του ιστορικού γεγονότος που εορταζόταν.

Μέχρι το 1843, ο εορτασμός αυτής της ημέρας, σε αντίθεση με την πρώτη φορά, δεν είχε τον ίδιο αέρα ομοψυχίας, ίσα ίσα που αποτέλεσε και αντικείμενο αντιπολίτευσης. Όσοι ήταν αντιταγμένοι με την βασιλεία, προσπάθησαν να οικειοποιηθούν την επέτειο προχωρώντας στην διοργανωση ιδιωτικών εορτασμών, φωταψίες, μνημόσυνα, συμπόσια και μουσικές, κ.α.


Παρόλα αυτά, συνέχισε να χρησιμοποιείται ως αντικείμενο αντιπαραθέσεων σε πολλές περιπτώσεις και για πολλά χρόνια. Ακόμα και σήμερα, αυτή η μέρα χρησιμοποιείται ως μέσο διπλωματικών ανακοινώσεων και προβολής θέσεων τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις στρατιωτικές παρελάσεις που αποτελούν έμμεση επίδειξη δύναμης και υπεροχής. 

Κοινοποιήστε
Απόφοιτη ΙΕΚ Οικονομίας & Διοίκησης, με συμμετοχές σε πολλά σεμινάρια ποικίλου ενδιαφέροντος και κατευθύνσεως. Έχει λάβει το πρώτο βραβείο ποίησης στην Θεσσαλία, σε μαθητικό διαγωνισμό. Δραστηριοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, ως ραδιοφωνική παραγωγός, αρθρογράφος καλλιτεχνικών ειδήσεων και ερασιτέχνης ηθοποιός. Θρέφει μεγάλη αγάπη για τις τέχνες, την φύση, την φιλοσοφία και την ψυχολογία ενώ αφιερώνει αρκετό χρόνο σε θέματα κοινωνικής και ιστορικής φύσεως. Αγαπημένη της ερώτηση: Γιατί; Αγαπημένο μότο: Αξίζει να βρίσκεις λόγους να γελάς